You are currently viewing Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά: Τα ίχνη του Χρόνου

Βαλεντίνη Χρ. Καμπατζά: Τα ίχνη του Χρόνου

Ο Χρόνος δεν είναι ικανός να σβήσει μνήμες, πρόσωπα, γεγονότα του παρελθόντος, που όλα μαζί –σαν ένα σύνθετο, πολύπλοκο σταυρόλεξο– συνθέτουν το παρελθόν του ατόμου· την ίδια του τη ζωή.

Τα προσωπικά αντικείμενα των αγαπημένων νεκρών, εκτός από την άλλοτε χρηστική τους αξία, εμπεριέχουν πλέον και μια μαγική δύναμη· έχουν μια συγκινησιακή αξία, εξακολουθούν να υπάρχουν ως σημεία αναφοράς και μνήμης των χαμένων προσώπων. Η παρατήρηση ενός απλού αντικειμένου αναβιώνει την άλλοτε παρουσία των τελευταίων. Ξαφνικά, ακούγονται υπόκωφα, μαγικά τα κουρασμένα βήματα και η βαθειά ανάσα της άλλοτε δυναμικής γυναίκας, που τη λύγισε ο χρόνος και μια σοβαρή ασθένεια – καταλυτική για την πορεία της. Ακόμη, με έναν τρόπο μυστηριώδη, αναδύονται μυρωδιές από απλές, καθημερινές, προσφιλείς της συνήθειες· ένας ζεστός καφές, ένα αχνιστό-φρεσκοψημένο γλυκό.

Ωστόσο οι άνθρωποι, παρασυρμένοι συχνά από το δέλεαρ της τεχνητής πολυτέλειας της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας, αποποιούνται με ιδιαίτερη ευκολία το ίδιο τους το παρελθόν. Σύνηθες φαινόμενο αυτής της νοοτροπίας συνιστά η απαλλαγή παλιών αντικειμένων, τα οποία –κατά τη γνώμη τους– δεν έχουν πλέον θέση στη ζωή τους. Με τον τρόπο αυτό, αποκηρύσσουν το ίδιο τους το παρελθόν. Σαν να αισθάνονται μειονεκτικά γι’ αυτή τους την προέλευση. Σαν να θέλουν να ξορκίσουν το παρελθόν, ελπίζοντας μάταια σε ένα πιο ελπιδοφόρο μέλλον. Στην πραγματικότητα, απαρνιούνται την ίδια τους την ύπαρξη. Συμπεριφέρονται σαν μηχανικές μαριονέτες, που έχουν εντολή να διαγράψουν το παρελθόν τους. Ωστόσο, ακόμη και η καταστροφή αυτών των απλών αντικειμένων δεν είναι ικανή να διαγράψει πρόσωπα που πλαισίωσαν, που συντέλεσαν στη γένεση του ατομικού παρελθόντος. Σταδιακά, σαν εφιαλτικές ερινύες, οι μορφές αυτές επανέρχονται, ζητώντας δικαίωση· τη θέση τους στην άλλοτε, επίγεια ζωή. Αρκεί ένας απλός ήχος, μια χαρακτηριστική μυρωδιά, ένας τόπος όπου σύχναζαν τα οικεία πρόσωπα, όπου περνούσαν έστω βιαστικά, για να εμφανιστούν εκ νέου στη μνήμη μας.

Ίσως ο Χρόνος καταφέρνει τελικά να ξεθωριάσει, να αλλοιώσει σημαντικά αυτές τις μορφές, τα ίδια τα γεγονότα, που εμφανίζονται δειλά, θαμπά στην ανθρώπινη μνήμη. Ωστόσο, τίποτε δεν είναι ικανό να τα σβήσει εντελώς. Σε αυτό συνηγορεί και το υποσυνείδητο του ατόμου, αφού ολόκληρο το παρελθόν επανέρχεται νοερά χωρίς τη βούλησή του, αλλά τόσο ζωντανά, ώστε να δίνει την ψευδαίσθηση του παρόντος.

