You are currently viewing Βάλτερ Πούχνερ: Παυλίνα Παμπούδη, Χάρτινη Ζωή. Μυθιστορία, (ένα ιδιωτικό χρονικό του 20ού αιώνα). Δεύτερη γραφή/αντιγραφή, με προσθήκες και αφαιρέσεις, Αθήνα, Ροές 2023 (α΄ έκδοση 2002) σελ. 384, εικόνες.

Βάλτερ Πούχνερ: Παυλίνα Παμπούδη, Χάρτινη Ζωή. Μυθιστορία, (ένα ιδιωτικό χρονικό του 20ού αιώνα). Δεύτερη γραφή/αντιγραφή, με προσθήκες και αφαιρέσεις, Αθήνα, Ροές 2023 (α΄ έκδοση 2002) σελ. 384, εικόνες.

Ένα γενεαλογικό δέντρο μιας οικογένειας με τον πρόγονο στην κορυφή μοιάζει με φυσιολογικό δέντρο, αν αφαιρέσουμε τον κορμό και τις ρίζες που οδηγούν πλέον στο μέλλον. Ή και με φιλολογικό στέμμα, όπου από το πρωτότυπο αρχικό χειρόγραφο, συχνά υποτιθέμενο, απορρέουν οι διάφορες ομάδες αντιγραφών και διασκευών του έργου, που καταλήγουν κάτω σε αυτά τα κείμενα που σώζονται σήμερα και θέτουν το πρόβλημα, ποια σχέση έχουν μεταξύ τους. Αντίθετα, το γενεαλογικό δέντρο ενός μεμονωμένου προσώπου μοιάζει με ανάποδο στέμμα ή και δέντρο με τις ρίζες στον ουρανό, με μια διπλή έννοια, αν το πρόσωπο αυτό, στο οποίο καταλήγουν όλα, είναι ο μοναδικός επιζών από αυτό τον κόσμο του παρελθόντος, που βρίσκεται πλέον σε μεταφυσική μεταρσίωση και υπάρχει μόνο στη μνήμη του συγγραφέα και στις τυχαίες και μοιραίες καταγραφές στο χαρτί.

Αυτή είναι και η περίπτωση του ανά χείρας πεζογραφικού συνθέματος, που δεν είναι αυτοβιογραφικό αφήγημα, αλλά εξιστόρηση της καταγωγής του συγγραφέα, από δύο οικογένειες, των οποίων το ιστορικό παρακολουθείται πίσω έως το 1900 και φτάνει έως το 2000 (και οι δύο στροφές του αιώνα, η αρχική και η τελική, που θα έπρεπε, κατά τις προφητείες, να είναι έτη «Συντέλειας του κόσμου», – ίσως και να ήταν, πλαισιώνοντας μια εκατονταετία τέτοιων καταστροφών που δεν έχει ξαναδεί η ανθρώπινη ιστορία – ένσταση: δεν έχει νόημα να συγκρίνεις τις καταστροφές, η καθεμία είναι μοναδική γι’ αυτούς που την υφίστανται…).

Ιστορία λοιπόν. Στη μικρή κλίμακα. Αλλά ο υπότιτλος του εξώφυλλου προειδοποιεί: μυθιστορία· που δεν είναι μόνο το μυθιστόρημα, όπως το θέλουν τα λεξικά, αλλά η αφήγηση πραγματικών ιστορικών γεγονότων μαζί με “μύθους”, που στην ελαφρύτερη εννοιολογική εκδοχή μπορεί να σημαίνουν κάτι το επινοημένο, το φαντασιακό, το μη τεκμηριώσιμο, το λογοτεχνικό. Αφήνω κατά μέρος τον προβληματισμό, πως όλη η ιστοριογραφία είναι αναγκαστικά και ιστόρηση, δηλαδή χρησιμοποιεί αφηγηματικές τεχνικές, που ανήκουν ουσιαστικά στον έντεχνο λόγο. Ή τον προβληματισμό της αναπόφευκτης υποκειμενικότητας στην ερμηνεία των γεγονότων. Ή το φιλοσοφικό ζήτημα, πως τα ιστορικά γεγονότα μόνο υποκειμενικά προσλαμβάνονται και μεταδίδονται στις προφορικές (αυτο)βιογραφίες, που τόσο ενδιαφέρουν τη σημερινή εθνολογία/λαογραφία. Όχι. Εδώ υπαινίσσεται προκαταβολικά, πως ανάμεσα στα ιστορικά γεγονότα των δύο οικογενειών, που τεκμηριώνονται αδιαμφισβήτητα με γραπτές μαρτυρίες (ντοκουμέντα και επίσημα έγγραφα), με προφορικές καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων και αφηγήσεις, με χειρόγραφα σημειώματα, λογαριασμούς, δικαστικά και υπηρεσιακά υπομνήματα, διαταγές κτλ.) παρεμβάλλονται και «διηγήματα», δραματοποιημένα επεισόδια από τη ζωή των εμπλεκομένων, που δεν έχουν άμεσες τεκμηριωτικές πηγές.

Να σημειωθεί παρεμπιπτόντως, πως τέτοιες αφηγηματικές ιστορικές συνθέσεις μεταξύ αδιαμφισβήτητης πραγματικότητας και φαντασιακών αναπαραστάσεων, μετά το millennium έγιναν παρά πολύ δημοφιλείς ως είδος και καλύπτουν σήμερα ένα ικανό μέρος όλης της αγοράς του λογοτεχνικού βιβλίου, είτε με φανταστικά πρόσωπα μέσα στο ιστορικό πλέγμα πραγματικών γεγονότων, είτε με ιστορικά υπαρκτά πρόσωπα και γεγονότα, που εμπλουτίζονται με ψυχολογικές και άλλες λεπτομέρειες και διαστάσεις από την ιδιωτική ζωή τους, στοιχεία που δεν έχουν πλέον καμία ή ελάχιστη μόνο πραγματολογική βάση. Οπότε, το πεζογραφικό σύνθεμα αυτό της Παυλίνας Παμπούδη (στη συνέχεια ΠΠ), που στην πρώτη του εκδοχή κυκλοφόρησε το 2002, πρέπει να θεωρηθεί, από την άποψη της ιστορικής φιλολογίας, έργο πρωτοποριακό στη σύλληψη και σύνθεσή του, με την παράθεση ατόφιων εγγράφων και αλληλογραφίας, χωρίς κεντρικό αφηγητή (τον παντογνώστη στις περισσότερες μορφές της αφηγηματολογίας), ένα περίτεχνο κέντημα αυθεντικών πηγών και λογοτεχνικής σύνδεσης, που θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια ακόμα λεπτομερέστερα.

