Δεύτερο μέρος
Eπαγγελματικοί θίασοι
Μολοντούτο, οι μετακινήσεις των επαγγελματικών θιάσων στον αναφερόμενο χώρο στις αρχές του 20ού αιώνα πρέπει να εγγραφούν σε μια πιο σφαιρική χαρτογράφηση των περιοδειών των αεικίνητων μπουλουκιών στην πεντηκονταετία 1870-1920, η δραστηριότητα των οποίων εκτείνεται σε μια σημαντική γεωγραφική εμβέλεια και υπαγορεύει στους ηθοποιούς τους έναν ολόκληρο τρόπο ζωής, ο οποίος χαρακτηρίζεται από μόνιμα μεγάλα μπαγάζια με το βεστιάριο και τις ενδυμασίες, χειρόγραφα, περούκες και αξεσουάρ της υποκριτικής, από τις ατελείωτες παραμονές σε ξενοδοχεία διαφόρων κατηγοριών άνεσης και καθαριότητας, από επικίνδυνα χειμερινά ταξίδια σε φουρτουνιασμένες θάλασσες ή από τις ταλαιπωρίες μετακίνησης διά ξηράς μέσα στη σκόνη και τη λάσπη, από χιονοθύελλες, παρατεταμένες βροχοπτώσεις, μπόρες και καύσωνες, από αρρώστιες και αδιαθεσίες, από κακουχίες και κόπωση, κακές συνθήκες υγιεινής και διατροφής, από υψηλά ρίσκα σχετικά με τις άδειες των τοπικών αρχών και της λογοκρισίας και σχετικά με τις επιτυχίες και τις εισπράξεις των παραστάσεων, από ακατάλληλες αίθουσες με κακή ακουστική, πανάκριβα ενοίκια, άδειες σειρές και χρηματικά χρέη, αλλά και από φρενήρη χειροκροτήματα, επαίνους από επίσημα χείλη, παραληρηματικές θετικές κριτικές του Τύπου, και από ποικίλες εκδηλώσεις αναγνώρισης και συμπαράστασης μελών των εκάστοτε ελληνικών κοινοτήτων, που τους δίνουν το θάρρος να συνεχίσουν. Η αυτοσυνείδηση και αυτοεκτίμηση των θιάσων ταλαντεύεται ανάμεσα στην πεποίθηση πως εκτελούν ένα εθνικό έργο και μια πατριωτική αποστολή, κρατώντας ζωντανή τη φλόγα της πολιτισμικής αυτογνωσίας των Ελλήνων της διασποράς, και στους ψυχρούς υπολογισμούς του marketing σε μια στρατηγική ικανοποίησης μιας υπαρκτής ζήτησης, στρατηγική που επιδίδεται στην ανακάλυψη όλο και μικρότερων αγορών και πιο απομακρυσμένων κοινοτήτων για την “πώληση” του “προϊόντος”, με όλα τα απρόοπτα που έχει ένα τέτοιο εγχείρημα, από τις άδειες των τοπικών αρχών και τη λογοκρισία έως την αδιαφορία των ελληνικών πληθυσμών και την απροθυμία τους να στηρίξουν οικονομικά τους αυτόκλητους και συχνά δευτεροκλασάτους θεατρίνους που αγωνίζονται και αγωνιούν για την επιβίωσή τους. Οι διακυμάνσεις των οικονομικών επιτυχιών ποικίλλουν, το πατριωτικό showbusiness δεν αποδίδει πάντα ένα εξασφαλισμένο κέρδος· πάντως η αισθητική ποιότητα των παραστάσεων, όπως και στην περίπτωση των ερασιτεχνικών παραστάσεων, έρχεται σε δεύτερη μοίρα μπροστά στη θεματολογία των δραματικών έργων που ανεβάζονται. Φυσικοί σύμμαχοι των περιοδευόντων θιάσων είναι οι συντάκτες του τοπικού Τύπου, που αναλαμβάνουν την διαφήμιση, πριν έρθει ο θίασος, διατυμπανίζουν τη φήμη του συγκροτήματος και απαριθμούν τις επιτυχίες που είχε αλλού, καθώς και προτρέπουν τους ομογενείς να γεμίσουν τις αίθουσες των παραστάσεων, υποσχόμενοι τέρψη και πατριωτική συγκίνηση, παρουσιάζοντας τη στήριξη του θιάσου ως εθνικό καθήκον.