You are currently viewing Βασίλης Δ. Παπαβασιλείου: Νίκος Παπάνας, Σας αρέσουν τα σονέτα; Ιωλκός, 2023, σελ.46

Βασίλης Δ. Παπαβασιλείου: Νίκος Παπάνας, Σας αρέσουν τα σονέτα; Ιωλκός, 2023, σελ.46

                      

Σας αρέσουν τα σύννεφα;

 

Στην τρίτη του ποιητική περιήγηση, ο καθηγητής ιατρικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο

Θράκης Νίκος Παπάνας, καταπιάνεται μ’ ένα δύσκολο -λόγω της πολύ απαιτητικής φόρμας- είδος, το δεκατετράστιχο σονέτο. Τα κείμενα συνοδεύονται ιδανικά από χαρακτικά της Ρένας Ανούση-Ηλία που, με λίγες ευφυείς μολυβιές, εξεικονίζουν το όραμα του ποιητή. Όπως στα προηγούμενα έργα του, ο ποιητής προσπαθεί να παρακάμψει τα άγνωστα στρώματα του εσωτερικού του κόσμου, καθοδηγώντας τη μνήμη απευθείας στην καίρια, πληρέστερη, ανήσυχη παρόρμηση: τον ζωοδόχο Έρωτα. Μοιάζει να Τον φωτογραφίζει από περιωπής, ν’ απαθανατίζει με αισθητική περίσκεψη το σώμα και τη ψυχή του, να τον βλέπει ν’ απλώνεται διάχυτος και να διαθλάται στο ανεπίστρεπτο. Τα μάτια του, θαμπωμένα ακόμα από την ανάμνηση της μαρμαρυγής κι αυτός, γεμάτος συναισθήματα, τα αποσπά από τον εαυτό του και μας τα προσφέρει σε ακέραιες ποιητικές μονάδες.

 

Πενθώ τον ήλιο και πενθώ τα χρόνια που έρχονται χωρίς εμάς και τραγουδώ τ’ άλλα που πέρασαν…λέει ο Ελύτης

 

κι ο Νίκος Παπάνας:

«[…] Δεν χάνεται η μορφή σου: περιουσία μου, φυλαχτό μου./ Την αγγίζω, την κοιτώ χαραγμένη περίτεχνα/στην ψυχή μου ανεξίτηλο τατουάζ». [από το ποίημα ΤΑΤΟΥΑΖ ΨΥΧΗΣ]

 

Αγαπημένο θέμα του δημιουργού «το ματωμένο κι άγριο/χιλιοτραγουδισμένο ρόδο της αγάπης» που με την παντοδύναμη αύρα του υπερκεράζει όλα τα προβλήματα και τα εσωτερικά θέματα του συνειδητού ανθρώπου, πότε αφήνοντας πολύτιμα ‘’χνούδια’’ ή άσβεστα σημάδια στο πέρασμά της, «η θύμησή σου δεν χάνεται: είν’ η κουβέρτα μου/τυλίγομαι και με ζεσταίνει», πότε οικοδομώντας μεγαλόπρεπα έργα και πότε γκρεμίζοντας κόσμους ολόκληρους, «τελευταία, λοιπόν, απαγγελία της μορφή σου./Μνημόσυνο μιας ομορφιάς –κρίμα- δειλής».

Ο  φεγγοβόλος αυτός εξωραϊσμός, δεν παύει μέσα στη λαμπρή του αντανάκλαση -κι ας φαντάζει κάποτε σαν ξένο σώμα- να διατηρεί την αυθυπαρξία του και να μην εξαφανίζεται ακόμη και μέσα στην απειρότητα του τετελεσμένου:

«Άραγε τι ενοίκιο να πληρώνουν/για τα κάστρα των παραμυθιών/ή για τις σελίδες των ποιημάτων/οι αλλοτινές πανέμορφες κοπέλες;»

[από το ποίημα ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΧΙΟΝΙΑ ΑΛΛΟΤΙΝΑ; Συνομιλία με το ποίημα ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΚΥΡΙΩΝ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΑΙΡΟΥ του Φρανσουά Βιγιόν].

