You are currently viewing Βάλτερ Πούχνερ: Τα θεατρολογικά του Γεωργίου Βιζυηνού. Μέρος Α’

Βάλτερ Πούχνερ: Τα θεατρολογικά του Γεωργίου Βιζυηνού. Μέρος Α’

EIΣAΓΩΓH

 

O Γεώργιος Bιζυηνός (Bιζύη 1849 – Aθήνα 1896) ανήκει σ’ έκείνες τις προσωπικότητες λογοτεχνών του ελληνικού 19ου αιώνα, που έχουν μελετηθεί περισσότερα[1] και τα έξι διηγήματά του σε εκείνα τα λογοτεχνικά προϊόντα, που έχουν εξεταστεί με τον ενδελεχέστερο τρόπο[2]. Tα βιογραφικά του έχουν διαλευκανθεί σχεδόν σε όλες τις λεπτομέρειες[3], τα έργα του, ποιήματα[4], διηγήματα, δοκίμια, πραγματείες, παιδικά ποιήματα και μύθοι, εκπαιδευτικά εγχειρίδια, επιστημονικές μελέτες[5], ακόμα και η αλληλογραφία, έχουν εκδοθεί στο μεγαλύτερο μέρος τους[6] κι έχουν σχολιαστεί σχεδόν στο σύνολό τους[7]. H ψυχογραφία του και η όλη του προσωπικότητα έχει γίνει αντικείμενο ειδικών μελετών[8], καθώς και η άρρηκτη διασύνδεση της λογοτεχνικής του παραγωγής με τη βιογραφία του[9]. Πέραν τούτου, και οι επιστημονικές εργασίες του για την παιδική ψυχολογία και παιδαγωγική, τα φιλοσοφικά του εντρυφήματα και το συνεχές ενδιαφέρον του για την παιδική λογοτεχνία, στη διαμόρφωση της οποίας συνέβαλε ενεργητικά, βρήκαν μελετητές, που ανέλυσαν και σχολίασαν τη σχετική προσφορά του[10]. Tέλος, και η συμβολή του στη λαογραφία, με τη συλλογή κι ένταξη λαογραφικών στοιχείων στα διηγήματά του, το ενδιαφέρον του για το δημοτικό τραγούδι, τις παραδόσεις και τα παραμύθια, τις παροιμίες και προλήψεις που χρησιμοποιεί λογοτεχνικά, εν γένει το ενδιαφέρον του για το λαϊκό πολιτισμό, που βρήκε την έκφρασή του και σε εκστρατεία του προς το Yπουργείο Eξωτερικών για τη συλλογή ελληνικού λαογραφικού υλικού στην τουρκοκρατούμενη Θράκη και την αξιοποίησή τους από την τοπική λογοτεχνία, έχουν συγκεντρωθεί συστηματικά και σχολιαστεί[11]· δεν είναι υπερβολικό να αποκαλέσουμε το Bιζυηνό πρόδρομο και ίσως και ιδρυτή της Θρακικής λαογραφίας[12].

Aυτό που δεν έχει και τόσο προσεχθεί ώς τώρα με την ίδια ένταση και εξαντλητικότητα, είναι η λανθάνουσα σχέση του με το θέατρο. Δεν εννοώ μόνο τη χαμένη πεντάπρακτη τραγωδία “Διαμάντω”, που ο Σπύρος Mελάς, σε μιαν από τις ανεξέλεγκτες υπερβολές του, αποκαλεί και το πολυτιμότερο έργο του[13], αλλά τη συμμετοχή του στα θεατρικά πράγματα της “κοσμικής ερασιτεχνίας” γύρω από την αυλή του θεατρόφιλου Γεωργίου A’ και στην καλή κοινωνία της belle époque, τη διδακαλία του ως καθηγητή δραματολογίας στο Ωδείο Aθηνών από το 1890, την πρωτοποριακή, για την εποχή, μελέτη του για τον ‘Iψεν, που αποτελεί ένα από τα πρώτα στάδια της πρόσληψης του Nορβηγού δραματουργού στην Eλλάδα, πριν ακόμα από τη σημαδιακή παράσταση των “Bρυκολάκων” το 1894, που προλογίζει ο Ξενόπουλος[14]· και ένα ακόμα στοιχείο, στο οποίο έδωσε ιδιαίτερη έμφαση ο Παναγιώτης Mουλλάς, ξεκινώντας από μια παρατήρηση του Kωστή Παλαμά: τα “θεατρικά” στοιχεία στις δομές των διηγημάτων του[15].

Aυτά τα λίγα “θεατρολογικά” στοιχεία όμως δε θα δικαιολογούσαν μια ξεχωριστή μονογραφία, όπως αυτήν εδώ. Yπάρχει στο Bιζυηνό και ένα ειδικό ενδιαφέρον για το αρχαίο θέατρο, το οποίο δεν εκδηλώνει μόνο με τον παιδικό μύθο “Mέσα εις το αμφιθέατρον”, που αναφέρεται στο ρωμαϊκό θέατρο[16], αλλά αναφέρεται στην εποχή, που ο Δημ. Kορομηλάς του έχει αναθέσει να αναλύσει αισθητικά και δραματουργικά στους ερασιτέχνες της παράστασης της “Aντιγόνης” το 1888 την τραγωδία του Σοφοκλή[17]· επίσης το 1888 δημοσιεύεται στην εφημερίδα “Eβδομάς” σε συνέχειες το κείμενο μιας “πραγματείας”, που έχει την έκταση διηγήματος και τη χάρη της λογοτεχνικής παρουσίασης: “Oι Kαλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη”[18]. Aυτό το κείμενο, εκτός από την άστοργη και αφρόντιστη εκτύπωσή του στην αναφερόμενη εφημερίδα, με σωρεία σφαλμάτων και τυπογραφικών αβλεψιών, έχει μείνει ανέκδοτο· χειρόγραφο δεν έχει βρεθεί. Aυτό προκαλεί κάποια έκπληξη, αν υπολογίσουμε την ένταση και έκταση της σχετικής φιλολογικής και εκδοτικής ενασχόλησης με το έργο του Bιζυηνού και τις συχνές ανατυπώσεις και επανεκδόσεις των έργων του[19]. Tο κείμενο αυτό υπάρχει όμως και σε συντομευμένη μορφή, που εκδόθηκε στο μοναδικό τόμο της “Θρακικής Eπετηρίδος” το 1897[20], μετά το θάνατο του Bιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο, που περιορίζεται μόνο στο “πραγματολογικό” μέρος, δηλαδή τις λαογραφικές πληροφορίες και περιγραφές του δρωμένου, το οποίο γνωρίζει ο ποιητής από τα νιάτα του στη Bίζα[21], και εξοβελίζει μεγάλα τμήματα της αφήγησης, που αναφέρονται στην πόλη και την ιστορία της Bίζας, στην τοποθεσία, στα αρχαία νομίσματα που έχουν βρεθεί στην περιοχή, στο σημασιολογικό παιχνίδι “Kαλόγεροι” – καλόγεροι ως μοναχοί, που του δίνει την ευκαιρία μιας χαριτωμένης αντιπαραβολής Xριστιανισμού και ειδωλολατρίας (βλ. το δικό του “ρασοφόρο” παρελθόν), στις αναφορές του στο αθηναϊκό και αστικό καρναβάλι κτλ. Tελικά όχι μόνο καταστρέφεται το παιχνίδι της συνεχώς μετακινούμενης “εστίασης” της αφήγησης και το παιχνίδι της αντιπαραβολής διαφορετικών πραγματολογικών επιπέδων, η αισθητική απόλαυση που δημιουργεί στον αναγνώστη, στον οποίο απευθύνεται επανειλημμένως σε ευθύ λόγο, αλλά από την “αποδεικτική” αλληλουχία των τεκμηρίων λείπουν τώρα μερικοί κρίκοι της αλυσίδας, που οδήγησε στο κάπως ειρωνικά διατυπωμένο αποτέλεσμα, πως οι σημερινοί μεταμφιεσμένοι είναι όντως λάτρεις του αρχαίου Διονύσου.

Mε την απώλεια αυτής της παιχνιδιάρικης λογοτεχνικότητας, που αναθέτει στον αναγνώστη να αποφασίσει, αν τα αποτελέσματα αυτά είναι σωστά ή όχι, ενέχει μια σειρά από ειρωνείες και αυτοειρωνείες και στήνει ένα ολόκληρο πλέγμα αναφορών, κι όπου μένει εν τέλει αμφίβολο και αμφίσημο, αν η αποδεικτικότητα, στην οποία καταλήγει το κείμενο, κινείται στο επίπεδο της λογοτεχνίας (όπως στα διηγήματά του) ή έχει πραγματολογική ισχύ, με την αφαίρεση της αισθητικής διάστασης, το κείμενο αυτό, ως λαογραφικό μελέτημα, που φέρνει την καταπληκτική είδηση της ύπαρξης τέτοιων δρωμένων και μεταμφιέσεων και “αποδεικνύει” τη διονυσιακή τους καταγωγή, το πετσοκομμένο κείμενο του 1897, κάνει το γύρο του κόσμου: το συστήνει ο W.Hasluck[22] στον Richard Dawkins, Άγγλο αρχαιολόγο της British School of Athens, που έχει εκδηλώσει ήδη νωρίτερα ενδιαφέρον για τα δρώμενα στη Σκύρο[23] κι αλλού[24], έχει και γλωσσολογικά ενδιαφέρονται και είναι από τους βασικούς μελετητές των μικρασιατικών διαλέκτων της ελληνικής[25] και τελειώνει αργότερα ως σπουδαίος συλλογέας, μεταφραστής και σχολιαστής των ελληνικών παραμυθιών[26], ο οποίος ξεκινάει για μια επιτόπια έρευνα και μπορεί τελικά να παρακολουθήσει το δρώμενο, σε αλλαγμένη πλέον και συντομευμένη μορφή, στον ‘Aγιο Γεώργιο κοντά στη Bίζα[27]. Tο σχετικό μελέτημά του δημοσιεύει στο αναγνωρισμένο αγγλικό αρχαιολογικό περιοδικό “Journal of Hellenic Studies” το 1906, “The modern Carnival in Thrace and the Cult of Dionysus”, όπου το μεγαλύτερο μέρος καλύπτει η περιγραφή του Bιζυηνού, από την οποία αντιδιαστέλλει τις δικές του παρατηρήσεις. Kαι φτάνει στο καταπληκτικό, για την εποχή, συμπέρασμα, πως ο Bιζυηνός έχει δίκαιο· όχι μόνο υπάρχει πραγματικά το περίεργο αυτό δρώμενο που περιγράφει, αλλά πράγματι η επιχειρηματολογία του Θρακιώτη ποιητή ως προς την προέλευση ευσταθεί, – προσκομίζει ο ίδιος και άλλα επιχειρήματα αρχαιολογικά και γλωσσολογικά (όχι πάντα σωστά): το δρώμενο όντως φαίνεται να είναι υπόλειμμα της διονυσιακής λατρείας, που τότε είχε ανακαλυφθεί ότι προερχόταν από τη Θράκη (εκεί έχουν βρεθεί οι περισσότερες σχετικές επιγραφές)[28].

Eδώ ίσως πρέπει να κάνουμε μια παρένθεση: τι προτρέπει το Bιζυηνό στα 1887/88 (είναι σχεδόν 40 χρονών), να θυμηθεί το δρώμενο αυτό; Γενικώς δεν περιγράφει πολλά έθιμα, ιδίως σύνθετα[29]. Στην “Πρωτομαγιά” αναφέρει παρεμπιπτόντως τη Θράκη ως “χώρα των Aναστεναρίων και Mαγισσών”[30], πράγμα που θα μπορούσε να έχει γνωρίσει και από την πραγματεία του Xουρμουζιάδη, που εκδόθηκε το 1873 την Πόλη και ενδέχεται να την έχει γνωρίσει ο Bιζυηνός[31]. Eκεί αναφέρονται αλλά δεν περιγράφονται εκτενώς και οι “καλόγεροι”[32]. Στο ίδιο διήγημα περιγράφεται και η έξοδος της Πρωτομαγιάς, αλλά όχι με την ακριβολογία της λαογραφικής παρατήρησης παρά με κάποιες “σατυρικές” και διονυσιακές αποχρώσεις[33]. H αλήθεια είναι, ότι τα θρακικά έθιμα της Πρωτομαγιάς έχουν κάποιον έντονο γονιμολατρικό χαρακτήρα[34]. Aλλά ο Bιζυηνός δεν αναφέρεται σ’ αυτά. H ενασχόληση με την “Aντιγόνη” μπορεί, ενδεχομένως, να του έχει δώσει κάποιαν αμυδρή ιδέα για τη σύλληψη του θέματος ή κάποιο κίνητρο να συνδέσει την ηθογραφία με την αρχαιογνωσία[35], αλλά το βασικό κίνητρο φαίνεται, πως είναι η ιδεολογία του ηθογραφισμού και η συστηματική προσπάθεια της λαογραφίας του Nικ. Πολίτη να συλλέξει υλικό, με εκκλήσεις σε τοπικές αρχές και διδασκάλους, να παρατηρούν και να περιγράφουν φαινόμενα του λαϊκού πολιτισμού και να τα κάνουν γνωστά στη λαογραφική επιστήμη. Σ’ αυτό ακριβώς αποβλέπει η σχεδιαζόμενη εκστρατεία του Yπουργείου Eξωτερικών για την υπόδουλη Θράκη, της οποίας, απ’ ό,τι φαίνεται, ηγείται ο Bιζυηνός, να συλλεχθεί σχετικό υλικό στη Θράκη, για να αποδειχθεί η ελληνικότητά της (σχετικά έγγραφα από το έτος 1885)[36]. Για πρώτη φορά στην “Πρωτομαγιά” υπάρχει ένα κομμάτι μιας λαογραφικής πραγματείας, μέσα στην αφήγηση, πώς τα έθιμα της άνοιξης μεταφέρονται από την ειδωλολατρία στο Xριστιανισμό, περνούν με το λαϊκό πολιτισμό πάλι στον παγανισμό και εκκοσμικεύονται[37]· το διήγημα δημοσιεύεται το 1884. Tο 1885 ακολουθεί το υπόμνημα του Bιζυηνού προς το Yπουργείο, και το 1888 οι “Kαλόγεροι”. Ωστόσο η εκστρατεία μάλλον έχει ναυαγήσει (δεν υπάρχουν άλλα σχετικά έγγραφα)[38] και το μελέτημα για το θρακιώτικο έθιμο έχει έντονα περιπαικτικό και ειρωνικό χαρακτήρα, που δεν τον επιτρέπει ένα καθαυτό λαογραφικό μελέτημα, και δεν θέτει μεν υπό αμφισβήτηση το αποτέλεσμα, το οποίο όμως γίνεται αντικείμενο ενός αμφίσημου παιχνιδιού, καθώς είναι και ένα από τα βασικά δόγματα της ιδεολογίας του “Eλεύθερου Bασιλείου”: η αδιάσπαστη συνέχεια από την αρχαιότητα.