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι επαγγελματικές παραστάσεις λειτουργούν σ’ ένα παρόμοιο πλαίσιο με τις ερασιτεχνικές, απλώς η έλλειψη της εντοπιότητας των ξενόφερτων ηθοποιών από τη μακρινή πατρίδα δίνει ένα πρόσθετο κίνητρο για πάσης φύσεως υποστήριξη, αφού οι κήρυκες της εθνικής αυτοσυνείδησης έχουν υποστεί τους κινδύνους και ταλαιπωρίες του μακρινού ταξιδιού, για να μεταλαμπαδεύσουν τα φώτα της εθνικής αυτοσυνείδησης και να προσφέρουν στους ξενιτεμένους μια παράσταση στη μητρική τους γλώσσα. Λαμβάνοντας υπόψη τα γεωγραφικά δεδομένα, η βάση για τις εξορμήσεις στις παρευξείνιες χώρες είναι πλέον η ίδια η Κωνσταντινούπολη, που τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα γίνεται πιο σημαντική βάση για το ελληνικό θέατρο[1] από την ίδια την Αθήνα, η οποία, ως ημιεξαστισμένη κάπως επαρχιακή πόλη, ακόμα και την εποχή της belle époque, δεν είναι σε θέση να θρέψει τους θιάσους σε μια μόνιμη βάση. Ερευνητικά βρισκόμαστε ακόμα μακριά από μια συστηματική χαρτογράφηση των μετακινήσεων όλων των θιάσων στο αναφερόμενο χρονικό διάστημα, αλλά με τις εργασίες της ομάδας του Θ. Χατζηπανταζή (έως το 1875)[2], τη διατριβή του Α. Δημητριάδη για τον Νικόλαο Λεκατσά[3], τη διατριβη της Α. Αλτουβά για την Πιπίνα Βονασέρα, την Αικατερίνη Βερόνη και την Ευαγγελία Παρασκευοπούλου[4], καθώς και την υπό επεξεργασία βρισκόμενη διατριβή της Μ. Ηλιάδη για τον Αναστάσιο Απέργη[5], μπορούμε να σχηματίσουμε, έστω δειγματοληπτικά για ορισμένους θιάσους και ηθοποιούς, μια ιδέα για το δίκτυο περιηγητικών μετακινήσεων θιάσων και ηθοποιών· δεν είναι υπερβολή να πει κανείς πως η ζωή των θιασαρχών, πρωταγωνστ(ρι)ών, οικογενειακών θιάσων και μεμονωμένων ηθοποιών μοιάζει με ένα αέναο ταξίδι.
Για να μείνουμε στο χώρο της Μαύρης Θάλασσας, οι περιοδείες των ελληνικών θιάσων στις δυτικές της ακτές δεν περιλαμβάνουν μόνο τα λιμάνια της Κωστάντζας (Constanțza) και πιο νότια της βουλγαρικής Βάρνας (Varna), αλλά με μεγάλη συχνότητα τις πόλεις στο δέλτα του Δούναβη Βραΐλα (Brăila), Γαλάτι (Galați) και Ιζμαήλ (Izmajil), ενίοτε ακόμα και πόλεις στις ρουμανικές όχθες του Δούναβη πιο βαθιά στην ενδοχώρα[6], που είναι εύκολα προσβάσιμες από τη θάλασσα. Το ίδιο ισχύει και για την ενδοχώρα της Οδησσού: το Chișinău είναι προσβάσιμο στο μεγαλύτερο μέρος από τον Dnjestr, η Χερσόνησος (Cherson) και η Νικόπολις (Nikopol) από τον Dnjepr. Kατά τα άλλα οι σταθμοί των τουρνέ στη Μαύρη Θάλασσα είναι λιμάνια της Κριμαίας (Jevpatorija, Sevastopol, Alupka, Jalta, Feodosija, Kerč, με εξαίρεση τη Συμφερόπολη/Symferopol, που δεν απέχει όμως μακριά από την ακτή), της Αζοφικής (Berdijans’k, Maryopol, Taganrog, Rostov, Ejsk) και της βορειοανατολικής μεριάς του Εύξεινου Πόντου στις νότιες βουνοπλαγιές της οροσειράς του Καυκάσου (Anapa, Novorossijsk, Gelendžik, Tuapse, Soči, Suchumi), της Γεωργίας (Poti, Batumi)με σημαντική επέκταση στην ενδοχώρα (Čiatura, Božomi, Tbilisi) και των μικρασιατικών ακτών στο Νότο (Τραπεζούντα).

