You are currently viewing Τζένη Καραβίτη: Γιώργος Φράγκογλου, Ηλιάδα: μια ποιητική ιστορία, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Δεκέμβριος 2023

Τζένη Καραβίτη: Γιώργος Φράγκογλου, Ηλιάδα: μια ποιητική ιστορία, εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Δεκέμβριος 2023

Η σιωπή: η μάνα του νέου κόσμου

 

 

Ο Γιώργος Φράγκογλου στην Ηλιάδα: μια ποιητική ιστορία χρησιμοποιεί τον λόγο, τον γραπτό λόγο, όπως κάνουν άλλωστε όλοι οι συγγραφείς, για να επικοινωνήσει μαζί μας και να μας πει μια ιστορία. Το καταφέρνει πολύ καλά και για πολλούς λόγους. Ένας από αυτούς είναι ότι επιστρατεύει όχι έναν ούτε δυο, αλλά περίπου εκατό διαφορετικούς τρόπους (την περιγραφή, την αφήγηση, διάφορα είδη ποίησης, επιτάφια επιγράμματα, ημερολογιακές καταγραφές, κ.ά.), για να μας απευθύνει το μήνυμά του. Οι άνθρωποι είμαστε άλλωστε σύνθετες υπάρξεις: είμαστε σώμα, είμαστε νους, είμαστε και ψυχή. Με όλους αυτούς τους τρόπους, απευθύνεται ο Φράγκογλου σε όλες τις πτυχές και τις αισθήσεις μας.

 

Το ότι χρησιμοποιεί ο συγγραφέας τόσα είδη κειμένων αποτελεί αναμφίβολα δείγμα της δεξιοτεχνίας του. Θα μπορούσε κανείς να σταθεί σε αυτό, να θαυμάσει το ιδιοφυές και την πρωτοτυπία της σύλληψης (δεν έχω υπόψη μου άλλο έργο στο οποίο να συνδυάζονται τόσα πολλά είδη γραπτού λόγου) και να απολαύσει ως αναγνώστης την ομορφιά της ποικιλίας και την έκπληξη της εναλλαγής. Το περιεχόμενο όμως της Ηλιάδας με οδηγεί να αναζητήσω μια βαθύτερη αιτία για αυτή τη συγγραφική επιλογή. Έχω την αίσθηση ότι ο συγγραφέας, επιλέγοντας αυτή τη μορφή, εκφράζει τη δυσπιστία και την αγωνία του για την αποτελεσματικότητα του λόγου, για το αν φτάνει και πώς φτάνει τελικά στον δέκτη το μήνυμα που εκπέμπει ο εκάστοτε πομπός, για το αν συντελείται εν τέλει η επικοινωνιακή πράξη, και αν είναι αποτελεσματική.

 

Ενώ, λοιπόν, η επικοινωνία ανάμεσα στον συγγραφέα και στους αναγνώστες συντελείται και είναι πολυεπίπεδη, χάρη και στην ποικιλία των τρόπων που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας, δεν φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο και ανάμεσα στα πρόσωπα της ιστορίας που μας αφηγείται. Εδώ παρατηρούμε ότι με όποιον τρόπο (με όποιο είδος λόγου) και αν επιδιώκουν οι πομποί να επικοινωνήσουν με τους εκάστοτε δέκτες, συχνά τα μηνύματα είτε δεν φτάνουν στους παραλήπτες είτε φτάνουν κατόπιν εορτής, είτε ακόμα και όταν φθάνουν εγκαίρως, η επικοινωνία δεν είναι αποτελεσματική. Τι εννοώ; Θα αναφέρω ενδεικτικά κάποια παραδείγματα.

 

Πρώτα – πρώτα, τα αποσπάσματα από το Ημερολόγιο με τίτλο Σελίδες της ζωής μου που γράφει ο Α.Χ, είναι προσωπικές καταγραφές, τις οποίες ο γράφων δεν φαίνεται να προτίθεται να δημοσιοποιήσει. Σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει άλλος παραλήπτης εκτός από τον ίδιο. Ο ίδιος ήρωας γράφει και χρονογραφήματα, τα οποία επίσης παραμένουν αδημοσίευτα.

 

Άλλο παράδειγμα είναι οι σύντομοι διάλογοι του πρωταγωνιστή Ηλία με τη Μαρία, με την οποία έχουν κι έναν γιο, τον Ανδρέα. Τα λόγια που ανταλλάσσουν στέκονται στην επιφάνεια των πραγμάτων, και σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι συνιστούν πραγματική επικοινωνία ζευγαριού.

 

Μ. Έχεις κάτι.

Η. Τίποτα.

Μ. Πες μου

Η. …

Μ. Γιατί δε μιλάς;

Η. …

Μ. Φταίω εγώ σε κάτι;

Η. Όχι, όχι εσύ.

Μ. Να φτιάξω κάτι να φάμε;

Η. Όχι, δεν έχω όρεξη.

Μ. Πού πας;

Η. Μια βόλτα. (Ζ4, σελ. 33)

 

Τρίτο παράδειγμα: Ο Ανδρέας Χ., ο γιός του Ηλία και της Μαρίας, απουσιάζει από το σχολείο την ημέρα που διαβάζονται στην τάξη οι εκθέσεις των μαθητών, κι έτσι δεν μπορεί να απευθύνει ο ίδιος το κείμενό του στην κοινότητα των συμμαθητών του. Την έκθεσή του τη διαβάζει η δασκάλα του, και το μήνυμα που απευθύνει στον Ανδρέα, με τη μορφή παρατηρήσεων στο τέλος της έκθεσής, είναι τρία θαυμαστικά (τι θα καταλάβει άραγε, από αυτό ο Ανδρέας;) και μια προτροπή: Προσπάθησε να βελτιώσεις την ορθογραφία σου. (Η2. Σελ.37)

 

Ένα ακόμα παράδειγμα αποτελεί η αίτηση του αρχιτέκτονα Ηλία Παπαδόπουλου προς τον Οργανισμό Μετρό Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για μήνυμα το οποίο παραλαμβάνεται μεν, απορρίπτεται δε. (ΥΓ.1, σελ.110).