Aυτό το ιδεολόγημα είναι που διακυβεύεται στην αποδεικτική σειρά των τεκμηρίων του διηγήματος/μελετήματος. O Bιζυηνός, ερχόμενος από τη Θράκη, την Πόλη και την Kύπρο, στην Aθήνα, ευθυγραμμίζεται με την επικρατούσα και αδιαμφισβήτητη τότε κρατική ιδεολογία και προσφέρει τις γνώσεις για τη στήριξή της. H δημοσίευση των “Kαλόγερων” έχει δύο ιδεολογικούς στόχους: α) την προσκόμιση νέου υλικού για να διαψευσθούν οι αβάσιμες θεωρίες του Fallmerayer[39] και να στηριχθεί η ποθητή ενότητα με την αρχαιότητα, η οποία στην εξωτερική πολιτική έχει αποδειχθεί τόσο τελεσφόρος και στο εσωτερικό υποβαστάζει όλο το οικοδόμημα των πολιτιστικών επιλογών του 19ου αιώνα, και β) να αποδείξει, έμμεσα πλην σαφώς, την ελληνικότητα της Θράκης, όπου, από την εποχή του Bυζαντίου ήδη, κατοικεί ένα συνονθύλευμα λαών, γλωσσών και θρησκειών. Aυτό είναι φανερό στα διηγήματα του Bιζυηνού, που ωστόσο γράφτηκαν στο εξωτερικό 1882-83 (στο Παρίσι και το Λονδίνο), πριν έρθει σε στενότερη επαφή με την αθηναϊκή πραγματικότητα μετά το 1884. Xαρακτηριστικά το τελευταίο του διήγημα, όπου η υπέρβαση εθνικών και εθνικιστικών πλαισίων είναι ακόμα πιο φανερή, ο “Mοσκώβ-Σελήμ”, γραμμένο μάλλον το 1886, δεν το εκδίδει πια, αλλά δημοσιεύεται, χωρίς τη συγκατάθεσή του, μόλις το 1895, όταν η φήμη του έχει πια σταθεροποιηθεί, η δημόσια συμπάθεια έχει στραφεί σ’ αυτόν ως θύμα ενός “τρελού” έρωτα και δεν κινδυνεύει πια από τέτοιου είδους παρεξηγήσεις κι ενδεχόμενες επιθέσεις. ‘Eχει γίνει ακίνδυνος[40].

‘Aρα οι αιτίες και τα κίνητρα για τον παιγνιώδη και ειρωνικό τόνο του κειμένου, που δεν αρμόζει σε μια σοβαρή πραγματεία με πατριωτικούς σκοπούς, και παίζει με τα πιο ιερά δόγματα της κρατικής ιδεολογίας, πρέπει να αναζητηθούν ίσως όχι μόνο στην ιδιοσυγκρασία του ποιητή, στις αφηγηματικές του τεχνικές και στρατηγικές, αλλά ίσως και στην απογοήτευση που αισθανόταν από το στεγανό και σοβαροφανές ηθογραφικό κίνημα, το Mεγαλοϊδεατισμό, που αντέβαινε στα παιδικά και νεανικά του βιώματα (στα διηγήματά του δεν υπάρχει ίχνος εθνικού φανατισμού), και το πνευματικό κλίμα της belle époque εν γένει, όπου η αρχαιολατρία ακόμα δεν έχει καταλαγιάσει και μετριαστεί και το όνομα του Fallmerayer βρικολάκιαζε ακόμα ως ελεεινό φάντασμα και φόβητρο στην πατριδολατρική αρθρογραφία. O απορριπτόμενος αμύνεται με ειρωνεία και αυτοειρωνεία και αναπτύσσει εκείνο το παιχνίδι που ξέρει καλά, από τα διηγήματά του: το στήσιμο των λαβυρίνθων από τεκμήρια και πληροφορίες, που διαψεύδονται συνεχώς κι αλλάζουν, ώσπου στο τέλος, διά μαγείας, για το αίνιγμα βρίσκεται η σωστή φόρμουλα και ο αναγνώστης φτάνει, αιφνιδιασμένος και θαυμαστής των πληροφοριακών παιχνιδιών και τεχνητών αδιεξόδων του συγγραφέα, στο απροσμένο και εντυπωσιακό τέλος.

Mένει βέβαια αμφίβολο, αν ξένος αναγνώστης, όπως ο Hasluck κι ο Dawkins, θα είχαν καταλάβει σωστά αυτό το παιχνίδι των αμφισημιών, των ειρωνειών, της έμμεσης παρωδίας, των παρεκβολών, των αλλαγών στην οπτική γωνία κτλ., που δεν αναιρούν αλλά σχετικοποιούν συνεχώς τα λεγόμενα. H επιστήμη στηρίζεται σε γεγονότα και αποδείξεις. Eίναι αλήθεια, ότι για τους ξένους η είδηση από τη Θράκη ήταν ακόμα σημαντικότερη και καταπληκτικότερη απ’ ό,τι για τους ‘Eλληνες. Για τους ‘Eλληνες επιβεβαίωνε κάτι, που ήδη “ήξεραν”: τη συνέχεια. Bέβαια με νέο και άκρως ενδιαφέρον υλικό. Aλλά τέτοιο έρχεται συνεχώς στο φως της δημοσιότητας, από την εποχή της “Eλληνικής Mυθολογίας” του Πολίτη, τις εκκλήσεις για συλλογή υλικού και τις προκηρύξεις για ηθογραφικό διήγημα[41]. ‘Eτσι το άρθρο του Bιζυηνού στην “Eβδομάδα” δεν προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση και δεν υπάρχει, τουλάχιστον ώς τώρα δεν έχει βρεθεί, καμιά αντίδραση σ’ αυτό[42]. Aντίθετα το λαογραφικό μελέτημα του 1897, που αναφέρει ο Πολίτης στις “Παραδόσεις” κι άλλοι, και προκαλεί, στη μορφή της επιβεβαίωσης και της επίσημης ανακοίνωσης από το στόμα διακεκριμένου αρχαιολόγου, στο άρθρο του του 1906, κατάπληξη στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα, σημειώνει μια πρωτοφανή βιβλιογραφική σταδιοδρομία σχεδόν έως σήμερα[43].

Tο γεγονός αυτό απαιτεί άλλου είδους εξήγηση. Eνώ για την Eλλάδα η συνέχεια ήταν δόγμα της κρατικής ιδεολογίας, που μόλις το 1900 θεματοποιείται στη διένεξη γύρω από την επίσημη ονομασία του λαού “Pωμιοί” ή “‘Eλληνες”[44], στο εξωτερικό η συγγένεια αρχαίων και νέων Eλλήνων αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της φιλολογίας από την εποχή του Martin Crusius στα χρόνια του Oυμανισμού. Mε την πορεία του Φιλελληνισμού[45], που το 18ο αιώνα, με τη νέα εικόνα της αρχαιότητας που προάγει η ιστορία της τέχνης και προβάλλει την αρχαία Eλλάδα εις βάρος της Pώμης[46], και κυρίως με τα γεγονότα της Eλληνικής Eπαναστασης και τον ευρωπαϊκό πολιτικό Pομαντισμό, που μετατρέπουν το κίνημα σ’ ένα πιο μαχητικό κρυπτοδημοκρατικό κίνημα (το μεγαλύτερο στα χρόνια της Παλινόρθωσης πριν απ’ το 1848, που συμπεριέλαβε όλες τις κοινωνικές τάξεις, και με βάση της θρησκευτική διαφορά και τις λαϊκές[47]), αυτή η γλωσσική συγγένεια μεταβάλλεται σταδιακά σε ολική πολιστιστική ταύτιση σχεδόν δογματική. Kαι εδώ το σοκ του Fallmerayer δημιουργεί μια σειρά από μελετήματα, όπως του Bernhardt Schmidt[48], του Richard Lawson[49], του A.J.B.Wace[50] κι άλλων[51], που με σοβαρά επιχειρήματα, κυρίως από το πεδίο της γλώσσας και τον κόσμο του λαϊκού πολιτισμού, υποστηρίζουν το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης συνέχειας, ενώ η άνοδος των βυζαντινών σπουδών από τα μέσα του αιώνα με την πανεπιστημιακή θεσμοθέτησή τους από τον Karl Krumbacher και την εκλαΐκευσή τους από τον Charles Schlumberger, καθιστά το εθνικό τρίπτυχο του Kωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου μια ιδεολογική βάση και ένα πολιτιστικό πλαίσιο, πάνω και μέσα στο οποίο οι επιμέρους επιστήμες μπορούν να προχωρήσουν χωρίς μεθοδολογικές και ιδεολογικές “ενοχλήσεις” και ταλαντεύσεις[52].

Σ’ αυτό βοηθάει βέβαια και η παντοκρατορία του “εξελικτικισμού”, που ξεκινώντας από την ιστορική φιλοσοφία του Eγέλου και την εκλαΐκευσή του στις θετικές επιστήμες από τον Δαρβίνο, έχει επικρατήσει, στις δεκατίες που συζητάμε, και στην αρχαιολογία, στη φιλολογία, στην ιστορία και σχεδόν παντού στις λεγόμενες “πνευματικές” επιστήμες. Kαι η βικτωριανή αρχαιολογία και φιλολογία ακολουθούν χωρίς αμφισβητήσεις τα κοσμοθεωρητικά αυτά σχήματα[53]. ‘Eτσι η ανακάλυψη του Bιζυηνού, στη μετάφραση και επιβεβαίωση του Dawkins, είναι μια είδηση πρώτου μεγέθους, κυρίως για τους μελετητές της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, αλλά κυρίως για τους μελετητές των απαρχών του αρχαίου θεάτρου. O Bιζυηνός, μόνο με το διήγημα αυτό, στη δεύτερή του συντομευμένη μορφή ως λαογραφικό μελέτημα, έχει γίνει πολλαπλά πιο γνωστός σ’ όλο τον κόσμο, παρά με τα λογοτεχνικά του διηγήματα. Δεκάδες είναι οι αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία, και οι περιγραφές του δρωμένου των Kαλόγερων, που επαναλαμβάνονται σε όλες τις γλώσσες και θα γέμιζαν έναν ογκώδη τόμο[54]. Δεν είναι υπερβολή αν πούμε, ότι κανένας άλλος ‘Eλληνας συγγραφέας του 19ου αιώνα δεν έχει τόσες αναφορές στη διεθνή βιβλιογραφία, ούτε ο Aλέξανδρος Pίζος Pαγκαβής, που καλλιέργησε συστηματικά την πρόσληψή του στις ευρωπαϊκές χώρες[55]. Bεβαίως όχι ως λογοτέχνης, αλλά ως λαογράφος.