Οι σχετικές ειδήσεις των εφημερίδων της Οδησσού δεν είναι πάντα βάσιμες· υπάρχουν και αγγελίες θιάσων οι οποίοι επρόκειτο να έρθουν, ενώ δεν ήρθαν ποτέ: π. χ. τον Οκτώβριο του 1907 αναγγέλλεται ο ερχομός του “Θιάσου Αθηνών” (“θίασος δραμάτων και κωμειδυλλίων”) με αρχηγό τον Ν. Καρδοβίλλη. Ο συγκεκριμένος θίασος βρίσκεται ήδη στη Σμύρνη, όμως δεν φαίνεται να έχει πραγματοποιήσει ποτέ το σχέδιό του να έρθει στην Οδησσό. Αντίθετα ο θίασος “Ευριπίδης” που αναγγέλλεται επίσης (“συμπληρώσας εν Ανατολή το προσωπικόν των ηθοποιών του, διά της προσλήψεως εγκρίτων υποκριτριών και αοιδών, των κυριών Αναστασίας Χρηστοφορίδου και Εριφίλης Zαφειροπούλου, αμφοτέρων γνωστοτάτων εν Ελλάδι και Τουρκία διά το καλλιτεχνικόν αυτών τάλαντον, προυτίθεται να έλθη εκ νέου κατ’ αυτάς ενταύθα, οπόθεν μετά σειρά παραστάσεων, θα μεταβή εις τας κυριωτέρας πόλεις της Ρωσσίας, ένθα υπάρχουσιν ελληνικοί πληθυσμοί”)[7] πράγματι θα έρθει. Τα δρομολόγια αυτά είναι γνωστά από τον 19ο αιώνα: το 1869 ο θίασος του Δημοσθένη Αλεξιάδη και της Πιπίνας Βονασέρα δίνουν παραστάσεις στη Βερδιάνσκα και στο Τάγκανρογκ της Αζοφικής, ερχόμενος από την Κωνσταντινούπολη με πιθανή στάση στην Οδησσό, δύο χρόνια αργότερα ο ίδιος θίασος δίνει παραστάσεις και στο Γέισκ (Ejsk)[8]. Το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, 1907, έρχεται και η “Νέα Σκηνή” του Χρηστομάνου και θα φύγει για το “Ροστόβιον” (RostovnaDonu)[9].

Η συχνότητα, με την οποία αναφέρεται ο “Ευριπίδης” του Μιχαήλ Δανιήλ τεκμηριώνει κάποια “ειδίκευση” του θιάσου αυτού στον ευρύτερο χώρο. Για τον χειμώνα του 1907/08, στην εφημερίδα “Κόσμος” της Οδησσού αναφέρεται ότι επέστρεψε από το Kerč της Κριμαίας στη Γιάλτα, και από εκεί θα μεταβεί στo Sebastopol και το Symferopol στο εσωτερικό της χερσονήσου, πριν καταλήξει στην Οδησσό· πραγματοποιεί δηλ. συστηματική περιοδεία στις ελληνικές κοινότητες της Κριμαίας. Και από τη Γιάλτα στέλνει ευχαριστήρια επιστολή προς δημοσίευση στην εφημερίδα, όπου τονίζει πως έχει το «ευάρεστον καθήκον» να ευχαριστήσει «το ομογενές κοινόν της πόλεως Υάλτας διά την γενναίαν υποστήριξην» («Κόσμος», αρ. 172, 30 Ιανουαρίου 1908, παράρτημα αρ. 10). Τέτοιες επιστολές είναι αρκετά συχνές και δεν είναι μόνο δείγματα υψηλής φιλοφροσύνης ή πραγματικής οικονομικής επιτυχίας, αλλά λειτουργούν και ως ρεκλάμα για τον θίασο. Στις 19 Μαρτίου 1908 η ίδια εφημερίδα αναφέρει, πως «ο θίασος ‘Ευριπίδης’, περατώσας οριστικώς την σειράν των παραστάσεών του, απήλθε χθες εις Κισνόβιον, όπως διδάξη και τέρψη και τους εν τη πόλει ταύτη Έλληνας διά δραμάτων εθνικήν εχόντων την υπόθεση». Αναγγέλλεται για τις 23 Μαρτίου η «Γκόλφω». Το ταξίδι από την Οδησσό για το Chișinău δεν είναι πια τόσο απλό, γιατί πρέπει να γίνει εν μέρει διά ξηράς, και θα κρατήσει 2-3 μέρεςς (18 Μαρτίου τελευταία παράσταση στη Οδησσό, 23 Μαρτίου η πρώτη στην πρωτεύουσα της Μολδαβίας). Εκεί θα δοθούν δύο παραστάσεις (η δεύτερη στις 25 Μαρτίου). Στην πόλη αυτή δεν πηγαίνουν συχνά οι θίασοι· το επισημαίνει ρητά η εφημερίδα: “Η ερχομένη τοις Έλλησι του Κισνοβίου ευκαιρία είνε εκ των σπανιωτάτων, δι’ ό και εσμέν εκ των προτέρων βέβαιοι, ότι ουδείς θα λείψη εκ της ελληνικής ταύτης θεατρικής εσπερίδος και ότι πάντες συν γυναιξί και τέκνοις θα συρρεύσωσιν εις το θέατρον, ίνα ίδωσι ζώσας σκηνάς του πατροπαραδότου ημών εθνικού βίου” (“Κόσμος”, αρ. 190, 19 Μαρτίου 1908, παράρτημα αρ. 13). Τελικά ο θίασος θα μείνει περισσότερο στην πόλη, όπου σχεδιάστηκε το κίνημα του Υψηλάντη, γιατί φύλλο του “Κόσμου” από τις 28 Μαρτίου 1908 αναφέρει, πως ο θίασος θα δώσει στις 30 Μαρτίου την τελευταία του παράσταση (στην αίθουσα Μισκέβιτς του “Πολωνικού Θεάτρου”) με την “Γαλάτεια” και την κωμωδία “Οι Καρβουνιάρηδες” (“Κόσμος”, αρ. 193, 28 Μαρτίου 1908, παράρτημα αρ. 16).