 

Αν όλα αυτά δηλώνουν ανυπέρβλητη δυσκολία στην επικοινωνία, το έργο του Φράγκογλου εγείρει δύο ερωτήματα.

 

Το πρώτο ερώτημα είναι: Γιατί συμβαίνει αυτό;

 

Η απάντηση βρίσκεται, νομίζω, στο σκηνικό μέσα στο οποίο τοποθετείται η δράση. Ο Φράγκογλου στήνει ένα δυστοπικό σκηνικό, μια Θεσσαλονίκη διαρκές πεδίο μάχης, στο οποίο ο αέρας μύριζε αίμα (Α3, σελ. 11). Τα αιματηρά γεγονότα του Δεκέμβρη (Ε1, σελ.25) μας φέρνουν στον νου τραυματικά για την Ελλάδα γεγονότα, όπως τα Δεκεμβριανά του 1944 και η δολοφονία του 16χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου τον Δεκέμβριο του 2008. Γι’ αυτό λοιπόν, δεν είναι αποτελεσματικός ο λόγος, γι’ αυτό είναι όλα σιωπηλά, γιατί τα σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

 

Το δεύτερο ερώτημα που εγείρεται είναι: Αν το μήνυμα που αναδύεται από την Ηλιάδα του Φράγκογλου είναι η συντέλεια του λόγου, σε τι να ελπίζουμε, τι υπάρχει μετά τον λόγο;

 

Μετά τον λόγο υπάρχει η σιωπή, μας λέει ο Φράγκογλου. Και το σημείο στίξης της σιωπής είναι τα αποσιωπητικά. Μια προφητεία, που δεν την άκουσε ο Ηλίας αλλά την είδε μέσα του, λέει: Θα’ ρθει καιρός που ο λόγος θα είναι άχρηστος, γιατί λογική δε θα υπάρχει. Θα’ ρθει καιρός που η σιωπή θα κυριαρχήσει. Η σιωπή: η μάνα του νέου κόσμου (Τ2, σελ. 84).

 

Έτσι, ο Ηλίας γίνεται ο πρωτεργάτης του κινήματος των τριών τελειών, των αποσιωπητικών, ενός κινήματος που θ’ αλλάξει τη ζωή της χώρας αλλά και του κόσμου. Από τη σχετική δημοσιογραφική ανταπόκριση μαθαίνουμε πως Στην εφημερίδα «Πρωινοί παλμοί» έφτασε χθες το βράδυ επιστολή του Η.Π., με την οποία ο υπογράφων αναλαμβάνει την ευθύνη για την αναγραφή των αποσιωπητικών σε δέκα σημεία της πόλης. (Υπενθυμίζεται πως το συγκεκριμένο «σύνθημα» έχει εξαπλωθεί με ταχύτατο ρυθμό σε όλη τη χώρα.) Παραθέτω την επιστολή:

 

 Βλέποντας τη θανάσιμη μοιρολατρική στάση του κόσμου, που παρακολουθεί συχνά απ’ τα μπαλκόνια το άκρον άωτον της κυβερνητικής βίας, αποφάσισα τελικά να δράσω ακούγοντας τη μέσα φωνή μου να ρωτά: «Ποιος, τελικά, υφαίνει το ριζικό μας;» Το «κίνημα των τριών τελειών» δεν είναι τίποτε άλλο από το ζυγοστάθμισμα της ανάσας, του βλέμματος, της ακοής καθενός μας. Μόνο με τ’ αποσιωπητικά οδηγό, θα ξαναβρούμε την αξία των μικρών πραγμάτων και θα περάσουμε από έναν κόσμο αντικρουόμενων θέσεων σε έναν κόσμο αληθινών σχέσεων. Μόνο με τ’ αποσιωπητικά, μέσα στη μαγεία της σιγαλιάς, θα ακούσουμε τις αδυναμίες μας και θα στήσουμε την τρυφερότητα του βλέμματος ως αντίπαλο δέος στη σκληρότητα της εξουσίας. Κι αν όλα αυτά μοιάζουν με γρίφο μελοδραματικό, ο χρόνος θ’ αποκαλύψει σιγά-σιγά το νόημά τους.

Η.Π., ένας άνεργος (Χ2, σελ. 95).

 

Αν ο συγγραφέας αποτύπωνε απλώς τη δυστοπία και τα παρελκόμενά της, ένα από τα οποία είναι και η συντέλεια της επικοινωνίας, θα με άφηνε με τη δυσφορία ενός αδιεξόδου. Στο ίδιο αδιέξοδο θα με οδηγούσε, αν η σιωπή που πρότεινε ήταν η σιωπή των προβάτων επί σφαγήν. Η σιωπή που προτείνει όμως στην Ηλιάδα του ο Φράγκογλου είναι μια σιωπή ενεργητική, συνειδητή, αναστοχαστική και ενσυναισθητική. Είναι μέρος ενός κινήματος, άρα όχι ατομική και ατομιστική. Είναι μια σιωπή ελπιδοφόρα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.