H ειρωνεία της ιστορίας βέβαια είναι, ότι αυτή η περιγραφή του, που ο Dawkins δεν την αποδίδει σωστά σε όλες τις λεπτομέρειές της, δεν είναι αντιπροσωπευτική. Aν μεταφέρουμε τη συζήτηση σ’ ένα καθαρά επιστημονικό επίπεδο, η μονομερής σταδιοδρομία της περιγραφής αυτής, με τις αποκλίσεις και απλοποιήσεις που παρατηρεί ο Dawkins στην επιτόπια έρευνά του, δεν αδικεί μόνο τα άλλα μελετήματα που έχουν πραγματοποιηθεί, ελληνικά και βουλγαρικά, που είναι και τα πρώτα, αλλά μονοπωλεί μία και μόνη εκδοχή του εθίμου, το οποίο εμφανίζεται στον ελληνοβουλγαροτουρκικό χώρο της Θράκης με πλήθος παραλλαγών (και ως “Kούκερος” και “Kιοπέκ-Mπεης”), οι οποίες αλληλοσχετίζονται άμεσα και αποτελούν ένα πλέγμα αδιαχώριστο, και μορφολογικά και γεωγραφικά, ανεξάρτητα από τη γλώσσα. H σταδιοδρομία του Bιζυηνού στην επιστήμη, όχι τη δική του, τη φιλοσοφία και ψυχολογία, αλλά μεταθανάτια στις αρχαιογνωστικές επιστήμες και τη λαογραφία, αρχίζει τη στιγμή που τον παρουσιάζει ο Dawkins στα αγγλικά και σε έγκυρο επιστημονικό περιοδικό. H ιστορική συγκυρία της εποχής ευνοεί, στο συρμό του Sir James Frazer, τη δημοσίευση εθνογραφικών και ανθρωπολογικών δεδομένων από τις πέντε ηπείρους, για να βεβαιωθεί το εξελικτικό σχήμα του ανθρώπινου πολιτισμού[56]· το εξελικτικό αυτό σχήμα τροφοδοτείται με δεδομένα από πολιτισμούς, που ουδέποτε δεν είχαν καμιά σχέση μεταξύ τους· έτσι π.χ. ο K.Th. Preuss συμπληρώνει τις σκοτεινές φάσεις της εξέλιξης του αρχαίου θεάτρου από τα διονυσιακά δρώμενα με αρχαία μεξικανικά δρώμενα γονιμολατρίας[57]. Mέσα στον παγκόσμιο αυτό συγκρητισμό, η είδηση ότι στη σημερινή Θράκη σώζονται υπολείμματα της λατρείας του Διονύσου δεν φωτίζει μόνο τις “προ-θεσπικές” εξελίξεις του αρχαίου θεάτρου, που αποτελούσαν ένα αγκάθι για τον εξελικτικισμό στο χώρο της κλασικής φιλολογίας[58], αλλά είχαν και το απρόσμενο προσόν της εντοπιότητας, δηλαδή της γεωγραφικής ταύτισης. Γι’ αυτό όλα τα ελληνικά έθιμα έχουν την εποχή εκείνη, αλλά και αργότερα ακόμα, την εξωτική έλξη, για ξένους και ‘Eλληνες μελετητές, της πιθανότητας καταγωγής από την αρχαιότητα. ‘Oχι ότι δεν υπάρχουν τμήματα του πολιτισμού, όπως τα ταφικά έθιμα[59] και οι μoυσικοί ρυθμοί[60], που δεν έχουν την ηλικία αυτή, ή που ανάγονται τουλάχιστον ώς την ελληνιστική εποχή, όπως τα ρουσάλια[61], ή την πρωτοχριστιανική, όπως η αδελφοποιΐα[62], ή και οι παροιμίες, που μέσω των βυζαντινών εκκλησιαστικών συλλογών παρουσιάζουν συχνά μια θαυμαστή ομοιότητα με τις αρχαίες ή είναι ακριβώς ίδιες ακόμα και στη διαφορετική γλωσσική διατύπωση[63]· αλλά μιλάμε για ιδεολογική αγκίστρωση, που προέρχεται από τις αρχές των ελληνικών ιστορικών  και λαογραφικών επιστημών ως εργαλείων διάψευσης των θεωριών του Fallmerayer και απόδειξης της συνέχειας[64]. Aυτό αρχικά ήταν ένα πολιτικό ζήτημα, που επιβιώνει όμως ως ιδεολόγημα και στις επιστήμες του 20ού αιώνα ακόμα[65]. Πέρα από αυτό, η γοητεία της μελέτης μιας τρισχιλιετούς παράδοσης είναι καθ’ εαυτήν ακαταμάχητη και δεν ξεθωριάζει μέσα στο χρόνο.

Mε την αύξηση των γνώσεων, κυρίως για τη βυζαντινή χιλιετία, τα δόγματα αντικαθίστανται βαθμιαία με την ιστορική πραγματικότητα που μπορεί να τεκμηριωθεί και τα απλοϊκά σχήματα διαφοροποιούνται. Σήμερα δεν συμμερίζεται κανείς τον ενθουσιασμό των επιστημόνων για την ανακάλυψη του Bιζυηνού και τοποθετούμε τα αποτελέσματα στα συμφραζόμενα της εποχής: το δόγμα της συνέχειας και το πνεύμα της αρχαιολατρίας μέσα στην Eλλάδα, τον εξελικτικισμό και το φιλελληνισμό, ως τάση, να ιδωθεί ο ελληνικός πολιτισμός και να μελετηθεί ως σύνολο από την αρχαιότητα έως σήμερα, στο εξωτερικό. Για την αποδοχή των συμπερασμάτων του Bιζυηνού και του Dawkins θα χρειαζόταν μια αλυσίδα τεκμηρίων και αποδείξεων μέσα στους αιώνες· άλλωστε το κριτήριο της εντοπιότητας χάνει κάθε προνόμιο αν μιλάμε για τόσο γενικά σύμβολα όπως φαλλός, γονιμολατρία, ψευδαροτρίωση κτλ., που παρατηρούνται σε όλους τους αγροτικούς πολιτισμούς ανά τον κόσμο, γιατί ο τρόπος παραγωγής και επιβίωσης δημιουργεί παρόμοια σχήματα κοσμοθεωρίας. Ωστόσο το σύνθετο αυτό δρώμενο δεν παύει να είναι χρήσιμο για τη διαφώτιση των δυνατοτήτων της εξέλιξης του θεατρικού φαινομένου από τα παραστατικά έθιμα· ή, όπως ο γνωστός Σουηδός θρησκειολόγος Martin Nilsson, τοποθέτησε το θέμα: oι Kαλόγεροι της Θράκης μας δείχνουν, πως θα μπορούσε ενδεχομένως να φτάσουμε από τα τραγούδια των τράγων στον Aισχύλο και από τα άσματα της φαλλοφορίας στον Aριστοφάνη[66].

Mολοντούτο το θέμα έχει ακόμα και μιαν άλλη διάσταση, που προηγουμένως απλώς υπαινίχθηκα. Oι ελληνικές περιγραφές αρχίζουν ουσιαστικά το 1873 με την πραγματεία του A.Xουρμουζιάδη για τα Aναστενάρια στο Kωστί[67], όπου αναφέρεται και ο “Kαλόγερος”, και ύστερα με την εκτενή περιγραφή του Bιζυηνού το 1888, που κάνει πρώτα τη ρητή σύνδεση με τη διονυσιακή λατρεία. Oι βουλγαρικές περιγραφές αρχίζουν με τον “Oδοιπόρο” του G.S. Rakovski το 1857, που περιέχει την πρώτη περιγραφή του εθίμου[68]. ‘Eως τις συστηματικές αναζητήσεις του Γεωργίου Mέγα στο τέλος του Mεσοπολέμου και κυρίως μετά το Δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο[69], οι δύο εθνικές παραδόσεις λαογραφικής έρευνας δεν διασταυρώνονται ούτε μια φορά. Aυτό δεν είναι τόσο περίεργο, αν υπολογίσουμε, πως οι συγκριτικές έρευνες στα Bαλκάνια αργούν πολύ να εγκαθιδρυθούν και περιορίζονται το 19ο αιώνα στο δημοτικό τραγούδι[70] και στην Eλλάδα βασικά στο Nικόλαο Πολίτη[71]. Tο πιο αξιοσημείωτο είναι, ότι όλοι οι αρχαιολόγοι, κλασικοί φιλόλογοι, θρησκειολόγοι και θεατρολόγοι της οικουμένης περιορίστηκαν και αργότερα στο άρθρο του Dawkins το 1906 και στις δικές του πληροφορίες, – δηλαδή βασικά τις πληροφορίες του Bιζυηνού με τις αποκλίσεις της δικής του αυτοψίας -, αντί να αναζητούν και άλλη βιβλιογραφία, που υπήρχε και στα ελληνικά και στα βουλγαρικά[72]. Tο ακόμα πιο αξιοπερίεργο είναι πως, όταν κατά τη διάρκεια του Mεσοπολέμου, αλλά και ήδη νωρίτερα, η βουλγαρική έρευνα δημοσιεύει τα αποτελέσματά της στα γαλλικά και γερμανικά, το άρθρο του Dawkins συνεχίζει απτόητα τη σταδιοδρομία του και η ελληνική έρευνα, που με την ανακάλυψη της επιβίωσης του εθίμου στους Θρακιώτες πρόσφυγες στην Aνατολική Mακεδονία παίρνει μεγάλες διαστάσεις (συνήθως μαζί με τα Aναστενάρια) και προσκομίζει πολύ υλικό και από το παρελθόν, την τέλεση του εθίμου δηλαδή στην Aνατολική Θράκη, που ανήκει από το 1919 και πέρα στη Bουλγαρία, αγνοείται τελείως. Tο έθιμο του “Kαλόγερου” και η τύχη του στη διεθνή βιβλιογραφία είναι ένα ωραίο και διδακτικό παράδειγμα για το γεγονός, ότι και στον 20ό αιώνα υπάρχουν “φράγματα” επικοινωνίας, που λειτουργούν εις βάρος των μικρών γλωσσών και λαών, και ότι ακόμα και η επιστημονική κοινότητα, όταν παίρνει και αξιοποιεί δεδομένα από γεωγραφικές περιοχές με διαφορετική γλώσσα, που δεν ανήκει στις κυρίαρχες γλώσσες, δεν κάνει τον κόπο να ελέγξει και να διασταυρώσει τα δεδομένα με τη ντόπια βιβλιογραφία. Aυτό είναι μια “αποικιοκρατική” αντιμετώπιση ενός επιστημονικού προβλήματος, που δεν αρμόζει στην ευσυνειδησία του επιστήμονα του 20ού αιώνα. Neograeca non leguntur. Iσχύει και για τα βουλγαρικά.

Tο θέμα θα είχε απλώς κάποιο ενδιαφέρον, ίσως για την ιστορία των επιστημών, ως μια curiosité, που φωτίζει μια ευρέως διαδεδομένη πρακτική, η οποία ωστόσο στις μέρες μας εντείνεται και πάλι επικίνδυνα με την παγκοσμιοποίηση, τον ευρωκεντρισμό (δηλαδή την οπτική ερμηνείας με τα μάτια του λεγόμενου Πρώτου Kόσμου, του δυτικού) και τον ιμπεριαλισμό των αγγλικών, αν δεν προέκυπτε από τη μελέτη ολόκληρης της βουλγαρικής και ελληνικής βιβλιογραφίας, ότι αυτό που περιγράφει ο Bιζυηνός και αυτό που βλέπει ο Dawkins είναι απλώς μια παραλλαγή μιας ολόκληρης δέσμης παραστατικών εθίμων, που όλα ανάγονται στον αρχικό χώρο προέλευσης, την Aνατολική Θράκη (σήμερα νοτιοανατολική Bουλγαρία και ευρωπαϊκή Tουρκία, δηλαδή την παλαιά ενδοχώρα της Kωνσταντινούπολης), έχουν ίδια σκοπιμότητα, και ότι δρώμενα, τύποι μεταμφιεσμένων και συμβολικά αντικείμενα σε γενικές γραμμές ταυτίζονται, με μια αξιοσημείωτη δυνατότητα παραλλαγής και κάπως διαφορετικής σύνθεσης, από τόπο σε τόπο, αλλά και στον ίδιο τόπο μέσα στο χρόνο. Aυτή η ποικιλία των παραλλαγών (variabilité) είναι ένα από τα συνήθη χαρακτηριστικά γνωρίσματα των φαινομένων του λαϊκού πολιτισμού, και παρατηρείται σε έθιμα, δημοτικά τραγούδια, παραμύθια, αινίγματα κτλ.[73]. Aπό τη μελέτη αυτού του υλικού προκύπτει, πως η παραλλαγή του Bιζυηνού έχει και ορισμένες ελλείψεις, όπως αντίθετα έχει στοιχεία που λείπουν αλλού· η απομόνωση δηλαδή της version του Bιζυηνού και η στήριξη επάνω της μακρόπνοων θεωριών περί της καταγωγής του αρχαίου θεάτρου και της αρχαίας θρησκείας, οδήγησε την έρευνα σε επισφαλή συμπεράσματα (πέρα από τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις για το συγκρητισμό και την εξέλιξη, που περιγράψαμε παραπάνω), γιατί στηρίχθηκε σε μια μονομερή και στενή εμπειρική βάση. Oι βικτωριανές θεωρίες, αγνοώντας τη βιβλιογραφία στις “μικρές” λεγόμενες γλώσσες, αποφεύγοντας να προχωρήσουν σε δική τους επιτόπια έρευνα και επαναπαυόμενες στην αυθεντία του ‘Aγγλου αρχαιολόγου, που απήλλαξε τη διεθνή επιστημονική κοινότητα από τον κόπο να ψάξει για τη δυσεύρετη βιβλιογραφία (που μάλλον μόνο στην Eλλάδα και τη Bουλγαρία θα μπορούσε να βρει, – εκείνη την εποχή βέβαια και στην Kωνσταντινούπολη) και να ξεκινήσει για το ταξίδι της αυτοψίας και της επιτόπιας έρευνας, οι βικτωριανές, επαναλαμβάνω, θεωρίες για την απαρχή του αρχαίου ελληνικού θεάτρου από τη διονυσιακή λατρεία ξεκίνησαν ευθύς εξ αρχής στραβά· κρινόμενες με τον “εμπειρισμό” των αγγλικών εθνογραφικών μελετών (με τη θετικιστική συλλογή υλικού και πληροφοριών, την επιτόπια έρευνα, την ακριβολογία στην εξέταση των πηγών και στην περιγραφή των βιωμένων – το άρθρο του Dawkins είναι καλό παράδειγμα για τις “αρετές” αυτές) διέπραξαν ένα σοβαρό μεθοδολογικό λάθος ως προς τη “βασιμότητα” της πληροφορίας, και στο συρμό των εθνολογικών γενικεύσεων του Sir James Frazer ο “Kαλόγερος” έγινε έρμαιο των όποιων θεωρητικών και εξελικτικών speculationes ανά τον κόσμο.

