Η ποιητική συλλογή Εν παρενθέσει δημοσιεύτηκε το 1991 από τις εκδόσεις Γκόνη σε ελάχιστα αντίτυπα, όταν ο Παναγιώτης Ροϊλός ήταν ακόμα φοιτητής στο Φιλολογικό του ΕΚΠΑ, πριν ανοίξει τα φτερά του σε υπερατλαντικές πτήσεις (το δεύτερο ποίημα από τα δυo που προστέθηκαν στη δεύτερη έκδοση και χρονολογούνται στο 1992 γράφεται ήδη στο Cambridge Massachusetts), και επανεκδίδεται 34 χρόνια αργότερα από τον ίδιο εκδοτικό οίκο με εκείνη την προσθήκη που μόλις ανέφερα: στα 38 ποιήματα προστίθενται και άλλα δύο. Τους λόγους αυτής της δεύτερης έκδοσης σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα εξηγεί ο ίδιος ο ποιητής και καθηγητής του Harvard στην έδρα Γιώργος Σεφέρης, σε επιλογικό του σημείωμα τον Μάιο του 2025 στο Ναύπλιο, στο οποίο σας παραπέμπω σ’ αυτό το σημείο. Πρέπει να είναι ένα είδος αντάμωσης με τον εαυτό του, κάτι σαν εργαλείο βιογραφικής αυτογνωσίας. Για τον εκδοτικό οίκο σημαίνει μια εκδοτική επιτυχία, γιατί το 1991 ήταν ακόμα τολμηρό εγχείρημα, να εκδώσει έστω σε μικρό tirage τα ποιήματα ενός φοιτητή της Φιλολογίας. Για εμάς, τους πνευματικούς συνοδοιπόρους του (στο ΕΚΠΑ ήμουν για κάποιο χρονικό διάστημα και καθηγητής του) είναι μια ευκαιρία να εντοπίσουμε ομοιότητες και διαφορές με την μετέπειτα ποιητική του παραγωγή έως σήμερα, την οποία δεν την έχει ακόμα εκδώσει (“είχα επιλέξει να τα αποθέσω στο ασφαλές ταμείο της σιωπής”, όπως γράφει), αλλά φρονώ πως δε θα αργήσει και πολύ να τα δώσει κι αυτά στο φως της δημοσιότητας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο.
Ορισμένα υφολογικά στοιχεία του λόγου του εντoπίζονται όμως και στο επιστημονικό του γράψιμο: π. χ. η προσεγμένη επιλογή του λεξιλογίου και η αγάπη του για νεολογισμούς, που εισάγει με επιτυχία και στη συζήτηση για ειδικά ή και γενικότερα πολιτισμικά θέματα, όπως τον «νεομεσαιωνικό μετακαπιταλισμό», που χαρακτηρίζει αυτή την αχαρακτήριστη εποχή μας. Αλλά για τα υφολογικά μέσα, αργότερα.
Ορμώμενος από την αετοφωλιά της Αρκαδίας, την ορεινή Στεμνίτσα, έχει τη φύση σε όλες τις εκφάνσεις της σχεδόν πάντα παρούσα στη συλλογή αυτή, οπότε η οντολογική αμφισβήτηση της ύπαρξης, κατά το ρητό του Octavio Paz («Ξέρω πως βρίσκομαι ζωντανός ανάμεσα σε δύο παρενθέσεις»), ρητό που φιγουράρει ως motto όλου του τομιδίου και επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις ως μεταφορά για τη μειωμένη αυθεντικότητα της ανθρώπινης υπόστασης ως έλλογης και συνειδητής οντότητας στον κόσμο, ξεκινά από και κινείται πάντα σε ένα σταθερό πλαίσιο, το οποίο το δίνει η ίδια η φύση.