Το καλοκαίρι του επόμενου έτους τον βρίσκουμε πάλι στην περιοχή: ήδη από τον Μάιο αναφέρεται στην εφημερίδα “Φως” πως “εν Ροστοβίω ευρισκόμενος” θα παίξει στην Οδησσό και θα φύγει για “Ταϊγάνιον” (Taganrok)[10]. Η σειρά αυτή μάλλον δεν είναι σωστή, γιατί το Τaganrok βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο Rostovna Donu, στις εκβολές του Don στην Αζοφική Θάλασσα. Εκείνο το καλοκαίρι διασταυρώνεται με τον “Συνεταιρικό θίασο” της Πολυξένης Παυλάτου, η οποία τον Ιούλιο του 1909 έρχεται στην Οδησσό “εκ του εσωτερικού της Ρωσσίας”[11], και το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς ο θίασος του Μιχαήλ Δανιήλ επισκέπτεται ξανά την πόλη “εκ Καυκάσου προερχόμενος”[12]. Για τον θίασο της Παυλάτου υπάρχουν και ακριβέστερες πληροφορίες: ανταπόκριση στον “Κόσμο” από τις 24 Ιουνίου 1909 από τη Γιάλτα αναφέρεται πατριωτική παράσταση “Πασάς”, που συνδυάζεται μάλιστα με την επικαιρότητα, τα γεγονότα της νεοτουρκικής επανάστασης. “Εκ των ηθοποιών η κυρία Πολυξένη Παυλάτου, πρωταγωνιστούσα εν τω θιάσω, διακρίνεται διά τους λεπτούς τρόπους αναπαριστώσα διά της ωραίας απαγγελίας όλως φυσικά τα δραματικώτερα μέρη εν πλήρει εκφράσει και ζωηρότητι και παρουσιαζομένη εν παντί καλλιτέχνις άρτιος αξία συγχαρητηρίων” (“Κόσμος”, 24 Ιουνίου 1909). Μετά το έργο παίχθηκαν δύο κωμωδίες και αναγγέλλεται και ο “Παύλος Μελάς”. Ο ανταποκριτής βρίσκει και ελαφρυντικά για την προφανώς μέτρια εμφάνιση του θιάσου: “Βεβαίως δεν είναι δυνατόν να απαιτήση τις πλείονα ή όσα είνε δυνατά παρ’ ανθρώπων ηναγκασμένων να διεξάγωσι το έργον των εν μέσω ποικίλων και πολλαπλών προσκομμάτων, πάντη όμως η αποστολή του ελληνικού θεάτρου είναι μεγάλη και υψηλή, τουθ’ όπερ δεν βλέπομεν να μη δείκνυται ότι κατανοείται παρά των εν Ρωσσία Ελλήνων ους άπαξ ή δις του έτους επισκέπτονται θίασοι. Από τοιαύτης δε απόψεως λίαν αξιέπαινος είνε η ομογενής Κοινότης Υάλτας σπεύσασα να προσφέρη την υποστήριξίν της εις τους πτωχούς εργάτας της ελληνικής σκηνής, ν’ απολαύση δε εν ταυτώ τερπνής διασκεδάσεως”. Αυτή η επιχειρηματολογία είναι σχεδόν στερεότυπη στις σχετικές αναφορές του Τύπου. Τα σχέδια του θιάσου είναι να επισκεφθεί και άλλες πόλεις της Κριμαίας, για να έρθει ύστερα στην Οδησσό και να φύγει από κει “εις Ρωμουνίαν και Αίγυπτον”.