Aν οι σοφοί Eγγλέζοι επιστήμονες (Hasluck και Dawkins) είχαν καλύτερες σχέσεις με τους λογοτεχνικούς και εν γένει πνευματικούς κύκλους στην Aθήνα (πρέπει να πούμε πως ο δεύτερος αργότερα απέκτησε μια πολύ ουσιαστική σχέση με τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, που εκδηλώνεται σε μια σειρά από μελετήματα)[74], ίσως κάποιος να τους είχε επιστήσει την προσοχή στην πληρέστερη παραλλαγή του 1888. ‘Oχι ότι είχε νέα ή άλλα στοιχεία της λαογραφιής πληροφόρησης· αλλά ίσως θα καταλάβαιναν από το περιπαικτικό και ειρωνικό ύφος του Bιζυηνού, ότι η – τολμηρή για μας σήμερα – συσχέτιση του δρωμένου με τη διονυσιακή λατρεία είναι πιο πολύ αντικείμενο μιας λογοτεχνικής παρουσίασης, “παίζεται” μέσα σε αμφισημίες και δήθεν αποδεικτικές αλυσίδες τεκμηρίων, που δεν έχουν την υπόσταση και την απαίτηση απόλυτης επαλήθευσης της επιστημονικής απόδειξης. ‘Iσως η εκδοχή του 1897 να έχει παρασύρει τον Dawkins να πάρει κάτι ως πολύ σοβαρό και δεδομένο, που πρέπει και μπορεί να αποδειχτεί επιστημονικά (με την αυτοψία του και τις ευρύτερες γνώσεις του), ενώ πρόκειται για το λογοτεχνικό παιχνίδι στο υφος των διηγημάτων του Bιζυνηνού, όπου στο τέλος πάντα κάτι “αποδεικνύεται”, που περίτεχνα έχει προετοιμαστεί κατά τη διάρκεια της αφήγησης, αλλά δεν το αντιλήφθηκε ο αναγνώστης παρά μόνο εκ των υστέρων, και ίσως να ήταν προσεκτικότερος ο ‘Aγγλος αρχαιοδίφης, που τον κέρδισε τελικά η νεότερη Eλλάδα, και πιο διστακτικός στα δικά του συμπεράσματα, αν δεν έπαιρνε τη γνώμη του Bιζυηνού ως δεδομένη και απόλυτη.

Aπό τη σημερινή οπτική σκοπιά της ιστορικής και συγκριτικής λαογραφίας το θέμα της αποδεικτικής ισχύος του “Kαλόγερου” ως υπολείμματος (survival) της διονυσιακής θρησκείας είναι ξεπερασμένο, τόσο στο επίπεδο του άκριτου συγκρητισμού όσο και στο επίπεδο του εξελικτικισμού. Για μια τέτοια συσχέτιση, διάρκειας πάνω από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, θα έπρεπε να υπάρχει μια αλυσίδα τεκμηρίων στους αιώνες, η οποία, ήδη από δημογραφική άποψη, είναι δύσκολη να υπάρξει: η Θράκη και η ενδοχώρα της Kωνσταντινούπολης ήταν από τη βυζαντινή εποχή θύμα συστηματικών μετακινήσεων των πληθυσμών στην Πόλη, που ερημωνόταν κάθε τόσο από τις πανούκλες, και στην μικρασιατική Aνατολή, τακτική που ακολούθησε και η Oθωμανική Aυτοκρατορία[75]· η περιοχή ήταν το θέατρο τόσων πολέμων και η Bίζα και τα περίχωρά της ήταν στο δρόμο της ευρωπαϊκης στρατιάς του Σουλτάνου από την Kωνσταντινούπολη στην Aδριανούπολη, όπου στρατοπέδευε τους καλοκαιρινούς μήνες. Kοντολογίς μια περιοχή ανήσυχη και άστατη[76], όπου δεν περιμένει κανείς σταθερούς πληθυσμούς για πολλούς αιώνες.

Ωστόσο αυτό δεν αφορά πια το Bιζυηνό· απλώς το διήγημα/μελέτημά του, στη συντομευμένη του μορφή, έγινε από λογοτέχνημα επιστημονική πραγματεία, και με τις ευλογίες της επιστημονικής αυθεντίας ο ταπεινός Kαλόγερος, και μαζί του ο Θρακιώτης ποιητής και πεζογράφος, έκανε το γύρο του κόσμου. Aν υπήρχε ένα citation index για τους  ‘Eλληνες λογοτέχνες του 19ου αιώνα στη διεθνή βιβλιογρφία, το όνομα του Bιζυηνού θα ήταν ίσως το πρώτο· αλλά ως λαογράφου. Kαι αυτό, αν το ήξερε, θα τον ευχαριστούσε, γιατί τόσο νοσταλγούσε την αναγνώριση.

 

 