Mέσα στη δροσιά της νιότης η εικονογραφία της φύσης δίνεται με σχετικά εύληπτους εκφραστικούς συνειρμούς, κινείται όμως και σε ένα άλλο σχετικά σταθερό, φιλοσοφικό πεδίο οντολογικού προβληματισμού: Ηράκλειτος (το δεύτερο μέρος του γνωστού αποσπάσματος 52 για το παιδί που παίζει, παιδός η βασιλίη, επαναλαμβάνεται κάμποσες φορές στο ποίημα Το χειρόγραφο του Αυγούστου)· μετά τους Προσωκρατικούς κάπως αναμενόμενη είναι η αναφορά στον Νίτσε (Η μοναξια έχει εφτά δέρματα ως motto στο ποίημα Μυστική παρουσία). Αργότερα θα προστεθούν και ο Hölderlin και ο Heidegger, καθώς και πολλοί άλλοι.
Αυτό το ποίημα, που μόλις ανέφερα, έχει πολύ ενδιαφέρον, από πολλές απόψεις, ακόμα και από φιλοσοφική. Ας το δούμε από κοντά:
Μυστική παρουσία
Όταν οι άνθρωποι λείπουν / μας συντρέχει μια μυστική παρουσία / από κει που δεν φτάνει ο ανθρώπινος νους / αλλά η αφή μας γνωρίζει τόσο καλά / όπως την σταθερότητα της πέτρας / την ροή ενός αέρα / ή την ανατριχίλα του παλμού γαμήλιων ψιθύρων / που ανταλλάσσουν στο κοχύλι του ουρανού / αστέρια και νύχτα. / Όταν τα εφτά δέρματα της μοναξιάς μου / καταισχύνουν το οξύ της πιο λάγνας ματιάς σου / πάντα εγώ γεωμετρώ την περιφέρεια / των υπερπόντιων κτημάτων μου. / Όταν οι άνθρωποι λείπουν / εμείς απουσιάζουμε.
Με αυτόν τον έπαινο και την αποθέωση της μοναχικότητας (όχι απλώς της μοναξιάς, υπάρχει διαφορά), γίνεται μια έμμεση αναφορά στην ψυχανάλυση του C. G. Jung αλλά ιδιαιτέρως στον Immanuel Kant, ο οποίος στην Κριτική του πρακτικού λόγου (εννοεί του εφαρμοσμένου λόγου, την δεύτερη από τις τρεις κριτικές που έχει μείνει στη σκιά της Kritik der reinen Vernunft, του ορθού λόγου, ή καθαρού λόγου – όπου με την ελληνική απόδοση του τίτλου εννοείται η νόηση καθαυτή), εκθειάζει τη μοναχικότητα ως αναφαίρετη προϋπόθεση του βαθύτερου στοχασμού, μέσα στην οποία το εγώ ξεχνά τον εαυτό του και επικοινωνεί νοερά κι άμεσα με όλον τον κόσμο. Αυτό ισχύει φυσικά και για τους επιστήμονες των ανθρωπιστικών σπουδών. Μια στάση που κρατούσε ο Παναγιώτης σε όλη τη ζωή του.
Στοχασμός, λοιπόν, και φύση. Η θέασή της και το φευγαλέο της στιγμής, η μοναδικότητά της· εποχές του χρόνου και της ημέρας, κυρίως άνοιξη, καλοκαίρι, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, φεγγάρι, άστρα, ζώδια, νύχτα, μουσική, η αγάπη, ποίηση ονειρική, το μοτίβο του κοχυλιού· πλούσιο λεξιλόγιο, συνειρμικότητα τολμηρή αλλά ελεγχόμενη, μερικές φορές έντονη ρυθμικότητα, μια αγάπη για τη μικρή φόρμα, μια αγάπη για λογοπαίγνια και νεολογισμούς, όπως ηχηλατώ, κοχυληχεί, αστρόδεσμος. Η εμβέλεια της συνειρμικότητας ποικίλλει, μερικές φορές υπάρχει και τελετουργικότητα, μια ρυθμική επανάληψη. Ένα παράδειγμα:
Νύχτα, Παραλλαγή πρώτη: Νύχτα με αστέρια
Στις ρώγες των δακτύλων / μυρμηδίζει ένα κρασί / και μεθυσμένο αγριεύει ένα όνειρο / να δώσει μια / να σκίσει της νύχτας τη σιωπή / ν’ αφήσει μια φωνή να την ταράξει / να δώσει μια / να λύσει της Παρθένου τον αστρόδεσμο / και χίλια αστέρια ν’ αμποδέσουν το σκοτάδι / να δώσει μια / και να τινάξει απ’ τον Τοξότη έναν διάττοντα / να ’ρθει να σβήσει τον καημό του μες στο γλέντι / που άναψε και κόρωσε τα βέλη των δακτύλων.