Αλλά και για τον Μιχαήλ Δανιήλ υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες: αρχές του Δεκεμβρίου 1909 “απέρχεται ανά τον Καύκασον, όπως δώση αυτόθι παραστάσεις, υποβοηθών το έργον των Κοινοτήτων κατά τας επικειμένας εορτάς και ενθαρρύνων τους ερασιτέχνας διά τας παραστάσεις, άστινας κατά την εποχήν ταύτην υπέρ των Κοινοτικών καθιδρυμάτων δίδουσιν. Ο κ. Μ. Δανιήλ αφωσιώθη εις τους εν Ρωσσία Έλληνας, ους επί έτη εξυπηρετεί και ευελπιστούμεν, ότι το ομογενές Κοινόν θα εκτιμήση τους μόχθους και τας διαθέσεις αυτού, χορηγούν αυτώ και αύθις την πολύτιμον υποστήριξιν, ης ουδέποτε εστερήθη και δ’ ην εκφράζει και δημοσία την βαθυτάτην αυτού ευγνωμοσύνην” (“Κόσμος” αρ. 396, 2 Δεκεμβρίου 1909, παράρτημα αρ. 19). Την ίδια εποχή φεύγει και ο θίασος του Β. Αργυρόπουλου από την Οδησσό για το γεωργιανό Batumi, ευχαριστεί το κοινό του και αναγγέλλει πως εκεί θα παίξει και τον “Οιδίποδα Τύραννο” του Σοφοκλή και βυζαντινή τραγωδία “Η τελευταία πριγκήπισσα της Τραπεζούντος” ((“Κόσμος” αρ. 396, 2 Δεκεμβρίου 1909, παράρτημα αρ. 19). Η γεωργιανή “αγορά” έχει ανακαλυφθεί και από άλλους θιάσους: στις 7 Μαρτίου 1910 η Ελένη Απέργη, πρωταγωνίστρια στο θίασο του Α. Απέργη, στέλνει ευχαριστήρια επιστολή για να εκφράσει την ευγνωμοσύνη της “προς το φιλογενές και φιλόμουσον Κοινόν των πόλεων Βατούμ και Νοβορωσσίσκη, διά την θερμήν υποδοχήν και την ευγενή ενθάρρυνσιν, ως έτυχον παρ’ αυτοίς, επ’ ευκαιρία των παραστάσεων ας εδώσαμεν εις τας δύο ανωτέρω πόλεις” (“Κόσμος” αρ. 426, 7 Μαρτίου 1910, παράρτημα αρ. 22).

Η λειτουργία αυτών των ανοιχτών επιστολών είναι, όπως είπαμε, και τμήμα μιας προπαγανδιστικής και διαφημιστικής στρατηγικής των θιάσων. Τον χειμώνα 1909/10 εμφανίζονται και άλλοι “παίκτες” στην αγορά της Μαύρης Θάλασσας, πολύ πιο δυνατοί και γνωστοί: ο θίασος της Ευαγγελίας Παρασκευοπούλου, η οποία θα παίξει τη “Φαύστα” και τον “Άμλετ” με την ίδια στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, προκαλώντας παραληρήματα ενθουσιασμού, και που στα τέλη Ιανουαρίου του 1910 θα φύγει από την Οδησσό στην Αζοφική, για Ροστόβι και Taganrok[13], για να επιστρέψει πάλι στην Οδησσό, όπου λόγω οικονομικών διαφορών της με τον θιασάρχη παρά λίγο να χρεοκοπήσει[14]. Σ’ αυτόν τον ισχυρό ανταγωνισμό ο Μιχαήλ Δανιήλ δεν μπόρεσε να σταθεί, και από ευχαριστήρια επιστολή της 8 Απριλίου 1910 μαθαίνουμε, πως τον χειμώνα πέρασε στο εσωτερικό της Γεωργίας (αναφέρονται οι πόλεις Καρς, Čiatura ανατολικά από το Kutaisi και Božomi ανάμεσα στο Kutaisi και την Τιφλίδα), όπου συνεργάστηκε για τουλάχιστον τρεις μήνες με ερασιτέχνες. Η επιστολή αυτή είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, γιατί δίνει έμμεσα την εικόνα της δεινής θέσης στην οποία έχει περιέλθει: “Απερχόμενος εις το εξωτερικόν δεν δύναμαι παρά και δημοσίως να εκφράσω τας απείρους ευχαριστίας μου, διά την επί τρεις περίπου μήνας ανά τον Καύκασον γενομένην μοι υποστήριξιν παρά των πολυπληθών ομογενών μας, ιδίως δε εις Καρς ευχαριστώ εγκαρδίως τον φιλόπατριν πρόεδρον της αυτόθι Κοινότητος κ. Παύλον Μαράτζωφ ως και τους λοιπούς ερασιτέχνας. Επίσης εν Βορζόμ τον ακραιφνή πατριώτην κ. Παυλίδην (ή Βλάχαν), τον κ. Μιχαηλίδην, πρόεδρον της Κοινότητος και τον φιλόπατριν και αισθηματίαν Παναγιωτίδη και τους αδελφούς Αρμενίους και λοιπούς ομογενείς. Επίσης και εν Τσατούρα τους αδελφούς Παυλίδη, Γ. Σεβαστόπουλο και λοιπούς ευγενείς και φιλοπάτριδας ερασιτέχνας. Εν γένει απερχόμενος ευχαριστώ γενικώς πάντας τους ομογενείς οίτινες ενθέρμως με υποστήριξαν” (“Κόσμος”, αρ. 436, 8 Απριλίου 1910, παράρτημα αρ. 23). Για να αποφύγει τις “καλές αγορές”, που βρίσκονται στις παραλίες και στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, όπου λόγω του ανταγωνισμού με καλύτερα και πιο γνωστά σχήματα δεν μπορεί να σταθεί, αποσύρθηκε στις ελληνικές κοινότητες στα βουνά του Αντικαυκάσου και στο εσωτερικό της Γεωργίας για μια άτυπη σύμπραξη με τους εκεί ερασιτέχνες των ελληνικών συλλόγων (βλ. παραπάνω), απλώς και μόνο για να επιβιώσει, μια τακτική απόσυρσης σε “μικρότερες” αγορές, όπου δεν αναμένεται να αντιμετωπίσει καθόλου αντιπάλους.