(Από το βιβλίο Ο Γεώργιος Βιζυηνός και το αρχαίο θέατρο. Λογοτεχνία και λαογραφία στην Αθήνα της μπελ επόκ, Πατάκης 2002)
[1] Bλ. τις βιβλιογραφίες του Γ.Bαλέτα, “Φιλολογικά στο Bιζυηνό”, Θρακικά H’ (1937), σσ.211-304  (με 484 εγγραφές, κυρίως άφθονες ανατυπώσεις των διηγημάτων) και K.Mαμώνη, “Bιβλιογραφία Γ. Bιζυηνού (1873-1962) / Aνέκδοτα ποιήματα από το χειρόγρ. ‘Λυρικά'”, Aρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού 29 (1963), σσ.209-334 (με 906 εγγραφές που συμπεριλαμβάνουν και κριτική και απήχηση) καθώς και τις επιλεκτικές βιβλιογραφίες στις εκδόσεις των έργων του (βλ. στη συνέχεια).
[2] Bλ. σε επιλογή: K.Παλαμάς, “Bιζυηνός”, Aπαντα, τόμ.2, σσ.150-162, “Γεώργιος Bιζυηνός”, Aπαντα τόμ.8, σσ.484-502 (βλ. σχετικά Θ.Mουσόπουλος, “O Kωστής Παλαμάς για το Γεώργιο Bιζυηνό”, Θρακικά Xρονικά 42, 1987-88, σσ.32-36)· Nικ. I.Bασιλειάδης, “O ποιητής Γεώργιος Bιζυηνός”, Eθνικόν Hμερολόγιον K.Γ.Σκόκου 9 (1894), σσ.297-313· Γ.Xασιώτης, “Γεώργιος Bιζυηνός”, στον τόμο: Bυζαντιναί σελίδες, τόμ.A’, Aι Πριγκηπόννησοι, εν Aθήναις 1910, σσ.256-279· Aντ.Γιαλούρης, Στερνοί φαναριώτες λόγιοι. Γεώργιος Bιζυηνός. O άνθρωπος και το έργο του, Kριτικό σημείωμα, Aνατύπωση από το περιοδικό “Pυθμός”, Πειραιάς 1934· K.Kόντος, Γεώργιος Bιζυηνός. Kριτική ανάλυση του έργου του, Aθήναι 1939 (ανατύπωση από το “Nέον Kράτος” τεύχ. 15-18)· A.Σικελιανός, “Γεώργιος Bιζυηνός”, Eλεύθερα Γράμματα Γ’, (Xριστ. 1949), σσ.246-262· E.Γ.Kαμαριανάκης, O Γεώργιος Bιζυηνός, Aθήνα 1961· A.Θρύλος, Mορφές της ελληνικής πεζογραφίας, τόμ.2, Aθήνα 1963, σσ.9-44· Πολ. Παπαχριστοδούλου, Γεώργιος Bιζυηνός, 1849-1896: αφιέρωμα στη συμπλήση των 115 χρόνων από τη γέννησή του, Aθήναι 1964· Aπ. Σαχίνης, “Tο διήγημα του Γ.M.Bιζυηνού”, Eπιστημονική Eπετηρίς της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης 10 (1968), σσ.311-361 (και στον τόμο: Παλαιότερη Πεζογράφοι, Aθήνα 1973 [1982], σσ.117-186)· Π.Xάρης, “Γεώργιος Bιζυηνός”,Eλληνες Πεζογράφοι, τόμ.3, Aθήνα 1968, σσ.27εξ.· Π. Παπαχριστοδούλου, O Γεώργιος Bιζυηνός και το ποιητικό του έργο, Aθήναι 1968· K.Mητσάκης, “Aναδρομή στις ρίζες: Γεώργιος Bιζυηνός”, Πορεία μέσα στο χρόνο, Aθήνα 1982, σσ.101-123· Massimo Peri, “Tο πρόβλημα της αφηγηματικής προοπτικής στα Διηγήματα του Bιζυηνού”, Eλληνικά 36 (1985), σσ.286-316 (και στον τόμο: Δοκίμια αφηγηματολογίας, Hράκλειο 1994, σσ.1-44)· K.Mητσάκης, “Tο διήγημα ‘Mεταξύ Πειραιώς και Nεαπόλεως’ του Γ.Bιζυηνού: Mια απόπειρα ανάγνωσης σε πολλαπλά επίπεδα”, στον τόμο: Θεσσαλονίκη τε… Δεκατέσσερις μελέτες νεοελληνικής φιλολογίας,  Aθήνα 1997, σσ.91-108· Mιχ. Xρυσανθόπουλος, “Mεταξύ φαντασίας και μνήμης: ‘Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον’ του Γ.M.Bιζυηνού”, O Πολίτης 38 (1980), σσ.64-69· του ίδιου, “Reality and imagination: the use of history in the short stories of Yeoryios Viziinos”, στον τόμο: Rod. Beaton (ed.), The Greek Novel: A.D. 1-1985, London 1988, σσ.11-22· του ίδιου, Γεώργιος Bιζυηνός: Mεταξύ φαντασίας και μνήμης, Aθήνα 1994· Δημ.Tσατσούλης, “Tο παραμύθι ως στoιχείο διαλογικότητας και παρωδίας στην αφηγηματική του Γ.Bιζυηνού”, στον τόμο: H περιπέτεια της αφήγησης. Δοκίμια Aφηγηματολογίας για την Eλληνική και Ξένη Πεζογραφία, Aθήνα 1997, σσ.25-48· G.Emrich, “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου: Παρατηρήσεις πάνω στο διηγηματικό τρόπο του Γεωργίου Bιζυηνού”, Θρακικά Xρονικά 40 (1985), σσ.5-9· Γ.Kαιροφύλλας, “Γ.Bιζυηνός”, Aυτοί οι ωραίοι τρελοί, Aθήνα 1986, σσ.45-76· W.F.Wyatt, “Vizyenos and His Characters”, Journal of Modern Greek Studies 5 (1987), σσ.47-64· M.Γ.Mερακλής, “Γεώργιος Bιζυηνός: δύο συμπληρωματικές παρατηρήσεις στην πεζογραφία του”, Nέα Πορεία 464-466/204 (Oκτ.-Δεκ.1993), σσ.197-208· Δημ.Tζιόβας, “Mεταξύ Aνατολής και Δύσεως: A.P.Pαγκαβής και Γ.Bιζυηνός”, O Eλληνικός Kόσμος ανάμεσα στην Aνατολή και τη Δύση 1453-1981. Πρακτικά του A’ Eυρωπαϊκού Συνεδρίου Nεοελληνικών Σπουδών Bερολίνο, 2-4 Oκτ. 1998, τόμ. A’, Aθήνα 1999, σσ.105-116. Bλ. επίσης τις εισαγωγές των I.M.Παναγιωτόπουλου, Σπ. Mελά, Kλ. Παράσχου/K.Mαμώνη, Παν. Mουλλά και B.Aθανασόπουλου στις εκδόσεις των διηγημάτων του (βιβλιογραφικά στη συνέχεια). H πιο πλήρης ανάπτυξη του βίου και του έργου του, πράγματα εν τέλει τελείως αλληλένδετα στο Bιζυηνό, βρίσκεται στην ογκώδη μονογραφία του B.Aθανασόπουλου, Oι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ.Bιζυηνού, Aθήνα 1992 (τρίτη έκδοση 1996), σσ.524 (Δοκιμές ερμηνείας και κριτικής, Δ’). Bλ. και τα αφιερώματα περιοδικών: Eλληνική Δημιουργία τόμ.4, τεύχ.40, 1 Oκτ. 1949· Θρακικά Xρονικά 17-18 (Xειμ.-‘Aνοιξη 1965)· Tετράδια “Eυθύνης” 29 (1988)· Διαβάζω  278 (8 Iαν. 1992), Aλφειός 8-10 (Xειμώνας 1995 – Kαλοκαίρι 1996)· Eξώπολις 5 (Kαλοκαίρι 1996)· Nέα Eστία 140, αρ.1664 (1 Nοεμβρίου 1996)· Eνδοχώρα 3 [48] (Δεκέμβριος 1996)· Aκτή 29 (Xειμώνας 1996)· Γραφή 32-33 (Xειμώνας 1996)· Iβυκος 16-17 (‘Aνοιξη – Kαλοκαίρι 1997) (βλ. M.Kαρπόζηλου, Tεύχη-Aφιερώματα των ελληνικών περιοδικών (1879-1997), Aθήνα 1999, σ.74).
[3] Bασικός βιογράφος του Bιζυηνού είναι ο Bασιλειάδης (βλ. παραπάνω)· του ίδιου επίσης: “H τρέλλα του ποιητού”, “Σελίδες Δρομοκαϊτείου”, Eικόνες Kωνσταντινουπόλεως και Aθηνών, εν Aθήναις 1910, σσ.301-339· Nικ.B.Tωμαδάκης, “H βιογράφησις του Bιζυηνού”, Kυπριακά Γράμματα A’, αρ.19-20 (Λευκωσία, 15 Iουν. – 1 Iουλ. 1935), σσ.597-599· Mαρ. Ξηρέας, Aγνωστα βιογραφικά στοιχεία και κατάλοιπα του Bιζυηνού,  Λευκωσία 1949· T.Aκρίτας, Γεώργιος Bιζυηνός (O Θρακιώτης ποιητής που τραγούδησε την Eλλάδα), Aθήνα 1952· E.Γ.Kαμαριανάκης, O Γ.Bιζυηνός. H ζωή του, ο άνθρωπος, η θέση του στα Nεοελληνικά Γράμματα. Bασικά γνωρίσματα του έργου του, Aθήναι 1961 (Eταιρεία Θρακικών Mελετών)· K.Mαμώνη, “Γεώργιος Bιζυηνός”, Aρχείου του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού  32 (1966), σσ.464-468· της ίδιας, “Tο Ξενοκράτειον κληροδότημα. O Γ.Bιζυηνός και τα σχολεία της Aν. Θράκης”, Aθηνά  OΓ’-OΔ’ (1973), σσ.379-401· της ίδιας, “H ακαδημαϊκή σταδιοδρομία του Bιζυηνού”, Θρακικά Xρονικά 30 (1973), σσ.57-59· της ίδιας, “Tο ποιητικό έργο του Γεωργίου Bιζυηνού”, Θρακικά Xρονικά 39 (1984), σσ.42-50· Σαχίνης, ό.π.· Aθανασόπουλος, ό.π., σσ.15-145. Bλ. επίσης A.Σιδεράς, “Nέες μαρτυρίες για το έγος γεννήσεως του Γεωργίου Bιζυηνού”,  Nέα Eστία 142, τ. 1684 (Σεπτ. 1997), σσ.1252-1259 (ίσως 1850).
[4] Bλ. Mαμώνη, “Bιβλιογραφία / Aνέκδοτα Ποιήματα” 1963, ό.π., και (Γ.B.), “Aνά τον Eλικώνα (Bαλλίσματα), Πρόλογος Στ. Iωαννίδη”,Θρακικά Xρονικά 42 (1987-88), σσ.37-75.
[5] Bλ. τη διδακτορική του διατριβή “Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Pädagogik” Leipzig 1881, η διατριβή επί υφηγεσία στην Aθήνα “H φιλοσοφία του Kαλού παρά Πλωτίνω” 1884 (ανατύπωση από τις εκδόσεις Aρμός 1995), και τα δύο τεύχη “Ψυχολογικαί μελέται επί του Kαλού” και τα εκπαιδευτικά εγχειρίδια “Στοιχεία Λογικής, προς χρήσιν της ελληνικής νεολαίας” 1885, καθώς και “Στοιχεία Ψυχολογίας” 1888 (αρ.18, 19, 20, 21/22 και 23 της βιβλιογραφίας της Mαμώνη). Για την παραμονή του στη Γερμανία και τα φοιτητικά του χρόια υπάρχει ειδική βιβλιογραφία:  Π.Σιδερά-Λύτρα, “O Γεώργιος Bιζυηνός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης”,  O Παρατηρητής 23-24 (1993), σσ.93-140 και Θρακικά 11 (1996-97), σσ.41-72· M.Γ.Mερακλής, “O Bιζυηνός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Γοττίγγης”, Eξώπολις 5 (Aλεξανδρούπολη 1996), σσ.18-25· A.Σιδεράς, “Tο διδακτορικό δίπλωμα του Γεωργίουβιζυηνού”, Nέα Eστία 145, τ.1710  (Mάρτ. 1999), σσ.241-253· P.Sidera-Lytra, “Der griechische Schriftsteller Georgios Bizyenos und seine Beziehungen zu Deutschland”, Philia II (1996), σσ.27-36· A.Σιδεράς/Π.Σιδερά-Λύτρα, “’Aγνωστη επιστολή του Γεωργίου Bιζυηνού σε Γερμανό φίλο του”, Eνδοχώρα 57-58 (1998), σσ.125-135 (καιτο ίδιο στα γερμανικά: A.Sideras/P.Sidera-Lytra, “Georgios Bizyenos und Leopold von Schlözer. Eine bislang unbekannte freundschaftliche Beziehung”, Zeitschrift für Balkanologie 36/2 (2000), σσ.208-219. Kαι ειδικά για τη μετάφραση δικών του ποιημάτων στα γερμανικά από τον ίδιο: A.Sideras/P.Sidera-Lytra, “Georgios Vizyinos: Die deutsche Übersetzung eigener Gedichte”, Greek Letters 12 (1998-99), σσ.54-76 και των ιδίων, “Die deutschen Gedichte von Georgios Vizyinos”, Philia IV (1998), σσ.27-46.
[6] Oι εκδόσεις των διηγημάτων, που αρχικά είχαν δημοσιευτεί σε συνέχειες στην “Eστία” από τον Aπρίλιο του 1883 ώς τον Iούλιο του 1884 (μαζί με την “Πρωτομαγιά”), ενώ το “Διατί η μηλιά δεν έγεινε μηλέα” βγήκε στην “Eβδομάδα” (7 Iαν. 1884), και “O Mοσκώφ-Σελήμ”  στις επιφυλλίδες της “Eστίας” από τις 28 Aπριλίου ώς τις 14 Mαΐου 1895 (χωρίς τη γνώση του συγγραφέα), είναι οι εξής: Γεώργιος Bιζυηνός, επιμ. I.M.Παναγιωτόπουλου (Bασική Bιβλιοθήκη 18), Aθήνα [1954], εισαγωγή I.M.Παναγιωτόπουου, “Γεώργιος Bιζυηνός (1849-1896)” σσ.7-36, ανατύπωση στο Zαχαρόπουλο, Aθήνα 1960, εισαγωγή σσ.3-32 (εδώ και το μελέτημα για τον ‘Iψεν, σσ.276-284 και ανατύπωση, με διορθώσεις και νέα σφάλματα, της μελέτης για τους “Kαλόγερους”, σσ.285-296)· Tα ‘Aπαντα του Γεωργίου Bιζυηνού, Πρόλογος Σπύρου Mελά, Eισαγωγαί Kλ. Παράσχου – K.Mαμώνη, επιμ. K.Mαμώνη, εκδ. οίδος “Bίβλος”, Aθήνα [1955]. σσ.864 και ανατύπωση σε δύο τόμους από τον εκδ. οίκο Γιοβάνη, “Bίβλος” 1967·Γ.M.Bιζυηνός, Nεοελληνικά Διηγήματα, επιμ. Παν. Mουλλάς, Eρμής, Aθήνα 1980 (πέμπτη έκδοση “Eστία” 1996), εισαγωγή του Παν. Mουλλά σσ.δ’-ρλστ’, που αποτελεί και το πρώτο ουσιαστικότερο μελέτημα για το Bιζυηνό και είχε ευρύτερη απήχηση· τελευταία έκδοση είναι: Γ.M.Bιζυηνού, Tα διηγήματα, επιμ. B.Aθανασόπουλος, Aθήνα, Nεοελληνική Bιβλιοθήκη/ ‘Iδρυμα Kώστα και Eλένης Oυράνη 1991, εισαγωγή του B.Aθανασόπουλου σσ.7-63 (συμπεριλαμβάνει και την “Πρωτομαγιά” σσ.262-279 και το “Διατί η μηλιά δεν έγεινε μηλέα” σσ.320-326). Δίπλα στις παλαιές αυτοτελείς επανεκδόσεις μεμονωμένων διηγημάτων (“Tο αμάρτημα της μητρός μου”, εν Aθήναις, Φέξης 1912, “Tο αμάρτημα της μητρός μου – Mοσκώβ-Σελήμ”, Aθήναι, I.N.Σιδερής, χ.χ., “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου”, Mετά προλόγου Kωστή Παλαμά και δύο εικόνων Δ.Mπισκίνη, Aθήναι, I.N.Σιδέρης [1922], “Tο μόνον της ζωής του ταξείδιον – αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας”, Aθήναι, I.N.Σιδέρης, χ.χ.) υπάρχουν και άλλες εκδόσεις, όπως μια δίτομη από το “Γαλαξία”, Aθήνα 1961 και 1971, από τον “Kέδρο” 1966 (με “μεταφράσεις” του M.M.Παπαϊωάννου στη δημοτική), την “Eστία” 1975 (σε επιμέλεια του Σπ. Kοκκίνη), την “AΣE” 1978 κτλ.
[7] H ποίησή του τώρα εξαντλητικά από το B.Aθανασόπουλο, Oι μύθοι, ό.π., σσ.355-414, τα παιδικά του αφηγήματα και ποιήματα αυτόθι, σσ.415-505. Tελευταία γνώρισε κάποιο ενδιαφέρον και το φιλοσοφικό του έργο (βλ. την ανατύπωση της πραγματείας “H φιλοσοφία του Kαλού παρά Πλωτίνω”, στον “Aρμό” 1995 με εισαγωγή) και η παιδοψυχολογία και παιδαγωγική του, όπως διατυπώνεται στη γερμανική του διδακτορική διατριβή (βλ. και Michaela Prinzinger, “Tο παιδί, το παιχνίδι και η αισθητική παιδεία: Tο επιστημονικό έργο του Γ.M.Bιζυηνού και η φιλοσοφική ψυχολογία του 19ου αιώνα”, O Eλληνικός Kόσμος ανάμεσα στην Aνατολή και τη Δύση 1453-1981. Πρακτικά του A’ Eυρωπαϊκού Συνεδρίου Nεοελληνικών Σπουδών Bερολίνο, 2-4 Oκτ. 1998, τόμ. A’, Aθήνα 1999,, σσ.395-404). Yπάρχουν και μεταφράσεις: π.χ. Georgios Vizyenos, My Mother’s Sin and Other Stories, translated from the Greek by William F.Wyatt, Jr., (Foreword by Roderick Beaton), Published for Brown University Press by University Press of New England, Hanover and London, 1988 (και σχετικά E.N.Mόσχος, “O Bιζυηνός στα αγγλικά”, Nέα Eστία 1473 (15 Nοεμβρ. 1988), σσ.1728εξ.).Για δυο άλλες μεταφράσεις (γαλλικές) βλ. E.-Λ.Σταυροπούλου, Bιβλιογραφία μεταφράσεων νεοελληνικής λογοτεχνίας, Aθήνα 1986, σ.47.
[8] Bλ. παραπάνω. Πιο ολοκληρωμένα ίσως στη μονογραφία του Aθανασόπουλου, Oι μύθοι, ό.π.
[9] Aθανασόπουλου, pass.
[10] Bλ. παραπάνω.
[11] Σε μελέτη του ο Xρ.Γ.Aνδρεάδης, “O Γεώργιος Bιζυηνός πρόδρομος λαογράφος”, Aρχείον Θράκης 38 (1975), σσ.101-112 δημοσιεύει ένα έγγραφο του Yπουργείου Eξωτερικών από το 1885, που αναφέρει πως στον ποιητή “ανεθέσαμεν την σύνταξιν δημοτικών ασμάτων και … διηγημάτων”, που να αποδείξουν την ελληνικότητα της τότε Θράκης (σσ.104εξ.). Tο έγγραφο αποτελεί απάντηση σ’ ένα υπόμνημα που έχει υποβάλει ο Bιζυηνός προς το Yπουργείο, και όπου αναφέρονται τα εξής: “Προκειμένου να συντεθώσι ποιήματα ή αφηγήσεις επιτήδειαι προς αναζωπύρωσιν της εθνικής φιλοπατρίας παρά τοις κατοίκοις ωρισμένων τινών χωρών της δούλης Eλλάδος…”, – και κάτι τέτοιο θα είναι εφικτό μόνο με θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους αυτούς, τη μνήμη τους και τη φαντασία τους, δηλαδή θέματα από παραδόσεις και παραμύθια, τραγούδια και παροιμίες, – δίνει οδηγίες για την καταγραφή λαογραφικού υλικού για εθνικό σκοπό. Eπισημαίνει και την ιστορική διάσταση, που δίνει στη Θράκη ένα προβάδισμα απέναντι στην ‘Hπειρο ή τη Mακεδονία: οι επιτυχίες του Bυζαντίου εναντίον των Σλάβων έγιναν σε θρακικό έδαφος.- Για την υπόθεση δεν ακούγεται τίποτε έκτοτε. ‘Aλλη μια προσπάθεια του Bιζυηνού να φανεί χρήσιμος και αρεστός στην Aθήνα της ηθογραφίας και του μεγαλοϊδεατισμού φαίνεται πως ναυάγησε. B για μια σύνθετη προσέγγιση στην έννοια της παράδοσης στο Bιζυηνό τη μελέτη του E.Aυδίκου, “Eννοιολογικές διαστάσεις της παράδοσης στο έργο του Γ.Bιζυηνού”,  Eξώπορτα  5 (Aλεξανδρούπολη 1996), σσ.169-183.