Στο σονέτο που τιτλοφορείται ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ, συντελείται μια σταδιακή, συναισθηματική διάτρηση της αρχικής, επίπονης άρνησης· από το κατασταλαγμένο «δεν ερωτεύομαι πια» και «δεν αγαπώ πια» με φανερά Λάμπουσα τη Λύπη*, γίνεται ευμετάβλητη η αίσθηση κι η στάση εμπρός στο υπέρλαμπρο ενδεχόμενο, το ολοφώτεινο χαμόγελο της ζωής:

«Όμως, θέλω να έρθεις πιο κοντά- να ξεκινήσουμε παράτολμη βαρκάδα

στην παλίρροια του αίματός μας».

Ο  τελευταίος στίχος «Από τα χείλη μας μέχρι τ’ αστέρια» προβάλλει μια ιδιότυπη αντίθεση, εναρμονιστικά συνθετική, που καταργεί την απόσταση ανάμεσα στα θεώμενα και στον θεατή: Συνταιριάζει το ‘’αχανές’’,με το ‘’μικρό’’ αυτό δείγμα ζωής που μας ελευθερώνει από τη χρονική μας μηδαμινότητα και μας βάζει ενεργά στην άμεση λειτουργία ενός αιώνιου αισθησιασμού, κατά τη διάρκεια του οποίου εξαφανίζεται και λησμονιέται το υλικό μας άτομο. Αυτή η ψαύση, το ά-ψογο και αναμφίβολο άγγιγμα των χειλιών, απολήγει σε κάτι ανέσπερα φωτεινό όπως είναι τα αστέρια, μια λαμπρότητα που αποκορυφώνεται με μια βεβαίωση δημιουργίας.

Η επίδραση από τους παλιούς είναι μια αναγκαία κι αναπόφευκτη διαδικασία της πνευματικής καλλιέργειας του δημιουργού και μια λειτουργία συνυφασμένη με την καθαυτό δημιουργία. Στα ποιήματα ΓΛΩΣΣΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, Η ΓΕΡΙΚΗ ΕΛΙΑ ΣΗΜΕΡΑ, ΚΑΛΟΤΥΧΟΙ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ, ο ποιητής τηρεί κατά γράμμα τους κανόνες μετρικής και στιχουργικής του ιταλικού ενδεκασύλλαβου σονέτου κι επενδύει [συνομιλώντας με τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη και τον Λορέντζο Μαβίλη] σε συναισθήματα και λογής στοχασμούς, διακοσμητικά συγκροτημένους μέσα σε ξεκαθαρισμένα και σαφή ψυχολογικά πλαίσια:

«Κι έπαψες να μιλάς- και σε κοιτούσα κι όλο μ’ έσκαβε του πόθου η σμίλη.

Ήχος βιολιού και άρωμα στο δείλι

στεκόσουν πλάι μου, μαυρομαλλούσα.

Πόσα και πόσα αδιάφορα ρωτούσα…

γλώσσα μιας άλλης εποχής, τ’ Απρίλη

κρινάκι αβρό ή τρυφερό ασφοδίλι

χρειαζόμουν για να πω ότι σ’ αγαπούσα;…»

[από το ποίημα ΓΛΩΣΣΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ]

 

Φλογερά συνθήματα και γόητρα μιας εποχής που έχουν τη μοίρα της ρουκέτας:

Πρόσωπα ανάβουν, λάμπουν μια στιγμή- και σβήνουνται σ’ ένα σκοτάδι εβένου…Λέει ο

Σεφέρης.

Μια ρουκέτα η στιγμή· όσο διαρκεί η εκτυφλωτική της καμπύλη, είναι μια φευγαλέα παρομοίωση του αστρικού μας κόσμου σε έκρηξη, αυτό μόνο. Ύστερα σκοτάδι και λήθη της λάμψης.