Ιστορία λοιπόν. Βέβαια, στις μικρές ιστορίες των ανθρώπων μπλέκεται η μεγάλη Ιστορία του καταστροφικού αυτού αιώνα των πολέμων και της σύγκρουσης των ιδεολογιών, με τρόπο βάναυσο, αιματηρό και θανατηφόρο, καθορίζοντας συνθήκες ζωής, που διαλύουν οικογένειες και καταστρέφουν ελπιδοφόρες υπάρξεις. Και για την Ελλάδα το χέρι αυτό του “πεπρωμένου” ήταν ιδιαίτερα βαρύ. Σωστά σημειώνει ο εσωτερικός υπότιτλος, “(ένα ιδιωτικό χρονικό του 20ού αιώνα)”, γιατί με τα ντοκουμέντα και την καθημερινότητα στον αγώνα της επιβίωσης, εκτυλίσσεται στο βάθος διακριτικά η μεγάλη Ιστορία των καταστροφών, και οι απολήξεις και οι συνέπειες της αφορούν άμεσα, καθόλου διακριτικά, την προσπάθεια για επιβίωση και την διαβίωση των συγκεκριμένων ατόμων και οικογενειών. Με αυτή την έννοια γίνεται συνεχώς διαπλοκή και  διάδραση  προς τα γενικότερα γεγονότα και το κοινωνικό κλίμα, με τα ήθη και τα έθιμα μιας εποχής, με την μετάβαση από την τάξη του αστισμού στην υβριδική μορφή των κοινωνιών της μαζικής κουλτούρας, που χαρακτηρίζει το δεύτερο μισό του αιώνα αυτού. Έτσι συνδέεται το προσωπικό και οικογενειακό με το εθνικό.

Πρόκειται για ένα καλοζυγισμένο πολύπλοκο αρχιτεκτόνημα, που σίγουρα είχε μεγάλο χρόνο εκκόλαψης, ωρίμανσης και τελειοποίησης, του οποίου ο σχεδιασμός στη λεπτομέρεια απαιτούσε ταυτόχρονα και ανά πάσα στιγμή την άγρυπνη παρακολούθηση του όλου συνθέματος, ώστε η ενορχήστρωση της συμφωνίας των φωνών να έχει εκείνη την αντιθετική δυσαρμονία, που αναδεικνύει τη βαθύτερη αισθητική αρμονία του συνόλου, σε τέτοιο βαθμό, που τα στρατιωτικά και δικαστικά έγγραφα να αποκτούν μια τελείως απρόσμενη ποιητικότητα, που δε θα την φανταζόταν ποτέ κανείς.

Μια άλλη πτυχή που χρειάζεται κάποιον σχολιασμό είναι η ποικίλη γλωσσική υφή του συνθέματος, από την αρχαιότροπη “Κρήτη παλαίουσα” του Βορεάδη, στη συναισθηματική αλληλογραφία, την Ηρακλειώτικη διάλεκτο της υπηρέτριας Βηθλεέμ ώς τις φωνητικές εγγραφές της μικρής Παυλίνας, από τις διακηρύξεις των αντιστασιακών αρχών στα υπηρεσιακά έγγραφα της αστυνομίας. Τέλος, οι δικαστικές αποφάσεις είναι σε ένα ύφος, που θα ζήλευε και ο Κάφκα ως σεισμογράφος της εκλεπτυσμένης γραφειοκρατίας της όψιμης αυστροουγγρικής μοναρχίας.

Και μόνο αυτές οι απότομες μεταβάσεις από το ένα ύφος στο άλλο εκπέμπουν μέσα στον αιφνιδιασμό τους μιαν ιδιαίτερη γοητεία. Έτσι το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και ως ένας γλωσσικός άτλαντας της ελληνικής υφολογίας του γενικότερου γραπτού (και προφορικού) λόγου στον εικοστό αιώνα, χαρακτηριστική για την πνευματική υβριδικότητα των νοοτροπιών στην ετερόκλητη κοινωνία, που βρίσκει πιστή έκφραση στη γλωσσική διατύπωση.

Δύο λόγια ακόμα για τη δομή του έργου, πριν το αναλύσουμε λεπτομερέστερα. Το μεγαλύτερο μέρος του συνθέματος στηρίζεται στην πιστή αντιγραφή της αλληλογραφίας ανάμεσα σε τέσσερα πρόσωπα: τον Αντώνη, πατέρα της ΠΠ από τον κρητικό κλάδο της οικογένειας, την Ηρώ, μητέρα της από την πολυπληθή οικογένεια της Χαλκίδας, την Κλεάνθη, γιαγιά της από την κρητική πλευρά, μητέρα του Αντώνη, και την Έλλη, αδελφή του Αντώνη. Όλοι τους, είχαν φυλάξει σε κρυφό σημείο, διαφορετικό ο καθένας, μεγάλο μέρος της αλληλογραφίας τους, και αυτό το συνταρακτικό και συναρπαστικό υλικό, που ανακάλυψε η ΠΠ, φαίνεται πως ήταν και το έναυσμα της σύνταξης αυτού του “μυθιστορήματος” ως μιας πράξης αυτογνωσίας, γιατί ήδη από το γενέθλιο έτος 1948, εμφανίζεται σταδιακά όλο και περισσότερο ως κρυφό επίκεντρο της αλληλογραφίας αυτής.