Βιώνοντας την εποχή της ματαιοδοξίας και της απόλυτης αυταπάτης, οι σύγχρονοι πολίτες αναζητούν την ευτυχία τους στην πολυτέλεια μιας περίτεχνης και αισθητικά προσεγμένης τσιμεντούπολης. Οι υποτιθέμενες ανέσεις υπόσχονται μια πιο άνετη ζωή μέσα στους περιορισμένους τοίχους ενός διαμερίσματος. Έτσι, οι άνθρωποι επιδιώκουν να απαλλαγούν από οτιδήποτε παλιό συνθέτει την προηγούμενη ζωή τους. Για τον σκοπό αυτό, παλιές, αιωνόβιες μονοκατοικίες θυσιάζονται στον βωμό του σύγχρονου μοντέλου διαβίωσης, κυρίως από τους νόμιμους κληρονόμους των νεκρών ιδιοκτητών. Από τη μια στιγμή στην άλλη, γκρεμίζονται δίχως οίκτο, με τη συνδρομή και της τεχνολογίας, κατ’ εντολή των φιλόδοξων νέων ιδιοκτητών τους. Και μαζί με αυτές, καταρρέει και ο γύρω μικρόκοσμος που τις πλαισίωνε και τις έδινε ζωή· οι ολάνθιστοι κήποι γεμάτοι από πουλιά, τα οποία δήλωναν καθημερινά την παρουσία τους, υπενθυμίζοντας έτσι στον αλλοτριωμένο πολίτη την αλλαγή των εποχών· τα ταλαιπωρημένα από τον χρόνο μπαλκόνια, που παρά τις φθορές, εμμένουν καρτερικά και διεκδικούν τη μόνιμη θέση τους, στολισμένα με πολύχρωμα λουλούδια μιας άλλης εποχής· οι δαντελωτές λευκές κουρτίνες –σημείο κατατεθέν ενός παλιότερου πολιτισμού, μιας κουλτούρας ξεπερασμένης πλέον από τους νεώτερους– που μολονότι έχουν πλέον κιτρινίσει και χάσει την παλιά τους λάμψη και ομορφιά, παραμένουν πιστοί θεματοφύλακες οικογενειακών μυστικών, χαρών, δυστυχιών, ανατροπών των παλιών ενοίκων. Τέλος, τα χρηστικά αντικείμενα, τα ξεθωριασμένα έπιπλα –απτή απόδειξη της οικονομικής κατάστασης αλλά και της επικρατούσας αισθητικής των παλιών ιδιοκτητών– φθαρμένα αλλά καθηλωμένα πάντοτε στην ίδια θέση· αυτή που τους είχαν δώσει οι παλιοί ιδιοκτήτες.

Οι σκιές των ενοίκων, αυτοβούλως εγκλωβισμένες στην άλλοτε επίγεια κατοικία τους, αισθάνονται φρίκη για την εξέλιξη της διαδρομής τους.

Ξαφνικά, όλα γίνονται χώμα, ισοπεδώνονται· μια αδιαμόρφωτη, άμορφη μάζα, που δεν θυμίζει τίποτε από την προγενέστερη αίγλη. Αντικείμενα, λουλούδια, χρώματα, μυρωδιές, ριγμένα χωρίς καμία τάξη και λογική, εμμένουν καρτερικά την κατάληξη της ιστορίας, βιώνοντας μια κατάσταση εφιαλτική, μια περίοδο νάρκης.

Οι σκιές των νεκρών περιφέρονται άσκοπα τη νύχτα, προσπαθώντας να κατανοήσουν το νόημα αυτής της καταστροφής. Τα πουλιά, αναστατωμένα, αναζητούν αλλού στέγη, ένα προσωρινό, κοντινό καταφύγιο, ξεχνώντας το χαρούμενο καθημερινό τους κελάηδημα.

Σε λίγο καιρό, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας των τεχνικών ελέγχων, εμφανίζεται μια άγνωστη ομάδα ατόμων, που αναλαμβάνει την παντελή μετατροπή του τοπίου. Ένας εργολάβος οικοδομικών έργων απομακρύνει όλα τα άχρηστα υλικά, χωρίς κανένα ενδιαφέρον ή οίκτο. Μετά από λίγους μήνες, το σκηνικό έχει πλήρως αλλοιωθεί και μια πανύψηλη, ακαλαίσθητη οικοδομή φιλοδοξεί να φιλοξενήσει την ευτυχία και τη γαλήνη πολλών ενοίκων· ατόμων που, συνήθως, δεν συνδέονται με οικογενειακούς ή φιλικούς δεσμούς· ανθρώπων που αποφάσισαν κατά συνθήκη να συνεχίσουν εκεί την υπόλοιπη ζωή τους.

