Ένα αιγαιοπελαγίτικο παραμύθι (AaTh 313c, ATU 313) με διαλογικές σκηνές
Στην ευρωπαϊκή προφορική αφηγηματολογία υπάρχουν ελάχιστες περιπτώσεις ένταξης έμμετρων διαλογικών σκηνών στην αφήγηση, οι οποίες προφανώς προέρχονται από θεατρικό έργο[1]. Τέτοια όμως είναι η περίπτωση του ελληνικού τύπου του παραμυθιού της Ξεχασμένης Νύφης (Λησμονημένης Μνηστής), συχνά με τον τίτλο «Ο Φιορεντίνος», που αποτελεί έναν υπότυπο του αφηγηματικού συμπλέγματος της Μαγικής Φυγής (313/314), ένα μετακινούμενο θέμα που βρίσκεται και σε διάφορους άλλους συνδυασμούς παραμυθιακών τύπων[2]. Η Μαγική Φυγή βρίσκεται και σε κυπριακές παραλλαγές παραμυθιών, αλλά χωρίς τα επεισόδια της Ξεχασμένης Νύφης[3]. Αυτά μοιάζουν να είναι κρητικής καταγωγής. Το ερευνητικό θέμα της περίεργης ύπαρξης έμμετρων διαλογικών στίχων στο τέλος κυρίως κρητικών παραλλαγών, το είχε ξεκινήσει ο αείμνηστος Μανούσος Μανούσακας από την εποχή του Μεσοπολέμου ακόμα, ο οποίος με τη βοήθεια δημοδιδασκάλων στη μεγαλόνησο είχε συλλέξει παραλλαγές του παραμυθιού, όπου τα διαλογικά στιχουργήματα αυτά σχηματίζουν κάτι σαν θεατρικές σκηνές. Γύρω στα 1980, στα πλαίσια του νεοϊδρυθέντος Πανεπιστημίου Κρήτης, μου ανάθεσε ως θεατρολόγο να διερευνήσω το θέμα, και καρπός αυτή της έρευνας ήταν μια μονογραφία που δημοσιεύτηκε στην Ακαδημία Επιστημών της Αυστρίας στη Βιέννη[4] και κοινοποιήθηκε και στη Διεθνή Εταιρεία της Προφορικής Αφηγηματολογίας στο συνέδριό της στην Αθήνα[5] και αργότερα και σε πιο εκτεταμένη μορφή μαζί με τη δημοσίευση όλων των καταγραμμένων προφορικών στιχουργικών κειμένων με στατιστική ανάλυση κτλ.[6].
Το συμπέρασμα της φιλολογικής εξέτασης όλων των παραλλαγών, που ο αριθμός τους ξεπερνούσε τα 100 (και 81 είχαν έστω και μερικούς στίχους), ήταν το γεγονός, ότι τα στιχουργήματα παραπέμπουν σε άγνωστη κρητική κωμωδία του 16ου ή 17ου αιώνα, όταν στην τελευταία φάση της βενετικής κυριαρχίας της μεγαλονήσου το θέατρο σημείωσε μεγάλη άνθηση και οι διαλογικοί αυτοί στίχοι είχαν απέκτησει μεγάλη διάδοση και βρίσκονται στην προφορική παράδοση όλου το νησιώτικου χώρου, τόνο στο Αιγαίο όσο και στο Ιόνιο (όπως άλλωστε και ο Ερωτόκριτος, η Ερωφίλη και η Θυσία του Αβραάμ). Η κατάσταση των στιχουργημάτων των δύο διαλογικών σκηνών προς το τέλος της αφήγησης, όπως διατηρήθηκε σχεδόν ακέραια στην προφορική παράδοση (κυρίως της ίδιας της Κρήτης αλλά όχι μόνο), επέτρεπαν ακόμα και τη φιλολογική αποκατάσταση του αρχικού κειμένου της άγνωστης κρητικής κωμωδίας[7], επίσης πολύ σπάνια περίπτωση. Αυτή οι σκηνές αφορούν το επεισόδιο της εξαπάτησης των τριών αντεραστών (ανάμεσά τους και το ίδιο το βασιλόπουλο, που την λησμόνησε), και συγκεκριμένα τη συνάντηση των τριών επίδοξων εραστών που ξεγελάστηκαν και την απόφασή τους να την καταγγείλουν στον βασιλιά, και η μεγάλη σκηνή του δικαστηρίου, όπου η νύφη αναιρεί τις κατηγορίες, εξιστορεί την περιπέτειά της, λύνονται τα μάγια και το βασιλόπουλο βρίσκει πάλι τη μνήμη του.