Αυτή η έντονη επιστολογραφία, απαραίτητη λόγω της διαρκούς απουσίας του Αντώνη ως γεωπόνου στην επαρχία, ως μαχητή κατά τη συμμετοχή του στον πόλεμο και την αντίσταση ως εξόριστου ύστερα στην Ικαρία, τη Μακρόνησο και τον Άη Στράτη (1948-1952), και, τέλος, λόγω  των προσπαθειών του να ξαναβρεί περιστασιακές δουλειές σε διάφορες περιοχές, δίνει τον γενικό τόνο στη χρονολογική σειρά του αφηγήματος· τα λογοτεχνικά κομμάτια περιορίζονται στην αρχή, όπου δεν περισσεύουν ντοκουμέντα, και στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα, όπου επίσης η αλληλογραφία έχει σταματήσει πλέον και οι συμμετέχοντες σε αυτή εκλείπουν σταδιακά από την ενεργό ζωή.

Ο αγώνας και η αγωνία των τριών γυναικών, η συνεχής απουσία του μοναδικού άντρα, οι έριδες μεταξύ τους (πεθερά-νύφη), η αναγκαστική συστέγαση και η συνεργασία τους, οι άμεσες ανάγκες της καθημερινότητας και η οικονομική δυσπραγία συναποτελούν ένα μικρό οικογενειακό έπος κατά την πιο δύσκολη φάση του 20ού αιώνα για την Ελλάδα. Πάντως, με τη γέννηση της  Παυλίνας, της μοναχοκόρης, ένα νέο στοιχείο μπαίνει στο κέντρο της προσοχής όλων. Είναι το μέρος της αλληλογραφίας που, παρά τις δυσκολίες επικοινωνίας και το μονότονο των αναπόφευκτων επαναλήψεων, κερδίζει το αμέριστο ενδιαφέρον του αναγνώστη, και είναι από μόνο του ένα μοναδικό ντοκουμέντο μιας πολύ δύσκολης εποχής ένδειας και καταστροφών.

Αυτή η αλληλογραφία, που καλύπτει πολύ πάνω από τη μισή έκταση του βιβλίου, είναι και μια σημαντική πηγή για την ιστορική κοινωνιολογία, για την κοινωνική ψυχολογία των έμφυλων ρόλων, για τις προφορικές βιογραφίες της ιστοριογραφίας στη μικρή κλίμακα των μεμονωμένων ατόμων και οικογενειών.

Μολοντούτο, το έργο δεν είναι επιστολιμαίο μυθιστόρημα (Briefroman), γιατί δεν επεμβαίνει ο συγγραφέας με τη δημιουργία μιας πλασματικής αλληλογραφίας, απλώς αντιγράφει τα αυθεντικά τεκμήρια ντοκουμέντα και διατηρεί κατά λέξη την υφή τους.

Στη νέα του μορφή το σύνθεμα χωρίζεται σε πέντε μέρη, αλλά και σε υποενότητες με εν μέρει μεικτό χαρακτήρα, πραγματολογικό και πλασματικό. Τα μέρη καθορίζονται από χρονολογικά κριτήρια, οι υποενότητες ακολουθούν διάφορες περιστασιακές λογικές. Όλα τα ντοκουμέντα και οι επιστολές είναι χρονολογημένα (εκτός από μερικά αχρονολόγητα γράμματα) και μεταδίδουν την ατμόσφαιρα της αυστηρής τεκμηρίωσης. Ο διαρθρωτικός γενικός σκελετός ακολουθεί άνισες χρονικές φάσεις με διαφορετική έκταση: Μέρος Α΄ (1900-1935) σελ.13-84 έως τον γάμο των γονιών της ΠΠ, Μέρος Β΄(1936-1947) σελ. 85-198 έως την απόλυση του Αντώνη ως γεωπόνου στο Υπουργείου Γεωργίας λόγω συμμετοχής στον ένοπλο αγώνα της αντίστασης, Μέρος Γ΄ (1948-51) σελ. 199-311 η γέννηση της μοναχοκόρης και τα χρόνια της εξορίας, Μέρος Δ΄(1952-2000) σελ. 313-364, οι δικαστικές έριδες των γονέων για την επιμέλεια της κόρης εφόσον ζουν πλέον επισήμως σε διάσταση (μετά το 1960), και τέσσερις πλασματικές αφηγήσεις: ο θάνατος του Αντώνη  1978 (343 εξ.), της Κλεάνθης 1982 (348 εξ.), της Ηρώς 1991 (352 εξ.) και της Έλλης 2011 (359 εξ.), υπερβαίνοντας πλέον το πλαίσιο του 20ού αιώνα, κείμενα, όπου οι ίδιοι οι «ήρωες» περιγράφουν πώς βιώνουν το τέλος τους.

Γενικά, όλα τα λογοτεχνικά εμβόλιμα βρίσκονται διάσπαρτα, κυρίως μέσα στο Α΄ και το Δ΄ Μέρος, ζωντανεύουν την άκαμπτη, γραφειοκρατική ή και καθημερινή γλώσσα των τεκμηρίων και γεφυρώνουν χρονικά και πληροφοριακά κενά.

Το εκτενές σύνθεμα ξεκινά με έναν μικρό ανάλαφρο πρόλογο (στον πίνακα περιεχομένων αναφέρεται ως “άτιτλο”), όπου η νεαρή Παυλίνα ενημερώνει τη γιαγιά της, πως σε παλαιοβιβλιοπωλείο βρήκε το βιβλίο του προπάππου της, Αντώνιου Βορεάδη, “Κρήτη παλαίουσα” (έκδοση 1912). Στον ίδιο πρόλογο, με ένα τεράστιο χρονικό άλμα, φανερώνεται και η τυχαία ανεύρεση της αλληλογραφίας στα κατάλοιπα του Αντώνη, της Κλεάνθης – και της Ηρώς, προς το τέλος του αιώνα πλέον.

Αυτή η απρόσμενη ανακάλυψη του παρελθόντος δίνει και το ψυχικό έναυσμα για την οικοδόμηση  του όλου συνθέματος, που αναστηλώνει το ιστορικό των δύο οικογενειών και ταυτόχρονα και το ιστορικό μιας Ελλάδας σε μόνιμη κρίση και με μόνιμα θύματα τις γυναίκες.