Στο μεταξύ, τα θλιβερά γεγονότα στις αρχές του Φεβρουαρίου 1910 με το θίασο στον οποίο πρωταγωνιστεί η Παρασκευοπούλου, όταν ολοένα παρατάθηκαν οι ευεργετικές, προκειμένου τελικά να καταφέρουν να αναχωρήσουν οι ηθοποιοί[15], εκμεταλλεύεται έξυπνα ο Αναστάσιος Απέργης (θίασος “Αριστοφάνης”), στέλνοντας στις 7 Μαρτίου 1910, ένα μήνα μετά τα γεγονότα της χρεοκοπίας του προηγούμενου θιάσου, μια επιστολή, που συνδυάζει τη διαφήμιση με τη δυσφήμιση των ανταγωνιστών του και προτείνει, για να ξανακερδίσει τη συμπάθεια του κοινού, δοκιμαστικές παραστάσεις· εδώ η τακτική της έγκαιρης και εκ των προτέρων προετοιμασίας του εδάφους έχει εξελιχθεί ακόμα περισσότερο. Η επιστολή έχει ως εξής: “Κύριε Διευθυντά του ‘Φωτός’, / Μετά καλλιτεχνικήν περιοδείαν ανά τα ελληνικά κέντρα της παρά τον Πόντον Μικράς Ασίας και της Ρωσσίας ο υπό την διεύθυνσίν μου ελληνικός δραματικός θίασος ‘Αριστοφάνης’ έφθασεν εις Οδησσόν επί τη ελπίδι ότι θα ηδύνατο και εν τη πόλει ταύτη να δώση σειρά παραστάσεων. Αλλ’ οι προ ημών διελθόντες δι’ Οδησσού θίασοι, διά λόγους ούς υμείς γνωρίζετε ημών κάλλιον, κατέστρεψαν το έδαφος εις βαθμόν τοιούτον, ώστε ουδείς Έλλην καλλιτέχνης να τολμά πλέον ν’ αποταθή καν προς τους ομογενείς, προσκαλών αυτούς εις το ελληνικόν θέατρον. Ευτυχώς όμως η υποδοχή, ην και εν Μικρά Ασία και εν τη λοιπή Ρωσσία εύρομεν, ην δε οφείλομεν εις τον άρτιον θίασον ημών και την εκλογήν των δραμάτων άτινα εδιδάξαμεν, μοι δίδει το θάρρος ίνα παρακαλέσω θερμώς την φιλόμουσον ελληνικήν κοινωνίαν της Οδησσού, ίνα τιμήση διά της παρουσίας του την πρώτη ημών παράστασιν, πέποιθα δε και εγώ και οι συνάδελφοί μου ότι θα κατορθώσωμεν να διαθέσωμεν και πάλιν ευμενώς αυτήν προς την ελληνικήν καλλιτεχνίαν. / Δέξασθε, κτλ. / Ο θιασάρχης του Ελληνικού Δραματικού / Θιάσου “Αριστοφάνης” / Α. Απέργης” (“Φως”, αρ. 44, 7 Μαρτίου 1910, σελ. 3, παράρτημα αρ. 26). Αυτή η επιστολή συνοδεύεται από άλλη ευχαριστήρια επιστολή της κόρης του, Ελένης Απέργη, πρωταγωνίστριας του θιάσου, που δημοσιεύεται ακριβώς την ίδια μέρα στην άλλη ελληνική εφημερίδα της Οδησσού: “Θεωρώ καθήκον μου επιβαλλόμενον να εκφράσω και δημοσία τας ευχαριστίας και την ευγνωμοσύνην μου, προς το φιλογενές και φιλόμουσον Κοινόν των πόλεων Βατούμ και Νοβορρωσίσκης, διά την θερμήν υποδοχήν και την ευγενή ενθάρρυνσιν, ως έτυχον παρ’ αυτοίς, επ’ ευκαιρία των παραστάσεων, ας εδώσαμεν εις τας δύο ανωτέρω πόλεις. Τους ευχαριστώ και πάλι απείρως. Ελένη Απέργη, Πρωταγωνίστρια του Θιάσου” (“Κόσμος”, 7 Μαρτίου 1910, σελ. 3, παράρτημα αρ. 27). Πρόκειται λοιπόν για μια πλέον συντονισμένη διαφημιστική εκστρατεία, που ρίχνει χαρακτηριστικό φως στον αυξανόμενο ανταγωνισμό στη θεατρική “αγορά” του Ευξείνιου Πόντου[16].