Υπάρχουν ακόμα και λαογραφικά στοιχεία: το αμπόδεμα, ένα συμβολικό δέσιμο με μαγική αποτελεσματικότητα, που κάνει τον άντρα ανίκανο να πράξει τα του έρωτα.
Άλλες φορές κυριαρχεί μια ιμπρεσιονιστική ματιά, το βλέμμα του ζωγράφου, όπου η εικόνα παίρνει θυμικές και υπαρξιακές διαστάσεις.
Φθινόπωρο
Τώρα τον Σεπτέμβρη τα δέντρα στερεύουν·/ το φως κι οι ήχοι στερεύουν. / Κυλάει η σιωπή με τη ρευστότητα της ομίχλης / αλλάζοντας η ίδια πάντα όλα τα πρόσωπα του Πρωτέα. / Δεν ξέρεις από πού να πιαστείς / συλλαβίζεις μες στο σφουμάτο / τις αποστάσεις και τις μορφές των πραγμάτων / και το μόνο που βρίσκεις είν’ ένα βρεγμένο κουβάρι / που φέρνει ίσια στο περίγραμμα της ψυχής / όπως το όνειρο στο άλλο όνειρο / το σούρουπο στη νύχτα / το φθινόπωρο στο χειμώνα. / Παγώνεις.
Στα ποιήματα Το χωριό μου υπάρχουν ακόμα και τα τσακίσματα του δημοτικού τραγουδιού, ο διασκελισμός δηλαδή με την επανάληψη του δεύτερου ημιστίχιου στον επόμενο στίχο: …έλιωνε το καλάι κύλαε στάλα / στάλα απ’ το καμί- / απ’ το καμίνι τ’ ουρανού… Στο ποίημα Η Ελλάδα εμφανίζονται και αρχαϊσμοί: νυκτίπλαγκτος, θελξίμβροτος, ελελεύ. Μόνο ένα ποίημα ασχολείται με τη δυστοπία της πόλης, με μια χαρακτηριστική εμφατική επανάληψη και κλιμάκωση του «εδώ», όπου η ρυθμικότητα παίρνει έναν σχεδόν τελετουργικό χαρακτήρα.
Η συλλογή του 1991 τελειώνει με τη γνωσιολογική και οντολογική επίγνωση: Δεν μπορώ παρά να μιλάω με όνειρα (στην Επιστολή Β΄) και αφού είναι αλήθεια πως δεν μπορούμε / παρά να ζούμε με όνειρα (στο ποίημα Σιωπής έκφραση). Χαρακτηριστικά ακολουθεί το ποίημα Γνώση. Παρόμοιο είναι και το θέμα των τελευταίων ποιημάτων. Το δύο ποιήματα του 1992 από τη Σίκινο και το Cambridge Massachusetts, μιλούν για το φεγγάρι το πρώτο, και το δεύτερο για τα εντυπωσιακά χρωματισμένα φθινοπωρινά φύλλα στο Νέο Κόσμο, μέσα στο αίσθημα του νόστου και της απουσίας.