Οι γυναίκες, ποσοτικά και ποιοτικά, κυριαρχούν σε όλο το σύνθεμα. Σ’ αυτό έγκειται και η ξεχωριστή σημασία του έργου, το οποίο πέρα από ένα ευρηματικό, έξοχο λογοτέχνημα είναι και μια σπάνια πηγή της ιστορικής κοινωνιολογίας, για τις μνήμες και τις νοοτροπίες εκείνου του μέρους του ευρύτερου πληθυσμού, που ο λόγος του σπάνια ακούγεται στην ιστοριογραφία.

Το Πρώτο Μέρος χωρίζεται σε Α΄ Κρήτη (15-42), Β΄ Χαλκίδα (43-66) και Γ΄ Αθήνα (67-85).

Στο Πρώτο Μέρος υπάρχει δημοσίευση εφημερίδας: «ΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑΙ ΔΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΔΕΝ ΕΠΑΛΗΘΕΥΘΗΣΑΝ! Θερμάς ευχάς επί τω νέω έτει 1900!»

(Έτσι ακριβώς, «συμμετρικά» ολοκληρώνεται και η κυρίως μυθιστορία – πριν από το υστερογράφημα «Η Συνάντηση» (359 εξ) και πριν την παράθεση φωτογραφικών ντοκουμέντων – με την αντίστοιχη δημοσίευση: Η ΣΥΝΤΕΛΕΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΝΑΒΑΛΛΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ! Ευτυχισμένο το 2000!).

Η εξιστόρηση αρχίζει με βιογραφικά στοιχεία της εμβληματικής προσωπικότητας του Αντωνίου Βορεάδη, ο οποίος υπήρξε διδάσκαλος, λόγιος με σπουδές κλασικής φιλολογίας στην Γερμανία, ποιητής (Ωδή Ολυμπιακή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896, σε Πινδάρειο γλώσσα και μέτρο, Κρήτη παλαίουσα – Δράμα εις πράξεις τρεις, κλπ) και εκδότης της εφημερίδας Ηράκλειον. Επίσης, πολιτικός (Σύμβουλος του Πρίγκιπα Γεωργίου στα Υπουργεία Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθώς και Δικαιοσύνης – μετά την απόλυση από αυτή τη θέση του Ελευθερίου Βενιζέλου- και Νομάρχης Ρεθύμνου).

Παρατίθενται αποσπάσματα από την εφημερίδα Η Μεσόγειος και από το βιβλίο της λαογράφου Ευαγγελίας Φραγκάκη, Αντώνιος Βορεάδης ο Κρής, Αθήνα 1966· ακολουθεί μια επιστολή του Βενιζέλου, του 1906, που καλεί τον Βορεάδη προς συνεργασία εναντίον του Ηγεμόνος· παρεμβάλλεται μια σελίδα από το «Τετράδιον Γυμνασμάτων» της μικρής Κλεάνθης Βορεάδου· ακολουθούν μια ανακοίνωση του Δημάρχου που απαγορεύει την περιοδεία των Βενιζελικών στα χωριά· άλλο απόσπασμα βιογραφικού σημειώματος στην εφ. Η Μεσόγειος που αφορά στις εκλογές του 1906· και ένα (αντι)ηθογραφικό διήγημα με «ηρωίδα» την μικρή Κλεάνθη, με τίτλο “Ο βρικόλακας”, που ξεκινά από το πρώτο αίμα της εμμηνόρροιας στο οκτάχρονο κορίτσι έως την πρώτη νύχτα του γάμου του με τον Μωυσή Παμπούδη (σηροτρόφο εκ Κίου Μ. Ασίας). Μια αφήγηση από το αίμα στο αίμα, με τη γραφική φιγούρα της υπηρέτριας Βηθλεέμ, που μυεί την μελλόνυμφη, με τελείως αποσπασματικό τρόπο, στα μυστικά του γυναίκειου οργανισμού. Από τα διηγηματικά διαμάντια του έργου (26-34)· ειδικά η εφιαλτική σκηνή του γαμήλιου τραπεζιού και της πρώτης νύχτας του γάμου.

Ακολουθούν, άλλο άρθρο από την Κρητική Στοά (1908) για τον Βορεάδη, η ληξιαρχική πράξη της γέννησης του πρωτότοκου γιου (1912) της Κλεάνθης, του Παύλου, που θα σκοτωθεί στο αλβανικό μέτωπο και άρθρο για τον θάνατο του Βορεάδη το 1913 στην εφημερίδα Μεσόγειος.

Το Α΄ κεφάλαιο τελειώνει με άλλο ένα πεζογράφημα, “Η Αντωνία”, που αναφέρεται στον δευτερότοκο Αντώνη, τον οποίο η μητέρα του, τον έντυνε κοριτσίστικα· και περιγράφει τη σκηνή (οι διάλογοι σε κρητική διάλεκτο) της γέννησης της Έλλης (τοκετός στο “θρονί”της μαμής), του τρίτου και τελευταίου παιδιού της με τον Μωϋσή.

Το Β΄ κεφάλαιο, της Χαλκίδας, είναι ακόμα πιο περίπλοκο ως προς τις πληροφορίες και για τον πρόσθετο λόγο, πως η οικογένεια της Ηρώς είναι πολυμελής.