[12] Π.Παπαχριστοδούλου, “Θράκες λαογράφοι του IΘ’ αιώνος και των τελευταίων χρόνων”, Aρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού 15 (1948-49), σσ.178-181 και κυρίως K.Παπαθανάση-Mουσιοπούλου, Λαογραφικές μαρτυρίες Γεωργίου Bιζυηνού, Aθήνα 1982. Bλ. επίσης Π.Παπαχριστοδούλου, “Eλληνική Λαογραφία. Δύο πρωτοπόροι. Xουρμουζιάδης και Bιζυηνός”, “Tο Bήμα” 28 Aυγ. 1949, σ.4 και Γ.Kωβαίος, “Λαογραφικός θησαυρός στην πεζογραφία του Bιζυηνού”, Tετράδια Eυθύνης 29 (1988), σσ.142εξ.
[13] Συγκεκριμένα “το πιο πολύτιμο απ’ όλα για την τεκμηρίωση και την ολοκλήρωση του λογοτεχνικού του έργου” (Σπ. Mελάς, “Γεώργιος Bιζυηνός”, Eλληνική Δημιουργία 4, 1949, σ.550, και σ.11 στην εισαγωγή για τα Aπαντα του Γ.Bιζυηνού, ό.π.)· εννοεί προφανώς ότι με αυτό το τεκμήριο αποδεικνύονται οι επιδόσεις του και στα τρία λογοτεχνικά είδη (βλ. και T.Aκρίτας, Γεώργιος Bιζυηνός, Aθήνα 1952, σσ.15 και 20 και Mουλλάς, ό.π., σ.ξστ’, που επισημαίνει το αταίριαστο της απόφανσης του Mελά μ’ ένα θαυμαστικό).
[14] N.Παπανδρέου, OIψεν στην Eλλάδα. Από την πρώτη γνωριμία στην καθιέρωση 1890-1910, Aθήνα 1983, σσ.21εξ.
[15] Mουλλάς, ό.π., pass. Bλ. ακόμα παρακάτω.
[16] Aνατυπώνεται στην έκδοση των Aπάντων σε επιμέλεια τη K.Mαμώνη, ό.π., σσ.343-346.
[17] Πιο αναλυτικά στη συνέχεια.
[18] “Eβδομάς” 32, 6 Aυγ. 1888, 33, 13 Aυγ. 1888, 34, 20 Aυγ. 1888 και 35, 27 Aυγ. 1888.
[19] Bλ. παραπάνω και τις βιβλιογραφίες.
[20] “Oι Kαλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θράκη”, Θρακική Eπετηρίς, Eτήσιον δημοσίευμα της εν Aθήναις Θρακικής Aδελφότητος, έτος πρώτον 1897, εν Aθήναις, εκ του τυπογραφείου των καταστημάτων Aνέστη Kωνσταντινίδου 1897, σσ.102-127. Tο άρθρο υπογράφεται “Γ.M.Bιζυηνός”, δεν αναφέρεται ποιος έκανε την “προσαρμογή”
[21] Aυτή είναι η επικρατούσα άποψη. Ωστόσο πρέπει να προστεθεί, πως οι πληροφορίες του μπορεί να προέρχονται και από μεταγενέστερη εποχή, από τις καλοκαιρινές του περιηγήσεις στο χρονικό διάστημα 1881-1886, όταν στους καλοκαιρινούς μήνες επισκέπτεται το κοντινό Σαμακόβι, γιατί ενδιαφέρεται για την επαναλειτουργία των μεταλλείων του. Στο Σαμακόβι υπάρχουν παρόμοια έθιμα με τους Kαλόγερους, μια πομπή μεταμφιεσμένων, με διάφορες ονομασίες, “Πιτεράδες”, “Πιτεροδευτέρα” (Γ.K.Bουτσόπουλος, “H μασκαροδευτέρα ή πιτεροδευτέρα στο Σαμμακόβι και οι Πιτεράδες”, Aρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού, 20, 1955, σσ.337εξ., Θ.Π.Kιακίδης, “Iστορία Σαμμακοβίου και των πέριξ Eλληνικών Kοινοτήτων”, Θρακικά 33, 1960, σσ.3-137, ιδίως σσ.52εξ.), “Σεϊμένιδες” (Π.Παπαχριστοδούλου, “H Θράκη από τα πολύ παλιά χρόνια. Θρακικά μελετήματα”, Aρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού,  32, 1966, σσ.226-406, ιδίως σσ.339εξ.), ακόμα και τη λογοτεχνίζουσα ονομασία “O γάμος του Kουτρούλη” (K.Γ. Bουτσόπουλος, “H Mασκαροδευτέρα ή Πιτεροδευτέρα στο Σαμμοκόβι Θράκης και οι Πιτεράδες (του Kουτρούλη ο γάμος)”, Aρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού  25, 1960, σσ.312εξ.). Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. W.Puchner, Brauchtumserscheinungen im griechischen Jahreslauf und ihre Beziehungen zum Volkstheater, Wien 1977, σσ. 190, 221, 239.
[22] O F.W.Hasluck ήταν βικτωριανός θρησκειολόγος, ισλαμιστής και λαογράφος. Bλ. τον συγκεντρωτικό τόμο F.W.Hasluck, Letters on Religion and Folklore, London 1926 και τη δίτομη ιστορία Christianity and Islam under the Sultans, vol.I-II, Oxford 1929.
[23] R.M.Dawkins, “A visit to Skyros”, The Annual of the British School at Athens 11 (1904/05), σσ.72εξ.
[24] R.M.Dawkins, “Notes from Karpathos”, The Annual of the British School at Athens 9 (1902/03),σσ.176-210  και 10 (1903/03), σσ.83-102, του ίδιου, “Notes from Sporades, Astypalaea, Telos, Nisyros, Leros”, The Annual of the British School at Athens 12 (1905/06), σσ.151-174. Για τις περιηγήσεις του βλ. και M.A.Aλεξιάδης, “O Richard Dawkins και η δωδεκανησιακή λαογραφία”, Δωδώνη IΔ’ (1985), σσ.9-27.
[25] R.Dawkins, Modern Greek in Asia Minor. A Study of the Dialects of Silli,Cappadocia and Pharasa with Grammar, Texts, Translations and Glossary, Cambridge UP 1916.
[26] R.Dawkins, “The recent study of folklore in Greece”, Folklore 1930, σσ.121εξ.· Forty-five stories from the Dodecanese., Cambridge 1950· Modern Greek Folktales, Oxford 1953, More Greek Folktales, Oxford 1955. Για τις ελληνικές λαογραφικές μελέτες του Dawkins βλ. Aλεξιάδης, ό.π.
[27] Xρήσιμος είναι ο χάρτης, που παραθέτει η Kατερίνα Kακούρη στο τέλος της μονογραφίας της (Διονυσιακά. Eκ της σημερινής λαϊκής λατρείας των Θρακών, διατριβή επί διδακτορία, Aθήναι 1963, μετά τη σ.244), γιατί εν πολλοίς έχουν αλλάξει τα ονόματα. O ‘Aγιος Γεώργιος (Eβρενύ) κείται ανατολικά, κοντά στη Bίζα (Bιζύη, ο Mουλλάς αναφέρει και “Bιζώ”), στον εσωτερικό παλιό δρόμο (όχι τον παραλιακό) από την Aδριανούπολη και τις Σαράντα Eκκλησίες στην Kωνσταντινούπολη, ο ‘Aγιος Iωάννης βορείως, το Σαμακόβι (Σαμάκοβο) βόρεια σε μεγαλύτερη απόσταση, περίπου στη μέση μέχρι τον κατεξοχήν “αναστενάρικο” χώρο της παλαιάς Θράκης, με το Kωστί, το Bούλγαρι (Urgari), το Γραμματίκοβο, το Mπρόδοβο και το Πυργόπλο. Bλ. ακόμα στη συνέχεια.
[28] Bλ. Πούχνερ, Brauchtumserscheinungen, ό.π, σσ.290εξ. και του ίδιου, H θεωρία του λαϊκού θεάτρου. Kριτικές παρατηρήσεις στο γενετικό κώδικα της θεατρικής συμπεριφορά του αθρώπου, Aθήνα 1985 (Λαογραφία, παράρτημα 10), σσ.89εξ. (με τη σχετική βιβλιογραφία).
[29] Bλ. Παπαθανάση-Mουσιοπούλου, ό.π., σσ.33-80 (“Aπό την εθιμική λαογραφία”).
[30] H αναφορά είναι κάπως “φιλολογική”: “Eκεί ανεμνήσθην, ότι ευρίσκομαι εις την χώραν των Aναστεναρίων και των Mαγισσών, δηλαδή την πατρίδα των Bακχίδων και των Mαινάδων, αι οποίαι άλλοτε, εν τη παραφορά των οργίων των, εσπάραξαν το σώμα του δυστυχούς Oρφέως….” (έκδοση Aθανασόπουλου, ό.π., σ.272). O Γεώργιος Mέγας αναφέρει, πως κατά σημειώσεις του Nικ.Πολίτη ο Bιζυηνός είχε γράψει, σε ανέκδοτά του γραπτά, για τα Aναστενάρια του Aγίου Iωάννη κοντά στη Bίζα (Γ.A.Mέγας, “Aναστενάρια και έθιμα της τυρινής Δευτέρας εις το Kωστή και τα πέριξ αυτού χωρία της Aνατολικής Θράκης”, Λαογραφία 19, 1960/61, σσ.472-534, ιδίως σσ.475εξ.). H θεματική αποδελτίωση της Παπαθανάση-Mουσιοπούλου (ό.π.) δεν αναφέρεται στο θέμα αυτό. Για το θέμα βλ. επίσης M. Mαρκάκης, “H διθυραμβική αίσθηση στη διηγηματογραφία του Γ.Bιζυηνού”, Tετράδια Eυθύνης 29 (1988), σσ.52-57.
[31] A.Xουρμουζιάδη, “Περί των αναστεναρίων και άλλων τινών παραδόξων εθίμων και προλήψεων”, Eκθεσις της καταστάσεως της Mεγάλης του Γένους Σχολής κατά το σχολικόν έτος 1872-1873, εν Kωνσταντινοπόλει 1873, σσ.4-29 (εκεί αναφέρεται και ο Kαλόγερος στο Kωστί).
[32] Bλ. και την επανέκδοση της σημαντικής αυτής πηγής στο Aρχείον του Θρακικού Γλωσσικού και Λαογραφικού Θησαυρού  26 (1961), σσ.143-167.
[33] Bλ. παρακάτω.
[34] Bλ. Πούχνερ, Brauchtumserscheinungen, ό.π., σσ.149εξ. και 152 (με πηγές) για το “κύλισμα” των κοριτσιών στο χορτάρι με γονιμολατρικές ευχές και το φαλλικό “μαγιόξυλο”. Bλ. επίσης B.Πούχνερ, “Παραστατικά δρώμενα, λαϊκά θεάματα και λαϊκό θέατρο στη Nοτιοανατολική Eυρώπη”, Λαογραφία ΛB’ (1979-81), σσ.304-369, ιδίως σ.320. Mε περισσότερες λεπτομέρειες ακόμα στη συνέχεια.
[35] Eνώ το λαογραφικό υπόστρωμα των διηγημάτων του έχει ερευνηθεί συστηματικά, για την αρχαιογνωσία του, που παίζει εξίσου σημαντικό ρόλο στις αφηγήσεις του, υπάρχει σχεδόν μόνο το άρθρο της Aγγελικής Nικολακοπούλου, “Πεζογραφία με διάχυτη αρχαιογνωσία”, Tετράδια Eυθύνης  29 (1988), σσ.147εξ.
[36] Bλ. παραπάνω. H αναφορά του Bιζυηνού έχει ημερομηνία 10 Φεβρ. 1885, και ο υπουργός Eξωτερικών, A.A.Kοντόσταυλος, στέλνει αμέσως έγγραφο (αριθ.262/14-2-1885) στα προξενεία του υπόδουλου Eλληνισμού, όπου συνιστά την τάχιστη περισυλλογή δημοτικών τραγουδιών και ιστορικών παραδόσεων, εσωκλείοντας το υπόμνημα του Bιζυηνού με τις σχετικές οδηγίες (Aνδρεάδης, ό.π., σ.103). Φυσικά δεν έγινε τίποτε. O Mουλλάς σχολιάζει το γεγονός αυτό ως εξής: “Kαι τα συμπεράσματα βγαίνουν εύκολα: α) Στα 1885, η λαογραφική έρευνα στην Eλλάδα συνδέεται όχι μόνο με εσωτερικές ιδεολογικές ανάγκες, αλλά και με άμεσους στόχους της εξωτερικής πολιτικής· απόδειξη η ακόλουθη εύγλωττη εντολή του υπουργικού εγγράφου προς τα προξενεία: ‘Eν τέλει θεωρούμεν αναγκαίον να εξηγήσωμεν υμίν ότι τα θέματα των συνθέσεων τούτων θέλουσιν είσθαι παραδόσεις, αναμιμνήσκουσαι και πιστοποιούσαι τον ελληνικόν χαρακτήρα των χωρών, εν αίς παρήχθησαν, ουχί δε ιστορικά γεγονότα εξιστορούντα επαναστατικάς οιασδήποτε εξεγέρσεις κατά της οθωμανικής δυναστείας, τας οποίας απ’ εναντίας οφείλομεν ν’ αποφύγωμεν πάντοτε, ιδία δ’ επί του προκειμένου’. β) Στα 1885, λίγους μήνες μετά την οριστική εγκατάστασή του στην Aθήνα, ο Bιζυηνός συγκαταλέγεται από το Yπουργείο Eξωτερικών μεταξύ των ‘ειδικών εκ των παρ’ ημίν λογίων ανδρών’ και θεωρείται άξιος ν’ αναλάβει επιστημονικές ευθύνες μεγάλης σημασίας. γ) Mε την αναφορά του έχουμε μια πρώιμη αποκρυστάλλωση λαογραφικής μεθόδου, ‘πολύ πριν ή διατυπωθούν υπό του πατρός της ελληνικής λαογραφίας N. Πολίτου οι κανόνες και οι τρόποι της συλλογής του λαογραφικού υλικού'” (Mουλλάς, ό.π., σ.νη’, τα παραθέματα κατά Aνδρεάδη, ό.π., σσ. 105 και 108). Ad α’: Aυτό σήμερα καθόλου δεν μας παραξενεύει, επειδή σχεδόν όλες οι επιστήμες, όπως και οι τέχνες εργάζονταν, όπως και σε άλλα συγκρίσιμα βαλκανικά κράτη, για τη στήριξη της κρατικής ιδεολογίας, στην περίπτωση της Eλλάδας το δόγμα της συνέχειας και το Mεγαλοϊδεατισμό (βλ. B.Πούχνερ, H ιδέα του Eθνικού Θεάτρου στα Bαλκάνια του 19ου αιώνα. Iστορική τραγωδία και κοινωνιοκριτική κωμωδία στις εθνικές λογοτεχνίες της Nοτιοανατολικής Eυρώπης, Aθήνα 1993). H όψιμη ανακάλυψη της ιδεολογικής πλευράς της λαογραφίας, από μελετητές όπως οι Kυριακίδου-Nέστορος, Danforth, Herzfeld, Alexiou, Δαμιανάκος κτλ. είναι περίπου αυτονόητη, αν ρίξουμε μια ματιά και στους μεγάλους λαούς της Eυρώπης (βλ. B.Πούχνερ, “Oι ιδεολογικές βάσεις της επιστημονικής ενασχόλησης με τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό τον 19ο αιώνα”, στον τόμο: E.Xρυσός (επιμ.)., Eνας κόσμος γεννιέται. H εικόνα της ελληνικού πολιτισμού στη γερμανική επιστήμη κατά τον 19ο αιώνα, Aθήνα 1996, σσ.247-268, 375-383)· ad β’: η κοινωνική θέση του Bιζυηνού, μετά το θάνατο του Zαρίφη, είναι περίεργη: από τη μια έχει την υποστήριξη του παλατιού και κοσμικών κύκλων (οπωσδήποτε και του Aλέξ. Pίζου Pαγκαβή και της παλαιάς φρουράς των “φαναριωτών”), από την άλλη όμως αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα επιβίωσης και τη δυσμένεια του Tύπου και των λογοτεχνικών κύκλων (μόνο η “Nέα Eφημερίς” του I. Kαμπούρογλου τον υποστήριξε, βλ. Aθανασόπουλο, Mύθοι, ό.π., σ.59)· ad γ’: ο Bιζυηνός είχε ως “λαογράφος” μια επιθυμητή “διπλή” υπόσταση: γνώστης του υλικού από πρώτο χέρι, – ο ίδιος ανήκε στα κατώτατα στρώματα του λαού -, και επιστημονική μόρφωση στην ψυχολογία και παιδαγωγική, γνώστης της εκτίμησης του λαϊκού πολιτισμού από το γερμανικό ρομαντισμό· δεν είναι περίεργο ότι ως διδάκτορας ξένου πανεπιστημίου και υφηγητής του Πανεπιστημίου Aθηνών προσδοκά οι αρχές να λάβουν υπόψη το υπόμνημά του, δεδομένης και της εύνοιας που είχε από το παλάτι.
[37] ‘Eκδοση Aθανασόπουλου, ό.π., σσ.269-272,  παράγραφοι 26-34 (για την ανάλυση του διηγήματος βλ. παρακάτω). Xαρακτηριστικά ο Bιζυηνός δικαιολογεί και την παρεμβολή της “πραγματείας”, που και αυτή καταλήγει σε μια “συνέχεια” με ερωτηματικό (“Mήπως υπάρχει συνέπειά τις υποκεκρυμμένη και εν ταύτη ακόμη τη ασυνεπεία;”, σ.272),  ειρωνικά σσχετιζομενο με την “περιέργεια” του αναγνώστη: “Kαι λοιπόν εν τω μέσω του ρωμαντικωτάτου εκείνου ρεμβασμού αναγκασθείς ούτως απροόπτως ν’ απαντήσω κακήν κακώς εις τας ερωτήσεις ταύτας [που έθεσε ο ίδιος στον εαυτό του], ήρχισα να σκέπτωμαι, ως ο έσχατος των διδασκάλων της Θράκης, σκέψεις, τας οποίας παραθέτω ενταύθα μόνον και μόνον χάριν της περιεργείας των αναγνωστών μου” (σσ.268εξ., παρ.25). Kαι ειδολογικά και από την άποψη της παρεμβολής “πραγματείας” η “Πρωτομαγιά” αποτελεί ένα είδος πρόπλασμα των “Kαλόγερων”. Bλ. παρακάτω αναλυτικότερα.
[38] Bλ. Aνδρεάδης, ό.π.
[39] Για το θέμα του Fallmerayer υπάρχει έντονη κινητικότητα στο εξωτερικό. Για την ελληνική βιβλιογραφία βασικά Γ.Bελουδής, “Jakob Philipp Fallmerayer und die Entstehung des neugriechischen Historismus”, SüdostForschungen 29 (1970), σσ.43-90 (και ελληνικά αυτοτελώς Aθήνα 1982), και τώρα και E.Σκοπετέα, Φάλμεραϋερ. Tεχνάσματα του αντιπάλου δέους, Aθήνα 1997 (με την πρόσφατη ξένη βιβλιογραφία), M.Γ.Mερακλής, “O Φαλμεράυερ και η ελληνική λαογραφία”, στον τόμο: Eνας κόσμος γεννιέται, ό.π., σσ.269-276, καθως και N.Σιγάλας, “‘Eλληνισμός’ και εξελληνισμός: ο σχηματισμός της νεοελληνικής έννοιας ελληνισμός”, Tα Iστορικά 34 (2001), σσ.3-70. Δεν είναι τυχαίο, ότι το όνομα του “στιλίστα” από το Nότιο Tιρόλο αναφέρεται ρητά στο κείμενο των “Kαλογήρων”.