Ναι, η κρυφή υπεραξία της συλλογής βρίσκεται και στη μελλοντική σύγκριση με την ποίηση των επόμενων δεκαετιών, για να είναι προσβάσιμη η αρχή της λογοτεχνικής πορείας. Οι αρχές κρύβουν πάντα το όλο μιας δημιουργίας, και χωρίς τη γνώση τους το δέντρο της γνώσης δεν έχει ρίζες. Παρά ταύτα η συλλογή διαθέτει σημαντική αυταξία, αποκαλύπτει μια νεανική υπαρξιακή αναζήτηση, με έντονη εικονολογία, προσεγμένο λεξιλόγιο και υφολογικό εύρος με αρχαίες κι άλλες αναφορές, ευφάνταστη συνειρμικότητα, υπάρχουν όμως και χωρία με ακλόνητη εμπιστοσύνη στον απλό λόγο· ότι αντέχει το βάρος της σκέψης και είναι σε θέση να αποδίδει τη συνθετότητα αισθημάτων και στοχασμών και μόνο με το ετυμολογικό και σημασιολογικό του βάθος, με απέριττες διατυπώσεις με εκείνη την εγγενή συνθετότητα που εγγυάται η ιστορική διαδρομή του επιλεγμένου λεξιλογίου.
Συνοψίζοντας θα μπορούσε να πει κανείς πως πρόκειται για φιλοσοφίζουσα ποίηση με λογοτεχνικές αξιώσεις στην αναζήτηση και ψηλάφηση των οντολογικών δεδομένων· αισθήματα και σκέψεις διαπλέκονται σε εμβληματικές εικόνες, όπου ένας ευφυής νεαρός αναζητά τον εαυτό του, κι όσο δεν τον βρίσκει τον δημιουργεί μόνος του μέσα στη στοχαστική αναμέτρηση με τα οργανικά, πλανητικά και συμπαντικά δεδομένα που ανακαλύπτει, ζυγίζει και ενστερνίζεται στην έλλογη ταυτότητά του, γνωρίζοντας ότι το άγνωστο είναι και θα είναι πάντα πιο μεγάλο από το γνωστό· κι όσο η γνώση μεγαλώνει, τόσο και το άγνωστο ξεδιπλώνεται.
Εικόνες κι αντικατοπτρισμοί από την πορεία μιας νοητικής συνειδητοποίησης μέσα σ’ έναν πανάρχαιο οργανισμό, που είναι πατρίδα και εξορία ταυτόχρονα. Στιγμιότυπα μιας ευαίσθητης εσωτερικής διαδικασίας, που ζητά έκφραση μέσα σε μιαν ανώνυμη γλώσσα φορτωμένη με τις συλλογικές εμπειρίες πολλών γενεών και το πολιτισμικό βάρος χιλιετών. Μια σύνθεση με πολλές όψεις και διαστάσεις που αντικαθρεφτίζει έναν ανήσυχο νου και μιαν ευαίσθητη ψυχή μέσα στην εύθραυστη ισορροπία της μετεφηβικής προσγείωσης στα κοινωνικά και καθημερινά δεδομένα μιας όλο και πιο αφιλόξενης υφηλίου. Πρωτόκολλα του γίγνεσθαι και της συγκρότησης μιας προσωπικότητας που κινείται και δημιουργεί σε διάφορα επίπεδα, ανάλογα με την περιπλοκότητα του κόσμου που μας περιβάλλει και πλέον τον περιβάλλουμε.
Το επίμετρο είναι μια ώριμη και ζυγισμένη αντιμετώπιση της ιδιαιτερότητας του ποιητικού λόγου, ο οποίος δεν είναι πια απλώς επικοινωνιακό μέσο συνεννόησης αλλά ένα «μεταφυσικό» εργαλείο, με τον οποίο προσπαθούμε να αποσπάσουμε κομμάτια από το άρρητο, το άφατο και το άγνωστο.
(Ανακοίνωση στην εκδήλωση για την κυκλοφορία του βιβλίου Παναγιώτης Ροϊλός, Εν Παρενθέσει (+2), Αθήνα, εκδόσεις Γκόνη 2025, που θα γίνει στις 15 Ιανουαρίου 2026 στο Eυρωπαϊκό Κέντρο Δελφών, Φρυνίχου 9, Πλάκα).