Ο Αnti Aarne, στη μεγάλη μονογραφία του για τη Μαγική Φυγή αναφέρει ήδη πως το μοτίβο της forgotten fiancée και το μαγικό δέσιμο των επίδοξων εραστών βρίσκεται ήδη ως ανεξάρτητη novella “La sposa dimenticata” στο έπος Mambriano Francesco Cieco da Ferrara 1509[8]. Tην εγγύτητα με τις ελληνικές εκδοχές της Ξεχασμένης Νύφης είχαν εντοπίσει ήδη νωρίτερα ο Giuseppe Rua στην κριτική έκδοση του ιταλικού έπους, το οποίο είχε τεράστια απήχηση και γνώρισε πολλές εκδόσεις μέσα στον 16ο αιώνα[9] και σημαντική επίδραση στην ίδια την ιταλικές προφορικές παραδόσεις[10]. Λεπτομερειακή αντιβολή των κειμένων επιβεβαιώνει αυτή την εγγύτητα. Το επεισόδιο της sposa dimenticata βρίσκεται και σε μεταγενέστερες συλλογές από novelle, στις Ducento Novelle του Celiο Malespini 1609 αλλά κυρίως στο Pentamerone (Lo cunti de li cunti) του Giambattista Basile, που είχε τεράστια απήχηση σε όλη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Και ο λόγος είναι συγκεκριμένος, γιατί ο Βasile κατά το χρονικό διάστημα 1600-1607 περίπου υπηρέτησε ως stradiotto (μισθοφόρος) στις βενετσιάνικες υπηρεσίες στην Κρήτη και ήταν και μέλος της τοπικής Ακαδημίας των Stravaganti στον Χάνδακα. Αλλά η λεπτομερειακή ανάλυση δεν επιβεβαιώνει την υπόθεση κάποιας άμεσης εξάρτησης[11], κι έτσι η διαπίστωση που έκανε ο Rua ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, πως τα ελληνικά παραμύθια φαίνεται πως προέρχονται από τη “sposa dimenticata” στο έπος Mambriano[12].
Πώς όμως έφτασε η ιστορία αυτή στο κρητικό και ευρύτερα νησιώτικο ελληνικό παραμύθι του «Φιορεντίνου»; Μόνο υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε: ίσως μια άγνωστη μετάφραση της νουβέλας στο κρητικό ιδίωμα της εποχής, ίσως από την ίδια την ιταλική προφορική παράδοση, που είχε απορροφήσει ιστορίες από το έπος του τυφλού ραψωδού της Φερράρας. Το μόνο σίγουρο είναι ότι οι 132 στίχοι της αναστήλωσης του έμμετρου διαλογικού μέρους του παραμυθιού παραπέμπουν με σαφήνεια σε κρητική κωμωδία, η οποία πρέπει να χρονολογείται ανάμεσα στο 1590 και το 1645/69 με την κατάληψη της μεγαλονήσου από τους Οθωμανούς και το τέλος της θεατρικής δραματογραφίας.
Γιατί όμως σώζονται στην προφορική παράδοση μόνο οι τελευταίες δύο σκηνές – και κυρίως το δικαστήριο στη βασιλική αυλή – από ένα τέτοιο έργο, και μάλιστα σε τόσο καλή κατάσταση που επιτρέπει ακόμα την αποκατάσταση του κειμένου, ενώ από το υπόλοιπο έργο δεν σώζεται στίχος;[13] Η απάντηση είναι κάπως υποθετική: κωμωδίες παίζονταν δημόσια στις κρητικές πόλεις, ίσως όμως υπήρχαν τέτοιες παραστάσεις και στα χωριά[14]· γνωρίζουμε π. χ. ότι στις επαύλεις των γαιοκτημόνων υπήρχε και κάποια καλλιτεχνική ζωή[15]. Ίσως η σκηνή του δικαστηρίου να έχει παιχθεί και στα χωριά, όπως τέτοια καρναβαλικά δικαστήρια έπαιζαν και στα Εφτάνησα, στη Ζάκυνθος από το 17ο αιώνα, στη Χίο, τη Σάμο, στον Πόντο, την Πελοπόννησο και σε άλλα μέρη[16]· και η αυτοσχέδια Δίκη του Ιούδα παιζόταν στον ορεινό Περιστερώνα της Κύπρου[17].
Στην Ελλάδα, μετά από αφήγηση και κατά επιθυμία της λαογράφου Ευαγγελίας Φραγκάκη, γράφτηκε μια νέα παραλλαγή του Φιορεντίνου από την Παυλίνα Παμπούδη και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ροές με τον τίτλο «Ο Μέρλιν και η Ντολτσέτα».
Βάλτερ Πούχνερ