Ο Νίνος Παπάνας διατηρώντας τα χαρακτηριστικά της ερωτικής του ποιητικής, εκφράζει τη μοναδικότητα και τρυφερότητα μιας αφοσίωσης, ίσως και μιας μέθης που όμως δεν τον ζαλίζει αν και ξοδεύει όλες του τις δυνάμεις για να παραστήσει έναν αναγεννητικό ερωτικό συγκλονισμό. Βλέπει πως ένας άπληστος κι ολότελα πια τυφλός Πολύφημος, ο Χρόνος, κατατρώει την αφθονία των στιγμών. Πρόκειται για μία ψαλμωδία επίγνωσης πως η μεγαλύτερη και πιο πρόσφορη για τη καρποφορία του Έρωτα ποσότητα χρόνου που του παραχωρείται, έχει καταναλωθεί. Μια μονωδία μέσα στην οποία έμμεσα, απόμακρα κι αποσπαματικά ακούγεται σαν ακαθόριστος αντίλαλος, κομματιασμένη η φωνή του Ίμερου. Διανοητικά ο ποιητής φαίνεται να το έχει συλλάβει αυτό το δράμα, αλλά, μόνο μια σκιά του αφήνει να προβάλλει στον ουρανό της αναλοίωτης ποιητικής του. Γιατί, όσο κι αν φαίνεται πως όλη του η προσοχή είναι στραμμένη στο γλυκύπικρον αμάχανον όρπετον, ή αν θέλετε στο «κρινοκυκλάμινο το απουσιοτρόπιο», το μόνο συγκεκριμένο θέμα του Νίκου Παπάνα, νομίζω, είναι η ίδια η ποίηση. Ουσιαστικά ο δημιουργός δεν είναι συνδεδεμένος με καμιά ιδέα και με κανένα συνειδητό πάθος μεγαλύτερο απ’ αυτό της ‘’Βεατρίκης’’, δηλαδή της καθαρής ποιητικής δημιουργίας̣· γιατί μόνο πάνω σε μια τέτοια ένωση είναι δυνατό να επανα -ιδρυθούν τα όνειρα. Η υπόψυχρη, μελαγχολική νωχέλεια των λέξεων ανεβάζει στην επιφάνεια των στίχων -σαν φυσαλίδες από το βυθό- τους φυσικούς, στενάχωρους κύκλους της καθημερινότητας, την «χρυσελεφάντινη αυταρέσκεια των πληγών», που στην συνέχεια παρασύρονται απ’ το κεκαθαρμένο ζωικό μυστήριο και τη λησμονιά του ποιητικού κύματος.

Η ποίηση είναι για το Νίκο Παπάνα μια δεξιοτεχνία μαγικών εκφράσεων- εγερτήρων ναρκωμένων αισθητηρίων, προσπαθεί να γεμίσει την όρασή του με αυτή γνωρίζοντας πως η αλήθεια της είναι κάτι ανεξήγητο που ξεκινά με τον ποιητή μα ξεπερνάει κατά πολύ τα φυσικά του όρια. Βλέποντάς την λοιπόν έτσι, υποταγμένη πειθαρχικά στο μέτρο, ίσως αντιλαμβάνεται κάποιες φορές πως δεν αφήνεται να πραγματοποιήσει όλες τις αυθύπαρκτες δυνατότητές της σε αμιγή και πρακτικά έργα. Γι’ αυτό, στην αναζήτηση αυτής της ελευθερίας, αποφασίζει να μετασχηματίσει κάποια σονέτα με τρόπο νεωτερικό· με την ελαστική μάζα ενός υλικού απελευθερωμένου μετρικά αλλά νοηματικά σε πλήρη και συνεχή επαφή με τον αναγνώστη, επιβάλλει την ανεμπόδιστα λυτρωμένη θέα των εικόνων του. Πέρα από μια ρασιοναλιστικά αποτυπωμένη σκέψη, με ποιητική συνείδηση κυβερνημένη από πνεύμα υπέρτερης δημιουργικής ελευθερίας, προσδιορίζει πιο φυσικά όλες τις αποχρώσεις, τις ακμές, τις ωραιότητες ή και τις πτώσεις. Με αυτό τον τρόπο καταφέρνει ο ποιητής να διαπλάσει και να στερεώσει τους στίχους του σε μία διάφανη, προσωπική αισθητική περιοχή μη εγκαταλείποντας την παράδοση. Οδηγείται έτσι σ’ ένα πολύπλευρο ποιητικό άθροισμα, ενδεικτικό της γονιμότητας και της ικανότητάς του να δέχεται και να αφομοιώνει λογής επιδράσεις, ενός σταθερού ποιητικού κόσμου, στο κυνήγι του ιδανικού εκείνου που προτρέπει τη φαντασία σε αναζήτηση.

Στο ποίημα Η ΝΤΡΟΠΑΛΗ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ, ο ποιητής πρώτα αναλύει, αισθάνεται και εκφράζει τις έννοιες [σελήνη, παρένθεση, ουράνιο τόξο] κι ύστερα τις συνθέτει, τις εικονοποιεί, μετουσιώνοντάς τες σε σύμβολα:

«Καθώς διαβάζω απόψε σκεπτικός

συναντώ στο κείμενο μια παρένθεση

μικρούλα ακόμα, ντροπαλή έτσι μόνη της

άβγαλτη, μελετά κι αυτή να μάθει γράμματα.