Επικεντρώνεται κυρίως στα πρωτοφανή εγκλήματα, τα συνδεδεμένα με το εμβληματικό Κόκκινο Σπίτι στη θάλασσα, που υπάρχει σήμερα ακόμα: Πρωταγωνιστούν η οικογένεια του Σωτηρίου και της Καλλιόπης Μάλλιου με τα εννέα παιδιά τους: εκείνος δικηγόρος με τεράστια περιουσία, χαρτοπαίκτης, αιθερομανής και σκοτεινό πρόσωπο, εκείνη Αθηναία με σημαντική μόρφωση. Εδώ η πραγματολογική αφήγηση βοηθιέται από τις προφορικές μαρτυρίες του Βάσου Θεοχάρη. Η πρώτη μαρτυρία δίνει στοιχεία για την καταγωγή της οικογένειας· ακολουθούν μια επιστολή από τη φυλακή του παππού Μάλλιου, ένα υπόμνημα του Σωτηρίου προς τις Δικαστικές Αρχές Χαλκίδας για κληρονομική υπόθεση, μια αφήγηση από το Σημειωματάριο της Κάκιας Μάλλιου για το 1916, όταν στο Κόκκινο Σπίτι φιλοξενείται ο βασιλιάς της Γιουγκοσλαβίας Πέτρος Α΄ Καραγεώργοβιτς μετά το ξέσπασμα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Ακολουθεί η δεύτερη μαρτυρία του Βάσου Θεοχάρη, που περιγράφει τις συνθήκες του στυγνού φόνου της Καλλιόπης, από τον ίδιο τον άντρα της, καθώς και του δεύτερου φόνου που ακολουθεί: του φόνου του συζυγοκτόνου (που έχει αθωωθεί) από παιδί του.

Ακολουθεί ένα πεζογράφημα, “Η μαρμάγκα” (59-66), που αναφέρεται στα εννέα παιδιά. Ύστερα.  απόκομμα εφημερίδας (Ακρόπολις 9/12) με τίτλο: “Ένα σαιξπήρειο δράμα εκ του φυσικού / Πρωτοφανής τραγωδία εις Χαλκίδα / Ο πατέρας φονεύει την μητέρα και ο υιός εκδικούμενος φονεύει τον πατέρα // Άι φρικιαστικαί λεπτομέρειαι της πατροκτονίας / η οποία έκλεισεν ένα από τα αριστοκρατικώτερα σπίτια της πόλεως – Τα προηγηθέντα αφαντάστου δραματικότητος γεγονότα – Τα μυστικά της Κόκκινης Επαύλεως της Χαλκίδος”. Και ένα απόσπασμα ειδικής ανταπόκρισης από την Χαλκίδα στη Βραδινή.

Άτυχοι γάμοι, χωρισμοί και διαστάσεις, βίαιοι άντρες που ζουν στον κόσμο τους (περιουσίες, πολιτική), γυναίκες θύματα (κι αυτές στο δικό τους κόσμο, μητρότητα, επιστασία στο νοικοκυριό), πολυτεκνία (από τα 11 παιδιά της Καλλιόπης έζησαν εννέα που τα μεγάλωσε, βλ. φωτογραφία στο τέλος του τόμου, όπου στέκονται στη σειρά ανάλογα με το ύψος τους), αστικό έως μεγαλοαστικό περιβάλλον, βενιζελικοί και βασιλόφρονες (ο μικρός Νικοντίνος, ο φερόμενος ως πατροκτόνος ήταν βαφτιστικός του πρίγκηπα Νικολάου), το χάσμα που χωρίζει γυναίκες και άντρες είναι μεγαλύτερο και βαθύτερο ακόμα και από το πολιτικό χάσμα του Διχασμού και από το γλωσσικό χάσμα στους αγώνες του γλωσσικού ζητήματος.

Το Γ΄ κεφάλαιο, της Αθήνας, ασχολείται με τα προεόρτια του γάμου του Αντώνη με την Ηρώ. Εδώ, έχουμε το πεζογράφημα “Η γκαζιέρα” (74-81). Η Κλεάνθη έχει πάρει διαζύγιο από τον Μωϋσή  1925, έχει έρθει με τα τρία παιδιά της στην Αθήνα και ζουν σε συνθήκες πολύ πιο δύσκολες. Ο Αντώνης είναι ακόμα πρωτοετής φοιτητής της Γεωπονικής, όταν αποφασίζουν να παντρευτούν, η Ηρώ, μένει μαζί με τις άλλες τέσσερις αδελφές της. Παρεμβάλλεται και τρίτη αφήγηση του Βάσου Θεοχάρη, που ήθελε και αυτός την Ηρώ.

Το Β΄ μέρος (1936-47) στηρίζεται πλέον κυρίως στην αλληλογραφία των νιόπαντρων. Η Ηρώ ονειρεύεται δικό της νοικοκυριό κι έναν άντρα που να είναι δίπλα της, αλλά οι σπουδές του Αντώνη στη Θεσσαλονίκη κι έπειτα οι απανωτές μεταθέσεις του ως γεωπόνου στην επαρχία τον απομακρύνουν συνεχώς και εμποδίζουν την συμβίωση. Στις επιστολές της αντιπαλεύουν η αγάπη και τα παράπονα για την απουσία του. Για την οικονομική δυσπραγία της οικογένειας οι σπουδές του Αντώνη μοιάζουν σαν πολυτέλεια. Αυτή η ροή της αλληλογραφίας διακόπτεται από άλλο ένα μικρό πεζογράφημα, “Οι πέντε αδελφές”, που περιγράφει τη δύσκολη σχέση των πέντε κοριτσιών του Μάλλιου (103-106). Ακόμα και ανάμεσα στη δική της οικογένεια η Ηρώ αισθάνεται παρείσακτη.

Με αυτό το αφηγηματικό τέχνασμα καλύπτεται ένα χρονικό άλμα από την άνοιξη του 1938 έως την άνοιξη του 1941. Τώρα είναι τα γράμματα του Αντώνη που καλύπτουν τα γεγονότα. Ο Αντώνης αρχίζει να στέλνει λεφτά στο σπίτι στην Αθήνα, οι επιστολές του έχουν ακόμα και ποιήματα. Ξεσπά όμως ο πόλεμος και ο Αντώνης πρέπει να πάει στο αλβανικό μέτωπο. Η Ηρώ μένει πάντα με τη δική του οικογένεια, την Κλεάνθη, την Έλλη (και την γιαγιά του), και τα γράμματά του από το μέτωπο απευθύνονται σε όλες. Ο Αντώνης δεν αναφέρει τίποτε για τις μάχες, τους κινδύνους και τις ταλαιπωρίες. Ο αδελφός του, Παύλος, σκοτώνεται στο μέτωπο (καθυστερημένο Δελτίον φονευθέντος)· στη διαζευγμένη μητέρα του Κλεάνθη επιδικάζεται   σύνταξη θύματος πολέμου. Ο Αντώνης διορίζεται πάλι γεωπόνος στην υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας (δημοσιεύονται τα σχετικά έγγραφα).