Ωστόσο, αυτός ο πανύψηλος πύργος, αυτός ο απρόσωπος γίγαντας δεν είναι ικανός να προσφέρει αληθινή ευτυχία. Οι ένοικοι ζουν εκεί περιορισμένοι, απομακρυσμένοι από κάθε φυσικό στοιχείο, έχοντας αποκλειστική συντροφιά προηγμένες συσκευές της τεχνολογίας· έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή μια έγχρωμη γυαλιστερή τηλεόραση, που τους οδηγεί σταδιακά σε πνευματικό λήθαργο και τους καθηλώνει σε μια τεχνητή ζωή. Η ανθρώπινη επαφή, η αλληλεγγύη έχουν πλέον ξεχαστεί και το μόνον που τους ενδιαφέρει, είναι η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής τους. Το παρελθόν έχει ηθελημένα διαγραφεί και το παρόν επιτείνει την αίσθηση του μάταιου και προδιαγεγραμμένου κύκλου της ανθρώπινης ύπαρξης. Η μετάβαση στον τόπο εργασίας διαδέχεται με μαθηματική ακρίβεια την παραμονή στην οικία-σύγχρονη φυλακή, όπως τα γρανάζια μιας μηχανής που εκτελούν συνεχώς την ίδια εντολή.

Με την πάροδο των ετών, μοναδικό όνειρο αυτών των έγκλειστων ομήρων φαντάζει πλέον η απόσυρση από την εργασία τους· η συνταξιοδότησή τους, η οποία μοιάζει με όαση, με ανάσα ενάντια στην επίπονη, πολύχρονη πορεία τους. Σε αυτό το σημείο θεμελιώνεται και η απόλυτη αυταπάτη τους. Πρόκειται για την εκδίκηση του δαιμόνιου τιτάνα, του ύπουλου Χρόνου, ο οποίος (μολονότι υπήρξε καθημερινός συνοδοιπόρος των ανθρώπων) δεν δείχνει κανένα σημάδι αλληλεγγύης, αλλά αντίθετα, τους οδηγεί μεθοδικά στη φθορά και στον θάνατο. Σε αυτή την καίρια χρονική στιγμή, συχνά, οι άνθρωποι εξέρχονται από τον λήθαργο, επιχειρώντας μια καθυστερημένη αναδρομή στο παρελθόν. Αντιλαμβάνονται τότε τη ματαιότητα των πράξεών τους. Μια ζωή κατασπαταλημένη σε ανούσιους κομφορμιστικούς ρόλους στο σκηνικό ενός θεάτρου του παραλόγου· σε νόρμες τεχνητές, απολύτως αλλοτριωμένες, χωρίς ουσία, χωρίς αληθινές χαρές· ένα τεχνητό κατασκεύασμα που εξυπηρετεί μόνον τους υποστηρικτές του συστήματος της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας. Ένας χαμένος επίγειος παράδεισος, ο «χαμένος Χρόνος», κατά τον εισηγητή της θεωρίας του παραλόγου Albert Camus, που έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει και δεν ανακτάται πλέον εύκολα. Μία ψευδαίσθηση, μία αληθινή απάτη. Μοναδική λύση είναι ασφαλώς η αλλαγή στάσης ζωής των ατόμων και η διαβίωση με εφαλτήριο το παρόν, σύμφωνα με τις αρχές της φύσης (απλότητα, αλήθεια, αλληλεγγύη, φιλία).

Και ακριβώς, προς το τέλος του κύκλου της ανθρώπινης ζωής, οι μνήμες του παρελθόντος (εκδιωγμένες από τους ίδιους) επανέρχονται και προσπαθούν να τους καθησυχάσουν, να εξισορροπήσουν μάταια αυτό το κενό.

Τελικά ο Χρόνος, έχοντας αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια του, προκαλώντας ανεπανόρθωτες φθορές στην εξωτερική εμφάνιση αλλά κυρίως, στον εσωτερικό κόσμο των ανθρώπων, καταδεικνύεται ωστόσο αδύναμος απέναντι στη δύναμη της Μνήμης·  μιας αντάξιας αντιπάλου, η οποία έχοντας παραμείνει –με τη βούληση των ανθρώπων– για αρκετό διάστημα σε κατάσταση πλήρους αδράνειας, επανέρχεται θριαμβευτικά και ισχυροποιείται έναντι της ισοπεδωτικής Λήθης και του μηδενιστικού Χρόνου.

Και αυτή ακριβώς η κατάληξη είναι και μια μικρή νίκη, μια μερική δικαίωση όλων των πρόσκαιρα ηττημένων και παραγκωνισμένων (αντικειμένων και νεκρών) από τους εν ζωή ενοίκους, καθόσον εξακολουθούν να υφίστανται νοερά ως παρουσίες χάρη στη δύναμη της μνήμης και να περιπλανιούνται σαν σκιές στο νέο οικοδόμημα, το οποίο πλέον αποκαθηλώνεται, χάνει την αίγλη του.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.