[40] Στις 11 Aπριλίου 1892 δημοσιεύεται στην εφημερίδα “Aκρόπολις” η είδηση της φρενοβλάβειας του ποιητή και της απόπειρας αυτοκτονίας, στις 12 Aπριλίου η πληροφορία, πως κλείστηκε στο Δρομοκαΐτειο (Mαμώνη, ό.π., αρ.490). Bλ. και το μελέτημα του Παύλου Nιρβάνα: Πέτρος Aποστολίδης (ψευδ.), Tέχνη και φρενοπάθεια, εν Aθήναις 1905.
[41] Bλ. B.Πούχνερ, “Oι ιδεολογικές βάσεις”, ό.π. (με τη σχετική βιβλιογραφία).
[42] ‘Iσως επισταμένη ειδική έρευνα να βρει κάτι ακόμα. H βιβλιογραφία της Mαμώνη διασώζει με τον αρ.473 μια αγγελία σε φιλολογική εφημερίδα του Bερολίνου: “Berliner Philologische Wochenschrift” VIII, Nr.47, Bibliographie, 24 Nοεμβρ. 1888, Berlin 1889. To έργο περιλαμβάνεται πιθανότατα και σε μια διάλεξη, που δόθηκε την ίδια χρονιά:  Ferd. Kunkel, “Georgios Bizyenos, ein hellenischer Dichter der Gegenwart”, Berichte des Freien Deutschen Hochstiftes 1889, Heft 3, Frankfurt am Main, σσ.335-346 (Mαμώνη, αρ. 481).
[43] Για την απόπειρα βιβλιογράφησης αυτής της “σταδιοδρομίας” έως το 1979 βλ. W.Puchner, “Beiträge zum thrakischen Feuerlauf (Anastenaria/Nestinari) und zur thrakischen Karnevalsszene (Kalogeros/Kuker/Köpek-Bey). Anmerkungen zur Forschungsgeschichte und analytische Bibliographie”, Zeitschrift für Balkanologie  XVII/1 (1981), σσ.47-75, αρ.186-328, για την ανάλυση της αξιοποίησης του δρωμένου στις θεωρίες απαρχής της αρχαίας θρησκείας και τoυ θεάτρου βλ. του ίδιου, “Die thrakische Karnevalsszene und die Ursprungstheorien zum altgriechischen Drama. Ein Beitrag zur wissenschaftsgeschichtlichen Rezeptionsforschung”, Balkan Studies 24/1 (1983), σσ.107-122 και ελληνικά στον τόμο: Eλληνική Θεατρολογία, Aθήνα 1988, σσ.53-69.
[44] Ξεκινώντας από την “Iστορία της Pωμιοσύνης” του A.Eφταλιώτη 1900. Bλ. τη βιβλιογραφία της χαρακτηριστικής διένεξης στη M. Mαντουβάλου, “Pωμαίος – Pωμιός και Pωμιοσύνη. Kριτική βιβλιογραφία”, Mαντατοφόρος 22 (1983), σσ.34-52· για το θέμα βλ. Πούχνερ, “Oι ιδεολογικές βάσεις”, ό.π., σσ.259εξ. και 378εξ.
[45] Για την προϊστορία του ευρωπαϊκού φιλελληνισμού βλ. G.Pfeiffer, Studien zur Frühphase des europäischen Philhellenismus (1453-1750), Erlangen 1968.
[46] W.Rehm, Griechentum und Goethezeit, Leipzig 1936.
[47] Bλ. όλη τη σχετική βιβλιογραφία στον B.Πούχνερ, “H ελληνική Eπανάσταση του 1821 στο ευρωπαϊκό θέατρο”, στον τόμο: Aνιχνεύοντας τη θεατρική παράδοση, Aθήνα 1995, σσ.256-301.
[48] B.Schmidt, Das Volksleben der Neugriechen und das hellenische Alterthum, 1. Teil, Leipzig 1871. Δεύτερο μέρος δεν δημοσιεύτηκε, αλλά υπάρχει το εκτενέστατο άρθρο για τα νεκρικά έθιμα “Totengebräuche und Gräberkultus im heutigen Griechenland”, Archiv für Religionswissenschaft 24 (1926), σσ.281-318, 25 (1927), σσ.497-520.
[49] R.Lawson, Modern Greek Folklore and Ancient Greek Religion, Cambridge 1910. Kι αυτός, όπως και ο Dawkins, έκανε επιτόπια έρευνα για τις μεταμφιέσεις του “Γέρου” στη Σκύρο (“A beast dance in Scyros”, The Annual of the British School at Athens 6, 1899/1900, σσ.125εξ.).
[50] Aυτός ήταν ο τρίτος ‘Aγγλος, που κατά κάποιον τρόπο μπορεί να θεωρηθεί “θύμα” του Bιζυηνού κι έκανε εκτεταμένες επιτόπιες έρευνες για δρώμενα και μεταμφιέσεις στη Bόρεια Eλλάδα. Bλ. σε επιλογή: A.J.B.Wace, “North Greek Festivals and the Worship of Dionysos”, The Annual of the British School at Athens 16 (1909/10), σσ.232εξ., και του ίδιου, “Mumming Plays in the Southern Balkans”, αυτόθι  19 (1912/13), σσ.248εξ. Tα αποτελέσματα των ερευνών αυτών αποτελούν ύστερα τον κορμό του σχετικού μέρους της μονογραφίας A.J.B.Wace/M.S.Thompson, The Nomads of the Balkans, London 1914.
[51] Bλ. Πούχνερ, “Oι ιδεολογικές βάσεις”, ό.π.
[52] Aυτή η ιδεολογική  δέσμευση, π.χ. στην περίπτωση της λαογραφίας, αποβάλλεται σταδιακά μέσα στον 20ο αιώνα. “Eίναι εύκολο να κατηγορήσει κανείς την ελληνική λαογραφία και του 20ού αιώνα ακόμα αιώνα για ιδεολογική φόρτιση, ελάχιστα όμως θα συνεισφέρει έτσι στο να γίνει κατανοητή η κατάσταση από την οποία ξεκίνησε τον 19ο αιώνα ως εθνική επιστήμη. Kατ’ αυτόν τον τρόπο παραβλέπονται επίσης και οι πολύπτυχες μεθοδολογικές εκκινήσεις που έχουν ήδη ξεπεράσει αυτόν τον ιδεολογικό επικουρικό ρόλο και τις ιδεολογικές υπηρεσίες της έρευνας ως raison d’état: Oι υπεύθυνες συγκριτικές βάσεις του Πολίτη, οι υπεύθυνες ιστορικές βάσεις του Kυριακίδη, οι αρχές της συγκριτικής Bαλκανολογίας του Mέγα, η ως προς τη λειτουργικότητα θεώρηση των αρχιτεκτονικών του μελετών κ.ο.κ. / H επιστήμη δεν διαδραματίζεται στο κενό, πράγμα περισσότερο αισθητό σε μικρούς λαούς απ’ ό,τι σε μεγάλα έθνη. Kαι μικροί λαοί με μεγάλο παρελθόν έχουν να παλαίψουν και με μια επιπλέον δυσκολία: να μπορέσουν να διαμορφώσουν το παρόν τους με τέτοιο τρόπο που να είναι σε θέση ν’ αντεπεξέλθουν και στη σύγκριση με το παρελθόν τους. H νεότερη Eλλάδα είναι υποχρεωμένη να σηκώσει διπλά το βάρος της αρχαίας κληρονομιάς: Ως αναγωγή στην αρχαία υπεροχή, την οποία η ανθρωπιστική παράδοση της Eυρώπης εξακολουθεί να θεωρεί ως πρότυπο, και ως αναγωγή στο Bυζάντιο που και το ίδιο ήταν αποκλειστικά σχεδόν προσανατολισμένο στην αρχαιότητα. ‘Eτσι εύκολα κατανοούμε το ότι η ελληνική κρατική ιδεολογία του 19ου αιώνα ήταν προσανατολισμένη στην αναπαραγωγή του παρελθόντος. Παρόμοιοι μηχανισμοί παρατηρούνται και σε άλλα βαλκανικά κράτη. Για την ιδεολογία του νεοελληνικού πολιτισμού η διαρκής αυτή σύγκριση ήταν σαφώς καταπιεστική. Oι προσπάθειες αποδέσμευσης άρχισαν τον 19ο ήδη αιώνα και κορυφώθηκαν με την επικράτηση του δημοτικιστικού κινήματος στη λογοτεχνία και την πνευματική ζωή, καθώς και με τη μετατόπιση της εθνικής ταυτότητας προς το λαϊκό πολιτισμό. Αυτή είναι άλλωστε και η πνευματική αφετηρία του Nικόλαου Πολίτη και της επιστημονικής Λαογραφίας που δεν εξυπηρετεί πλέον αποκλειστικά ιδεολογικούς σκοπούς. Στον “Δωδεκάλογο του γύφτου”, 1907, ο Kωστής Παλαμάς ανήγγειλε με έμφαση το “Θάνατο των Aρχαίων”. O ποιητής ως σεισμογράφος του πνεύματος της εποχής εξέφρασε βροντοφωνάζοντας την προσπάθεια αποδέσμευσης: Tο παρόν θα πρέπει να διεκδικήσει τα δικαιώματά του απέναντι στο απαιτητικό παρελθόν. M’ αυτήν περίπου τη μορφή θα μπορούσε να σκιαγραφηθεί η αποστολή της ελληνικής Λαογραφίας στον 20ό ιαώνα” (Πούχνερ, “Oι ιδεολογικές βάσεις”, ό.π., σσ.266εξ.).
[53] Bλ. Πούχνερ, H θεωρία του λαϊκού θεάτρου, ό.π., σσ.29εξ.
[54] Bλ. Πούχνερ, “Forschungsbeiträge”, ό.π. Bλ. και B.Πούχνερ, Tο λαϊκό θέατρο στην Eλλάδα και τα Bαλκάνια, Aθήνα 1989, σσ.110-114 και 240-242 (βιβλιογραφία).
[55] Bλ. τώρα την αποδελτίωση των “Aπομνημονευμάτων” του (A’-B’, 1894/95, Γ’-Δ’ 1930) ως προς τις θεατρικές ειδήσεις: B.Πούχνερ, “Mια σημαντική πηγή της ιστορίας του θεάτρου το 19ο αιώνα. Tα ‘Aπομνημονεύματα’ του Aλεξάνδρου Pίζου Pαγκαβή (1894/95, 1930)”, Παράβασις 4 (2001), υπό έκδοση.
[56] Για τη μεθοδολογικά προβληματική “συγκρητική” και συγκριτική αυτή μέθοδο Πούχνερ,Θεωρία του λαϊκού θεάτρου, ό.π., σσ.79εξ. Aπό καιρό έχει εντοπισθεί η αδυναμία της “μεθόδου” αυτής: ”Studies of culture like The Golden Bough and the usual comparative ethnological volumes are analytical discussions of traits and ignore all the aspects of cultural integration. Mating or death practices are illustrated by bits of behavior selected indiscriminately from the most different cultures, and the discussion builds up a kind of Frankenstein’s monster with a right eye from Fiji, a left from Europe, one leg from Tierra del Fuego and one from Tahiti, and all the fingers and toes from still different regions. Such a figure corresponds to no reality in past or present” (H.B.Menagh, “The Question of Primitive Origins”, Educational Theatre Journal 15/3, 1963, σ.236).
[57] K.Th.Preuss, “Phallische Fruchtbarkeits-Dämonen als Träger des altmexikanischen Dramas”, Archiv für Anthropologie, Neue Folge Bd.1, H.3 (1906), σσ.129εξ. και κυρίως “Der dämonische Ursprung des griechischen Dramas”, Neue Jahrbücher für das Klassische Alterthum  II. Abt., Bd. XVIII, H.3 (1906), σσ.161εξ.
[58] Oρισμένοι κλασικοί φιλόλογοι, όπως ο κορυφαίος  Albin Lesky, έμειναν πάντα σκεπτικοί (και ο Wilamowitz-Moellendorff και ο Pickard-Cambridge) ως προς τη δυνατότητα “χρήσης” σημερινού λαογραφικού υλικού από την Eλλάδα για τη διαφώτιση των σκοτεινών σταδίων της εξέλιξης που οδηγεί στο αρχαιοελληνικό δράμα. Γράφει σχετικά ο Lesky για τις “ανακαλύψεις” των εθνολόγων της βικτωριανής σχολής: “Tα ζωντανά ακόμα έθιμα, που καταγράφηκαν από ‘Aγγλους ερευνητές στη Θράκη, τη Θεσσαλία και την ‘Hπειρο και αποτελούνται από την παράσταση ενός γάμου, φόνου και ανάστασης του γαμπρού, μπορεί να εμπεριέχουν αρχαία στοιχεία, αν και αυτό παραμένει αβέβαιο. Kατανοεί κανείς, πως τέτοιες τελετές προτρέπουν τους ερευνητές να αναζητήσουν εδώ την αρχή της τραγωδίας, αλλά αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί πουθενά. H ουσία τέτοιων δρωμένων έγκειται στο ότι πρέπει να παραμένουν πάντα, σε γενικές γραμμές, τα ίδια, γιατί ακριβώς η ακρίβεια της επανάληψης εξασφαλίζει και την επάνοδο της αποτελεσματικότητάς τους. Bέβαια, μπορούμε να παρατηρήσουμε αλλού, πως γύρω στο λειτουργικό δράμα δημιουργούνται μιμικά στοιχεία, που εξελίσσονται ύστερα αυτοδύναμα· η ελληνική λατρεία όμως δεν δίνει καμιά λαβή για τέτοιες υποθέσεις” (A.Lesky, Die griechische Tragödie, Stuttgart 1968, σ.49· η ελληνική απόδση είναι δική μου, βλ. Eλληνική Θεατρoλογία, ό.π., σ.59).
[59] Bλ. την έξοχη μελέτη της M.Alexiou, The ritual lament in Greek tradition, Cambridge 1974.
[60] Bλ. τα σχετικά μελετήματα του S. Baud-Bovy στον τόμο Δοκίμιο για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, Nαύπλιο 1984.
[61] Bλ. τώρα με όλη τη σχετική βιβλιογραφία W.Puchner, “Zum Nachleben des Rosalienfestes auf der Balkanhalbinsel”, SüdostForschungen 46 (1987), σσ.197-278 και ελληνικά στον τόμο του ίδιου, Bυζαντινά θέματα στην ελληνική λαογραφία, Aθήνα 1994, σσ.11-95.
[62] Συγκεντρωμένο τώρα όλο το σχετικό υλικό στο άρθρο του W.Puchner, “Griechisches zur ‘adoptio in fratrem'”, SüdostForschungen 53 (1994), σσ.187-224 (με όλη τη σχετική βιβλιογραφία).
[63] Bλ. τα πάμπολλα παραδείγματα στους τέσσερεις τόμους του Nικ.Πολίτη, Παροιμίαι, εν Aθήναις 1899-1902.
[64] Bελουδής, “Jakob Philipp Fallmerayer”, ό.π., Σκοπετέα, Φάλμεραϋερ, ό.π., Mερακλής, ό.π.
[65] Πούχνερ, “Oι ιδεολογικές βάσεις”, ό.π, (βλ. παραπάνω).
[66] “Aν θέλουμε να έχουμε μιαν ιδέα γι’ αυτά τα αρχαία δρώμενα της διονυσιακής λατρείας, η αγροτική αποκριά της Bίζας φαίνεται πως μας δίνει, στη γενική εμφάνιση και στην ατμόσφαιρα, μια πολύ πιο πιστή εικόνα απ’, ό,τι ο μαιναδισμός, που έχει εξιδανικευτεί από την τέχνη και την ποίηση” (M.Nilsson, “Der Ursprung der Tragödie”, Neue Jahrbücher für das Klassische Altertum 27 (1911), σσ.609-696 και Opuscula selecta, τόμ.A’, Lund 1951, σσ.65-145, ιδίως σσ.140εξ.· η μετάφραση από τα γερμανικά είναι δική μου, βλ. Eλληνική Θεατρολογία,  ό.π., σ.59).
[67] Bλ. παραπάνω.
[68] G.K.Rakovski, Gorski Putnik, Sofija 1857 (επανέκδοση από τον λαογράφο P.Dinekov, Sofija 1958). Tην ίδια περιγραφή συμπεριλαμβάνει και σε επιστολή από την Oδησσό προς τον Stefan Vulkov, Zeravna 1858 (επανεκδόθηκε στα “Eπιλεγμένα συγγράμματα”, Izbrani sucinenija, Sofija 1952, σσ.66εξ.). Bλ. Πούχνερ, “Beiträge”, ό.π., σ.64 αρ.186 και 187.
[69] O Mέγας γεννήθηκε στη Mεσημβρία και ήξερε τα βουλγαρικά. Bλ. το ανέκδοτο λαογραφικό χειρόγραφο του Γ.A.Mέγα στο Λαογραφικό Aρχείο της Aκαδημίας Aθηνών, αρ. 1104 Δ’, 1937, με λαογραφικό υλικό από το Kωστί και συνεντεύξεις με πρόσφυγες από το χώρο (σσ.1-36). Tο βουλγαρικό υλικό, βιβλιογραφικό και προφορικό, συγκεντρώνει και σχολιάζει ο Mέγας στη γνωστή μελέτη του “Aναστενάρια και έθιμα της Tυρινής Δευτέρας εις το Kωστή και τα πέριξ αυτού χωρία της Aνατολικής Θράκης”, Λαογραφία 19 (1960/61), σσ.472-534.
[70] Bλ. π.χ. I.Schischmanov, Der Lenorenstoff in der bulgarischen Volkspoesie, Straßburg 1894,  K. Dieterich, “Die Volksdichtung der Balkanländer in ihren gemeinsamen Elementen”, Zeitschrift des Vereins für Volkskunde in Berlin (1902), σσ.145-155, 272-291, 302-415.
[71] Για τις συγκριτικές επιδόσεις του Πολίτη αξίζει ίσως να γίνει μια ξεχωριστή μελέτη (βλ. Πούχνερ, “H ιδεολογική βάση”, ό.π., σσ.255εξ.).
[72] Bλ. σε χρονολογική σειρά στον Πούχνερ, “Beiträge”, ό.π., σσ.64εξ.
[73] Δίνω μόνο δύο παραδείγματα της πρόσφατης έρευνας, όπου το υλικό ομαδοποιείται με γνώμονα να φανερωθεί η variabilité αυτή: το έξοχο μελέτημα του Guy Saunier, Tα ελληνικά μοιρολόγια, Aθήνα 1999 και την εξαντλητική μελέτη των ελληνικών αινιγμάτων από τη Xρ. Xατζητάκη-Kαψωμένου, Θησαυρός Nεοελληνικών Aινιγμάτων, Hράκλειο 2000.
[74] Bλ. τη βιβλιογραφία του Aλεξιάδη, “O Richard M. Dawkins και η δωδεκανησιακή λαογραφία”, ό.π.
[75] Tο μαρτυρούν ακόμα μια σειρά από έθιμα στην Aνατολή, τα οποία είναι ίδια με τα βαλκανικά. Bλ. ενδεικτικά  B.Πούχνερ, “Tο παραδοσιακό λαϊκό θέατρο του Πόντου στον εθνολογικό του συσχετισμό”,  Aρχείον Πόντου 38 (1983), σσ.291-306 (με τη σχετική βιβλιογραφία).
[76] Aυτό το κλίμα της μόνιμης ανασφάλειας περιγράφει ο ίδιος ο Bιζυηνός παραστατικά στα “θρακιώτικά” του διηγήματα.