Ο “Αριστοφάνης” θα μείνει αρκετό καιρό στην Οδησσό, τέλη Οκτωβρίου 1910 φεύγει: “Μετά την συμπλήρωσιν των παραστάσεών του ο θίασος θα εκδράμη εις την Νότιον Ρωσσίαν, επισκεπτόμενος Ταϊγάνιον, Ροστόβιον, Αικατερινοδάρ, Νοβορωσσίσκην και άλλας ελληνικάς κοινότητας, παρ’ αις αναμένεται ανυπομόνως”[17]. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι συντάκτες των εφημερίδων υποστηρίζουν με τη γραφίδα τους τους Έλληνες ηθοποιούς, παρέχοντας τη σχετική διαφήμιση και προτρέποντας τον κόσμο της παροικίας να πηγαίνει στις παραστάσεις και να στηρίξει έμπρακτα τους θιάσους. Η γενική εικόνα είναι, παρά το γεγονός ότι οι σχετικές αποσπασματικές πληροφορίες είναι περίπου αδύνατον να επιβεβαιωθούν και να διασταυρωθούν, πως πρόκειται για δρομολόγια σταθερά και σχεδόν παραδοσιακά, τα οποία ακολουθούν βέβαια τα εμπορικά θαλασσινά δρομολόγια στον Εύξεινο Πόντο και την Αζοφική, και ότι, παρά τους κινδύνους, την ταλαιπωρία και τις χειμερινές μετακινήσεις στην γνωστή για τις θύελλες της Μαύρη Θάλασσα, πρόκειται για μια επιχείρηση που στηρίζεται σε μιαν καθιερωμένη “αγορά” και υπολογίζει σε συγκεκριμένες προσδοκίες, ποντάροντας στη νοσταλγία των μελών των ελληνικών παροικιών ν’ ακούσουν θεατρική παράσταση στη μητρική τους γλώσσα και αποβλέποντας στην ανταμοιβή για την “πατριωτική αποστολή” που εκτελούν. Οι θαλασσινές μετακινήσεις είναι τακτικές και τα περισσότερα πλοία είναι σε χέρια Ελλήνων, που κυριαρχούν στο εμπόριο στην περιοχή. Ωστόσο το ρίσκο παρέμενε πάντα μεγάλο, και η ανταπόκριση του ελληνικού “δημοσίου” δεν ήταν πάντα ανάλογη ή και η αναμενόμενη, με αποτέλεσμα συχνά να χρειάζεται να παραταθεί η διαμονή ενός θιάσου στην πόλη και να δοθούν “ευεργετικές” και “οριστικά τελευταίες” παραστάσεις, προκειμένου να συγκεντρωθούν τα χρήματα για την αναχώρηση. Οι εφημερίδες είναι γεμάτες από εκκλήσεις προς τις ελληνικές κοινότητες να στηρίξουν τους ηθοποιούς. Με το ξέσπασμα των βαλκανικών πολέμων, αυτή η τακτική μετακίνηση των επαγγελματικών θιάσων στον παρευξείνιο χώρο φαίνεται πως διακόπτεται οριστικά.