Η επόμενη επιστολή είναι της 28ης Απριλίου 1944· ο Αντώνης προχώρησε στην αντίσταση κι έχει πάρει τα βουνά, και η  Κλεάνθη γράφει προς τον γιό της, να μην ανησυχεί γι’ αυτούς, ενώ η Ηρώ δεν δείχνει κατανόηση για την πράξη του. Αλληλογραφεί με την Eva Palmer (ο Σικελιανός την είχε βαφτίσει) κι εκείνη στέλνει μικρή συμβολική βοήθεια (η περιουσία της εξαφανίστηκε με τις Δελφικές Γιορτές). Αρχίζει ένα αλληλογραφικό τετράγωνο που κρατάει για χρόνια: Αντώνης, Ηρώ, Κλεάνθη, Έλλη. Διαψεύδονται οι ελπίδες της Ηρώς, πως ο άντρας της θα γυρίσει γρήγορα και θα έχει δικό της νοικοκυριό, αλλά το αίσθημα της αγάπης υπάρχει ακόμα. Σπαρακτική αλληλογραφία με φόντο την ελπίδα κάποιας αποκατάστασης κάποτε. Η ροή των επιστολών διακόπτεται από έγγραφα της Κομματικής Επιτροπής της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, Φύλλο Πορείας, Ημερήσια διάταξη της 25ης Φλεβάρη 1945 κ.λπ.

Μετά την αποστράτευση, ο Αντώνης κάνει αίτηση επαναπρόσληψης στο Υπουργείο Γεωργίας. Η Κλεάνθη τον συμβουλεύει να έρθει στην Αθήνα κοντά τους, γιατί η Ηρώ είναι «ψυχολογικά ασταθής». Το 1946 βρίσκει τελικά δουλειά στο Βόλο. Μετά, μετατίθεται στη Λαμία. Η στέγαση στην επαρχία είναι ένα μόνιμο πρόβλημα, και μόνο πρόχειρες λύσεις βρίσκονται.

Η Ηρώ αρνείται να έρθει μονίμως κοντά του. Η αλληλογραφία μεταξύ τους γίνεται πλέον τοξική και συγκρουσιακή. Νέα επιστολή της Evas Palmer. To φθινόπωρο ο Αντώνης  παίρνει μετάθεση  στη Σάμο. Οι ενστάσεις του απορρίπτονται. Κατηγορείται για τη συμμετοχή του στα Δεκεμβριανά του 1944. Συντάσσει απολογία.

Το Β΄ Μέρος κλείνει με απόφαση, βάσει των διατάξεων του Θ΄ Ψηφίσματος “Περί εξυγιάνσεως των Δημοσίων Υπηρεσιών κ. λπ.” να απολυθεί από την δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Γεωργίας, απόφαση που του κοινοποιείται στις 14 Ιουνίου 1947.

Εδώ να σταθούμε για μια στιγμή. Φτάσαμε σχεδόν στη σελίδα 200 και λίγο πέρα από το μισό του όλου βιβλίου. Η αντιστικτική παράθεση επίσημων και υπηρεσιακών εγγραφών, στρατιωτικών και διοικητικών, με τις προσωπικές επιστολές της αλληλογραφίας, σε διάταξη σχεδόν πάντα αυστηρά χρονολογική και χωρίς βοηθητικές πληροφοριακές παρεμβάσεις του συγγραφέα με λογοτεχνικά πεζογραφήματα, ο αναγνώστης βρίσκεται μερικές φορές στη θέση ενός ιστορικού ή ντετέκτιβ, που καλείται να ανασυγκροτήσει τα γεγονότα μέσα από δύο τελείως διαφορετικές κατηγορίες πληροφόρησης, τη γραφειοκρατική/επίσημη και τη συναισθηματική/πρακτική της προσωπικής αλληλογραφίας. Ασφαλώς τον βοηθάει η γενική και ειδική γνώση της ιστορίας, αλλά ο πολυεστιακός βίος του Αντώνη μερικές φορές δεν είναι εύκολο να ανασυντεθεί στις λεπτομέρειες. Αυτό δίνει στο σύνθεμα και ένα πρόσθετο σασπένς, του detective roman, μόνο που τα αινιγματικά κενά στις λεπτομέρειες δεν εξηγούνται στο τέλος (όπως γίνεται ακόμα και στα διηγήματα του Βιζυηνού), αλλά μένουν ανοιχτά. Δηλαδή: η πορεία του Αντώνη μέσα στα ντοκουμέντα τεκμηριώνεται υπαινικτικά, χωρίς ο συγγραφέας να έχει την πρόθεση να συμπληρώσει τα κενά, που αφήνουν οι επιστολές και τα έγγραφα. Δηλαδή: η σκοποθεσία του συνθέματος δεν είναι η πλήρης βιογραφία με τη συγκρότηση των λεπτομερειών της δραστηριότητάς του, αλλά η επική απόσταση από τα ιστορικά γεγονότα, σε μικρή και μεγάλη κλίμακα, σχεδόν με την ουδετερότητα και αντικειμενικότητα του ιστορικού, στην οποία η συγγραφέας επεμβαίνει πού και πού, για να προσθέσει ζωντανές εικόνες και σκηνές μέσα στο υβριδικό συνονθύλευμα των αντικειμενικών τεκμηρίων, ενσωματώνοντας, επίσης πού και πού, περαιτέρω πληροφορίες για τη γεγονοτολογική πλευρά των τεκταινομένων.