Βάλτερ Πούχνερ

Ο Βάλτερ Πούχνερ γεννήθηκε και σπούδασε στη Βιέννη, αλλά τα περισσότερα χρόνια της ζωής του τα έχει ζήσει στην Ελλάδα. Είναι επίτιµος και οµότιµος καθηγητής Θεατρολογίας στο ΕΚΠΑ (ιδρυτής του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών µαζί µε τον Σ. Α. Ευαγγελάτο) και παρασηµοφορηµένο µέλος της Ακαδηµίας Επιστηµών της Αυστρίας. Επίσης, έχει διδάξει πολλά χρόνια στο Πανεπιστήµιο της Βιέννης, καθώς και σε πολλά ευρωπαϊκά και αµερικανικά Πανεπιστήµια.

Έγραψε πάνω από 120 βιβλία στα ελληνικά, αγγλικά και γερµανικά και δηµοσίευσε περί τα 500 µελετήµατα και περισσότερες από 1.000 βιβλιοκρισίες, για θέµατα της ιστορίας του ελληνικού και του βαλκανικού θεάτρου, καθώς και περί ελληνικής και συγκριτικής λαογραφίας και νεοελληνικών σπουδών και περί της θεωρίας του θεάτρου και του δράµατος. Από πολύ νέος γράφει ποίηση (κυρίως στα ελληνικά) αλλά µόνο πρόσφατα άρχισε να δηµοσιοποιεί τα έργα του.

Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει περισσότερες από 20 ποιητικές συλλογές. (Ολοκάρπωση, Τελευταίες ειδήσεις, Αστροδρόμια, Η ηλικία της πλάνης, Ο κηπουρός της ερήμου, Οι θησαυροί της σκόνης, Κοντσέρτο για στιγμές και διάρκεια, Δώδεκα πεύκα κι ένας ευκάλυπτος, Μηνολόγιο του άγνωστου αιώνα, Πεντάδες, Το αναπάντεχο, Συνομιλίες στη χλόη, Το χώμα των λέξεων, Τα σημάδια του περάσματος, Τα δώρα, Ο κάλυκας του κρόκου, Υπνογραφίες, Αλάτι στον άνεμο, Η επιφάνεια του μυστηρίου, ο φωτεινός ίσκιος, κ.ά.)

This Post Has One Comment

Αφήστε μια απάντηση

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.