 

Για δες, όμως, η λεία καμπύλη της

πόσο σου μοιάζει…

Μελωδικά φιλιά και φευγαλέα σκιρτήματα

κι απόρθητα βουνά του έρωτα.

 

Το σχήμα της είναι της νέας σελήνης

Όμως, σε αντίθεση με αυτήν, δε μεγαλώνει

ποτέ δεν θα γνωρίσει την πληρότητα.

 

Έτσι κι εμείς, κρίμα, επώδυνα μετέωροι

ουράνιο τόξο ασπρόμαυρο και μακρινό.

[Ότι κι αν είχα να σου δώσω: μια μικρή παρένθεση.]»

 

Αυτές οι ταυτίσεις και οι διαχωρισμοί, δημιουργούν στην ποιητική μας όραση γοργές, προφητικές εναλλαγές λάμψης μέσα στο σκοτάδι· χωρίς καινούργιο μήνυμα, χωρίς Aναγγελία ουριοδρομίας*.

Η διάφυλη σχέση είναι ανύπαρκτη κι ανήμπορη, λέει ο Ζακ Λακάν [σεμινάριο ΧΧ- είκοσι] κι αυτό διότι Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις [σεμινάριο VIII- 8]. Αυτό δηλαδή που πρέπει να προσφέρεις στον αγαπημένο σου είναι το γεγονός ότι κάτι λείπει απ’ τη ζωή σου, μια τρύπα που μόνο ο αγαπημένος μπορεί να γεμίσει. Αυτή η έλλειψη, όμως, είναι ο σπόρος που βλασταίνει αειθαλείς εικόνες μιας πλανερής μα ηδονικής ουτοπίας·  με όσα λαμπρά φανερώνουν οι εικόνες αυτές, αλλά κυρίως με όσα πολύτιμα και μόνιμα κρύβουν, τροφοδοτούν το υποσυνείδητο με συνεχείς αναπαλαιώσεις:

«Κρυφή αγκαλιά ενός άλλου θέρους

ιδιωτική γαλάζια αιωνιότητα».

[από το ποίημα ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΓΡΕΒΕΝΩΝ]

Φτερουγίζει η σκέψη μέσα στο όραμα του απέραντου γαλάζιου. Ο χρωματισμός ενός ωραίου αλλά μακρινού κι αδιάφορου ουρανού,διχάζει ψυχικά και πνευματικά τον δημιουργό. Ταυτόχρονα, όμως, πραγματοποιείται μια τέλεια σύνθεση του πιο καθαρού ερωτικού συναισθηματισμού για το φυσικό περιβάλλον με όλες του τις φυσιολογικές προεκτάσεις προς τη μελαγχολία και τη λύπη, συνυφασμένη κι αυτή τέλεια με την ατμόσφαιρα της Φθινοπωρινής φθίσης. Ο ποιητής ακολουθεί πάντα τα μουσικά προστάγματα του υποσυνείδητου, αυτού του θαυμαστού κλειδοκύμβαλου που ανέκαθεν αυτολειτουργεί μέσα μας, μελωδώντας τις σκόρπιες, αναδυόμενες λέξεις που εμφιλοχωρούν ανάμεσα στις εικόνες, ελαχιστοποιώντας έτσι την δυσαρμονία, τον αταίριαστο ήχο της ατομικής μοναξιάς.

Έτσι, παρ’ ότι στη ροή των ποιημάτων οι αδιάλειπτες αναμνήσεις των παλιών πτήσεων υποχρεώνουν τη σκέψη σε μια αδιάκοπη προσγείωση, το κλίμα φαίνεται ν’ ανατρέπεται στα τελευταία ποιήματα όπου ο δημιουργός διαβλέπει πως όλη η προηγούμενη, η κατά μόνας διαδικασία, είναι απαραίτητη για να τον επαναφέρει στην αρχική του στάση και τάση, που είναι η προετοιμασία για απογείωση, το πέταγμα προς τα ψηλά. Αυτό αποκαλύπτει και η διπλή, συμβολική ερώτηση στην κατακλείδα όλων των σονέτων όταν, μέσα στο γκρίζο, αρχίζει να σπινθηρίζει το λευκό και οι κρυμμένες ιδιότητες των νεφών:

«Σας αρέσουν τα σονέτα;

Σας αρέσουν τα σύννεφα;»

……………

 

*Oδυσσέας Ελύτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.