Αυτή η ιδιαιτερότητα, μιας υπέρβασης του είδους του θεάτρου-ντοκουμέντο ή της λογοτεχνίας-ντοκουμέντο, που έχει αποκλειστικά επεξηγηματικό και διαφωτιστικό χαρακτήρα, όπου το αντικειμενικό ντοκουμέντο αποκτά μια αισθητική αυτονομία μέσα στο πληροφοριακό παιχνίδι, που είναι τελικά η κάθε αφήγηση, η οποία δεν υπηρετεί καθαρά επιστημονικούς σκοπούς (έκδοση αλληλογραφίας) ούτε καθαρά λογοτεχνικούς (λογοτεχνική ανάπλαση των γεγονότων με ένταξη μερικών τεκμηρίων), διαφοροποιεί την ΠΠ από το είδος της “μεικτής” μορφής των ιστορικών μυθιστορημάτων. Δεν είναι κριτική έκδοση αλληλογραφίας (με επεξηγηματικές εκτενείς σημειώσεις ή υποσημειώσεις, που σχολιάζουν το πραγματολογικό μέρος και χίλια άλλα) και δεν είναι μυθοπλαστική απόδοση των γεγονότων (όπου ο παντοδύναμος αφηγητής παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον μυεί στο θέμα του βιβλίου). Στη “μυθιστορία” αυτή το αντικειμενικό μέρος υπερτερεί ποσοτικά του μυθοπλαστικού, και όπως και στο υπόλοιπο, κυρίως το ποιητικό έργο της ΠΠ, τα σημάδια μιας διακριτικής επιστημονικότητας είναι ανιχνεύσιμα (βλ. Β. Πούχνερ, Η λεπτουργός. Επιστήμη και μύηση στο ποιητικό έργο της Παυλίνας Παμπούδη, Αθήνα 2021). Η έκδοση των χρονολογημένων επιστολών ακολουθεί αυστηρά χρονολογική σειρά, το κείμενό τους παραδίδεται ολόκληρο (παρά τις επαναλήψεις), ουδεμία αισθητική ή υφολογική “βελτίωση” παρατηρείται. Όμως το κριτικό apparatus παραλείπεται, μέρος της επανασυγκρότησης (reconstruction) των γεγονότων ανατίθεται στην προσοχή ή και στη φαντασία του αναγνώστη.

Αυτές οι παρατηρήσεις ισχύουν και για το Γ΄ Μέρος, τα χρόνια της εξορίας (1948-1952), το οποίο στηρίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην αλληλογραφία (199-311). Υπάρχει ένα κενό από την άνοιξη του 1947 ώς την άνοιξη του 1948. Ο Αντώνης, άνεργος έχει επιστρέψει στην Αθήνα, όπου συλλαμβάνεται και στέλνεται εξορία ( Άη Στράτης, Ικαρία, Μακρόνησος)· στο χρονικό αυτό διάστημα συλλαμβάνει και η Ηρώ τη μοναδικό παιδί τους, μετά από αλλεπάλληλες αποβολές. Σε επιστολή προς τη Μακρόνησο, στις 17 Ιουνίου, μαθαίνουμε και για την κόρη που γεννιέται εν απουσία του, στις 4 Ιουνίου.

Από εδώ και πέρα η αλληλογραφία εκ μέρους του (και με την Ηρώ και με την Έλλη και με την Κλεάνθη) είναι πιο πυκνή… Από εδώ και πέρα αλλάζει και ο χαρακτήρας της αλληλογραφίας· στο επίκεντρό της βρίσκεται, πέρα από τις καθημερινές δυσκολίες επιβίωσης, και τις προστριβές των γυναικών μεταξύ τους, η ζωηρή μικρή Παυλίνα. Μόλις από το 1949 σώζονται και απαντητικές επιστολές των γυναικών από την Αθήνα. Η επικοινωνία διεξάγεται με δυσκολίες και καθυστερήσεις.

Ο αναγνώστης αυτής της συγκινητικής αλληλογραφίας πληροφορείται λεπτομερώς για τις προόδους του επιθυμητού αυτού βρέφους. Η Ηρώ όμως συνεχίζει να αισθάνεται παρείσακτη στην κρητική οικογένεια. Βρίσκει δουλειά στη Ραδιοφωνία και το παιδί το κρατά η γιαγιά Κλεάνθη. Αρχές Δεκεμβρίου του 1949 η γιαγιά παίρνει το μωρό και φεύγει για τη Μύκονο, για να αποφύγουν την επιδημία πολιομυελίτιδας στην Αττική, όπως ισχυρίζεται. Μένουν εκεί τελικά ώς το 1950. Η τρίπλευρη αλληλογραφία διεξάγεται τώρα Μακρόνησος- Αθήνα – Μύκονος. Το Πάσχα πηγαίνουν η Ηρώ και η Έλλη και επισκέπτονται τη μικρή στην Ανωμερά. Η Κλεάνθη δεν θέλει να γυρίσουν στην Αθήνα· της αρέσει η παραμονή στην ερημιά των βουνών της Μυκόνου. Το καλοκαίρι του 1950 αρχίζουν να αναφέρονται και τα πρώτα λόγια της μικρής. Η τελευταία σωζόμενη επιστολή είναι από τις 4 Απριλίου 1951. Ακολουθεί ένα χάσμα ώς τις 18 Σεπτ. 1952.

Το Δ΄ και τελευταίο μέρος (1952-2000, 313-364) είναι πολύ διαφορετικό και η τεκμηρίωση του μισού αιώνα πιο ελλιπής. Ο Αντώνης έχει επιστρέψει, και καταφέρνει να βρει δουλειά ως γεωπόνος στην Καλαμάτα. Οι σχέσεις του με την Ηρώ βρίσκονται πλέον στο ναδίρ. Εκείνη βλέπει το παλιό της όνειρο του ξεχωριστού, δικού της νοικοκυριού με τον άντρα της δίπλα να διαψεύδεται οριστικά, μετά από τόσα χρόνια αναμονής. Η αλληλογραφία τώρα είναι γεμάτη εκατέρωθεν κατηγορίες. Υπάρχουν τώρα και ανορθόγραφα υστερόγραφα από την μικρή Παυλίνα. Ο Αντώνης, σε ορισμένες φάσεις, την παίρνει μαζί του σε περιοδείες στην επαρχία (π. χ. στα τρακτέρ Ζετόρ). Από αυτές τις περιοδείες και τα παιδικά βιώματα προέρχεται η αγάπη της ΠΠ και οι γνώσεις της για τη φύση και τα ζώα, για τα χρώματα και τα φυτά· το καλοκαίρι κοιμούνται στο ύπαιθρο. Αργότερα κάνουν μαζί εκδρομές τα Σαββατοκύριακα, κι έτσι βρήκαν και το περιβόλι με την μαύρη πέτρα στον Αετό και χτίσανε το σπιτάκι, που θα ήταν το πρώτο και τελευταίο δικό του σπίτι.