Γ΄
Μένει να αναφερθούμε εν συντομία στο ρεπερτόριο και τη γλώσσα τόσο των ερασιτεχνικών όσο και των επαγγελματικών παραστάσεων. Εξαιτίας του ιδεολογικού πλαισίου της θεατρικής δραστηριότητας των κοινοτήτων, κυριαρχεί θεματολογικά το πατριωτικό δράμα και το κωμειδύλλιο και δραματικό ειδύλλιο, αλλά οι επαγγελματικοί θίασοι μεταφέρουν και το ρεπερτόριο του “μπουλουκιών” από τον ελλαδικό και μεσογειακό χώρο στη Μαύρη Θάλασσα: γαλλικό βουλεβάρτο, κωμικά μονόπρακτα, έργα υψηλής ποίησης και σημαντικών απαιτήσεων, όπως η “Γαλάτεια” και η “Φαύστα”, αλλά και έργα του μοντερνισμού του “Θεάτρου των ιδεών”, όπως τα πρώτα δράματα του Σπύρου Μελά και του Παύλου Νιρβάνα. Αυτό προϋποθέτει τη γλωσσική εξοικείωση στην απαγγελία και τον προφορικό λόγο της σκηνής με ένα μεγάλο υφολογικό εύρος των ελληνικών, μια μικτή κατάσταση χαρακτηριστική για το πρακτικό θέατρο στη μεταβατική αυτή εποχή ανάμεσα στην σταδιακή επικράτηση των διάφορων εκδοχών της δημοτικής επάνω στην αρχαιόγλωσση δραματουργία, η οποία εξακολουθεί να παίζεται (όπως η πολυπαιγμένη “Γαλάτεια” έως το 1925): από τον υπεραρχαΐζοντα πεζό λόγο της “Γαλάτειας” και την βυζαντινότροπη έμμετρη ποίηση της “Φαύστας” ως την κοινή δημοτική των κωμειδυλλίων και τη στιχουργία των δραματικών ειδυλλίων, από τα διάφορα διαλεκτικά στοιχεία που ενυπάρχουν σε κωμωδίες όπως ο “Φιάκας” έως τα έργα γραμμένα ολόκληρα σε ποντιακή διάλεκτο, τα οποία εμφανίζονται πιο ομαδικά μετά το 1910. Αυτή η υφολογικά μικτή κατάσταση απαιτούσε μεγάλη προσαρμοστικότητα εκ μέρους των εκτελεστών μιας παράστασης, ερασιτεχνών ή επαγγελματιών.

Η μεγαλύτερη έκπληξη βέβαια είναι η έντονη και πολύ γρήγορη πρόσληψη των πρώτων δραματικών έργων του Σπύρου Μελά: “Ο υιός του ίσκιου”, που παίχτηκε και εκδόθηκε το 1907 στην Αθήνα για πρώτη φορά, τεκμηριώνεται το 1913 στο Batumi και το Abinsk, το 1919 στο Novorossijsk, το δεύτερο έργο του, «Το κόκκινο πουκάμισο» (Αθήνα 1908) αναφέρεται το 1913 στο Abinsk, το 1915 στην Τιφλίδα και το 1919 στο Novorossijsk, το τρίτο έργο του, «Το χαλασμένο σπίτι» (Αθήνα 1909) το 1919 στο Novorossijsk, το τέταρτο, «Το άσπρο και το μαύρο» (Αθήνα 1913), επίσης στο Novorossijsk το 1919, καθώς και το πέμπτο, «Μία νύχτα μία ζωή», που εκδίδεται στην Αθήνα μόλις το 1924, παίζεται στο λιμάνι του Novorossijsk ήδη το 1919[18]. Το ότι σ’ αυτό το λιμάνι του Καυκάσου είχαν το χειρόγραφο του έργου, που ήταν να ανεβάσει η Κυβέλη, αλλά τελικά σταμάτησαν οι πρόβες, απαιτεί κάποια εξήγηση: ίσως υπήρχαν κάποιες προσωπικές σχέσεις εκείνου του ηθοποιού εξ Αθηνών που βοήθησε τους ερασιτέχνες να ανεβάσουν τα έργα του[19]. Δίπλα στον Μελά τεκμηριώνεται όμως και μια παράσταση του «Αρχιτέκτονα Μάρθα» του Παύλου Νιρβάνα στο γεωργιανό Batumi το 1916 (το έργο παίχθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα το 1907)[20].

Με τη ραγδαία αύξηση των προσφύγων από τον μικρασιατικό Πόντο, οι παραστάσεις έργων με ποντιακό θέμα ή σε ποντιακή διάλεκτο πληθαίνουν, και στο βαθμό που η συζήτηση για ένα ξεχωριστό ανεξάρτητο ποντιακό κράτος εντείνονται. Αλλά το δράμα των προσφύγων απλώς θα επαναληφθεί, και μάλιστα δύο φορές: τον Ιανουάριο του 1919 η Ελλάδα συμμετέχει στη γαλλική εκστρατεία στη νότια Ρωσία για να αναχαιτίσει την προέλαση των Μπολσεβίκων, με περίπου 23.000 στρατιώτες που έγιναν δεκτοί με ενθουσιασμό από τις ελληνικές κοινότητες[21]· αλλά σύντομα ο στρατός μεταφέρεται στο μικρασιατικό μέτωπο και οι ελληνικοί πληθυσμοί της ευρύτερης περιοχής της νότιας Ρωσίας, από τον φόβο της εκδίκησης του Κόκκινου Στρατού, προσφεύγουν στον μικρασιατικό Πόντο[22], όπου τους βρίσκει δύο χρόνια αργότερα η Μικρασιατική Καταστροφή.

(από το βιβλιο Ελληνικό Θέατρο στην Οδησσό 1814-1914, Αθήνα 2013)
(σκεφτείτε τι γίνεται σήμερα στις περιοχές αυτές)