Η αλληλογραφία αραιώνει τώρα πολύ (1 γράμμα το 1953, 1 το 1955 πάντα με όλο και πιο ορθογραφημένα υστερόγραφα της μικρής, το 1955 και με ποίημα, καθώς και το 1957). Οι υποψίες του αναγνώστη για την έκβαση της οικογενειακής κατάστασης επιβεβαιώνονται στη συνέχεια με τον πιο σκληρό τρόπο: δικολαβικά έγγραφα από δικαστικούς αγώνες των εν διαστάσει γονέων για την επιμέλεια του παιδιού (1957, 1961) και διαμάχη της Ηρώς με τη Ραδιοφωνία (εξαναγκασμός σε παραίτηση 1967, αποκατάσταση 1976).

Τα πληροφοριακά κενά των επόμενων δεκαετιών συμπληρώνουν εν μέρει τέσσερα πεζογραφήματα, τα οποία όμως έχουν διαφορετική λειτουργικότητα· περιγράφουν τον θάνατο των τεσσάρων πρωταγωνιστών του έργου: του Αντώνη τον Δεκαπενταύγουστου του 1978,  “Το περιβόλι”  (343 εξ.), πέθανε στο μικρό κτήμα του στον Αετό Καρύστου, της γιαγιάς Κλεάνθης, 18 Σεπτεμβρίου 1982, “Η αρκούδα” (348 εξ.), της Ηρώς 19 Νοεμβρίου 1991, “Το ταβάνι του τελευταίου δωματίου” (352 εξ.) και της Έλλης, 4 Ιουνίου 2011, ανήμερα των γενεθλίων της Παυλίνας, “Η συνάντηση” (359 εξ.). Πρόκειται για πεζογραφικά αριστουργήματα, πώς βιώνει κανείς με τόσο διαφορετικό τρόπο το τέλος του, ψυχογραφικά πορτρέτα μεγάλης λεπτότητας, όπου ανασκοπείται συμπυκνωμένα όλη η ζωή τους σε μερικές στιγμές, καθώς η άτακτη μνήμη ανακαλεί συνειρμικά αυτά που πάντα μπερδεμένα ήταν, αλλά η λογική προσπαθούσε να βάλει σε κάποια τάξη. Αυτή η τάξη τώρα αποδεικνύεται απατηλή. Αυτό, τίποτε άλλο.

Στους μονολόγους υπάρχουν μερικές νύξεις για την ΠΠ, νεαρή και όχι τόσο νεαρή πια, αλλά αυτά θα διαβάσετε μόνοι σας. Υπάρχει άλλωστε και το δεύτερο μεγάλο πεζογράφημα της ΠΠ, “Το χεράκι στον ιστό”, μια σειρά ετεροχρονισμένων επεισοδίων σε υβριδική και πρωθύστερη διάταξη από τη ζωή της Ξένης, που δεν είναι άλλο από persona της ίδιας της ΠΠ, σε μια ονειρική αλληλουχία σκηνών και διαλόγων από όλες τις φάσεις της ζωής της, με έντονο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Τρόπον τίνα μια διαφορετική συνέχεια αυτού του τόμου (βλ. και Πούχνερ, Η λεπτουργός, ό. π., σσ…), άλλης υφής, πιο συνειρμικής, έργο παιδιού που παίζει με τον κένσορα του computer στο διαδίκτυο της ζωής του. Τελικά, αυτή είναι η “τάξη” της ζωής μας, αυτή που αναπαράγει η μνήμη μας, με τις επιλογές της, τις προτιμήσεις της, το παιχνίδι της μνήμης με τη λήθη, η οποία αποθηκεύει όλα τα ξεχασμένα;

Μετά την ανάγνωση του έργου ο αναγνώστης βρίσκεται σε περισυλλογή. Και ο σχολιαστής σε αμηχανία προσπαθώντας να διατυπώσει δύο ξεκάθαρες φράσεις ως σύνοψη. Αυτό είναι, αν θέλετε, και ένα χαρακτηριστικό λογοτεχνικών έργων, που στηρίζονται σε εξωαισθητικούς κώδικες και η αισθητική βούληση του συγγραφέα προκύπτει από την ανάλυση των επιλογών από ντοκουμέντα που βρήκαν θέση στο έργο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η αισθητική βούληση βρίσκεται στην τύχη, στην τυχαιότητα χάρη στην οποία διασώθηκαν τα αρχεία των πρωταγωνιστών. Μιλά η ίδια η Ιστορία η μεγάλη και η μικρή· σε αυτή τη μεγάλη εικόνα του ανοικτίρμονα αιώνα η ΠΠ προσέθεσε απλώς μερικές πινελιές, πινελιές όμως που δίνουν τον καταστατικό χαρακτήρα μιας αισθητικής σύνθεσης, μιας αχειροποίητης εικόνας του 20ού αιώνα σ’ ένα κύτταρο της κοινωνίας, το οποίο, πέρα από τις προσωπικές ιδιαιτερότητες έχει και παραδειγματική λειτουργικότητα, εκπροσωπώντας μια ολόκληρη πληθυσμιακή κατηγορία.

Παρά ταύτα το έργο δεν εντάσσεται στη “μελαγχολία της αριστεράς”, που είναι μια αμφιλεγόμενη και σχεδόν δημοσιογραφική, στην επιπολαιότητά της, κατηγορία, η οποία μάλλον αστοχεί στην εφαρμογή της σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

 

Το έργο άξιζε οπωσδήποτε τη διάσωση σε μια δεύτερη έκδοση. Τοιχογραφία μιας εποχής, που σφράγισε ζωές και μνήμες και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιστορίας του τόπου.

 

 

 

 

 

 

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.