Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Έφη Φρυδά: Σέπια

Ο ουρανός ήταν σχεδόν λευκός, ο ήλιος μεσουρανούσε απορροφώντας και το παραμικρό ίχνος υγρασίας στην αμμουδιά που είχε σπάσει, ρωγμές την διέτρεχαν σχηματίζοντας ανόμοια κομμάτια, κι ήταν σαν να έβλεπες σχολικό χάρτη με χώρες φανταστικές σε χρώματα ξεθωριασμένης σέπια.

Η Αλίκη είχε μείνει αρκετή ώρα εκεί με το πρόσωπο σκεπασμένο με ένα λεπτό μαντήλι, ενώ το σώμα της παρέμενε εκτεθειμένο στο δυνατό ήλιο. Τώρα ένιωθε να ανάβει, ήταν λες και οι φλόγες του ήλιου διαπερνούσαν το δέρμα της και έφθαναν βαθιά ως τα ζωτικά όργανά της. Τα πάντα έλιωναν μέσα και γύρω της καθώς έβλεπε τη γραμμή του ορίζοντα να τρεμοπαίζει σπιθίζοντας εκεί στο βάθος του ουρανού, στην άκρη της μεγάλης θάλασσας. Πίσω από το σώμα της η κατάστεγνη αμμουδιά, πάνω από το κεφάλι της ένας ουρανός με μια σχεδόν επικίνδυνη λάμψη, μπροστά μόνο νερό. Για μια στιγμή ένιωσε χαμένη, σαν να μην είχε που να πάει. Προς τα μπρος, μπροστά προχωράει ο κόσμος, Αλίκη, είπε στον εαυτό της. Όταν το σύμπαν καίγεται γύρω σου, όταν το μέσα σου λιώνει, εσύ δεν έχεις παρά να κάνεις το βήμα. Μπροστά. Η γαλήνια θάλασσα έμοιαζε παχύρευστη, και τίποτα, ούτε ένα βαρκάκι δεν έσπαγε την επιφάνειά της.

Η Αλίκη έκανε το βήμα, το νερό ανέβαινε αργά βρέχοντας τα πυρωμένα της μέλη, τον κορμό. Αφέθηκε. Βάλσαμο, λύτρωση μπροστά στον τρόμο μιας ζέστης απειλητικής, ενός ήλιου που έμοιαζε να θέλει να φωτίσει τα αφώτιστα, να λιώσει κουκούλια που κάλυπταν σημεία ανέγγιχτα.

Ξάφνου αισθάνθηκε μια ορμητική κίνηση δίπλα της, ένα βίαιο φουρφούρισμα, κάτι σαν κραδασμό, ενώ ταυτόχρονα ένας δυνατός παφλασμός ακούστηκε και, καθώς το κεφάλι της ήταν μισοβυθισμένο στο νερό, είδε κάτι μαύρο και γυαλιστερό να σπάει την επιφάνεια και να βυθίζεται σαν γιγάντια βελόνα σκορπώντας μια έκρηξη από φυσαλίδες που φούσκωναν, απλώνονταν και ξετυλίγονταν υποβρυχίως για να σβήσουν τελικά. Τρομαγμένη απομακρύνθηκε με αδέξιες απλωτές και, όταν θεώρησε ότι βρισκόταν σε απόσταση ασφαλείας, στράφηκε πάλι προς τα πίσω και κοίταξε. Κάτι σαν κινούμενο χερούλι κρεμάστρας εξείχε πάνω από την επιφάνεια του νερού, ένας μακρύς, μαύρος λαιμός με μια έντονη κίτρινη πινελιά που κατέληγε σε ένα μαύρο ράμφος.

Ένας θηρευτής ψαριών, ένας κορμοράνος, γέλασε μέσα της παρατηρώντας την κομψή καμπύλη του λαιμού, ενώ το σώμα του πουλιού παρέμενε βυθισμένο κάτω από το νερό… 

Ανακουφισμένη αποφάσισε να παίξει λιγάκι, για να ξεθυμάνει τον τρόμο που πριν λίγο είχε νιώσει, ακολουθώντας το ψαροπούλι που πότε έπλεε ειρηνικά και πότε βουτούσε και χανόταν στα νερά για να ψαρέψει. Φορώντας τη μάσκα που ως τότε είχε στερεωμένη στο κεφάλι κοίταξε κάτω από την επιφάνεια. Η θάλασσα αναδευόταν ακόμα από την στροβιλιστή κίνηση του πουλιού.  Κοπάδια μικρών ψαριών σε ένα σχηματισμό που στένευε μπροστά και πίσω και φάρδαινε στο μέσον, δημιουργούσαν λες το σώμα ενός πελώριου αρθρωτού ψαριού που ελισσόταν γοργά.

Ο βυθός εδώ θα έλεγε κανείς ότι ήταν αντικατοπτρισμός ενός σημείου της ακτής όπου η Αλίκη δεν πήγαινε συχνά. Λευκά ιζηματογενή πετρώματα απλώνονταν κυματιστά δημιουργώντας σχήματα που έμοιαζαν με σμιλεμένα αυλάκια, με μακρόστενες μπανιέρες που διαδέχονταν η μία την άλλη.

Όμως σε ένα σημείο που οι καμπύλες της πέτρας του βυθού έδωσαν τη θέση τους στην άμμο η Αλίκη διέκρινε κάτι άλλο, κάτι απροσδιόριστο αυτή τη φορά να ασπρίζει. Είχε ένα παράξενο σχήμα, δεν της έμοιαζε με βράχος. Κολύμπησε και ακινητοποιήθηκε ακριβώς από πάνω του. Ήταν ένα αντικείμενο που σίγουρα δεν ανήκε στη θάλασσα. Τα νερά είχαν αρκετό βάθος σε αυτό το σημείο, όμως η Αλίκη έπρεπε να μάθει, κάτι λες και την τραβούσε εκεί κάτω στο βυθό. Καταδύθηκε και πλησίασε τον ασπριδερό όγκο. Κοίταξε, περιεργάστηκε διστακτικά στην αρχή, κι ύστερα άπλωσε το χέρι και ψηλάφισε. Μισοβυθισμένη στην άμμο μια καρέκλα, χορταριασμένη, γεμάτη όστρακα και σαλιγκάρια κολλημένα πάνω της.

Και ξάφνου μια εικόνα προβλήθηκε στην οθόνη του νου της. Και η εικόνα ζωντάνεψε.

Είναι κουλουριασμένη στην αγκαλιά της μαμάς της και είναι στη βεράντα και ο ήλιος είναι λευκός πάνω από τα κεφάλια τους. Η μαμά κάθεται σε μια άσπρη καρέκλα και εκείνη είναι μικρούλα, γύρω στα τέσσερα και χουχουλιάζει εξαντλημένη από μια νύχτα υψηλού πυρετού. Απύρετη όμως τώρα και γαλήνια έχει αφεθεί στη θαλπωρή, ενώ παρατηρεί την Ρόζα, τη γάτα τους που πριν μέρες έχει γεννήσει έξι γατάκια. Είναι μια υπέροχη γάτα με κόκκινο, πυκνό τρίχωμα και τα μωρά της δυο λευκά με αχνοκόκκινες βούλες και τέσσερα κόκκινα, τυφλά ακόμα, τη θηλάζουν. Είναι τόσο όμορφα εκεί, η Αλίκη λιώνει γλυκά κάτω από το δυνατό ήλιο, μες την ασφάλεια της μητρικής αγκαλιάς, βυθισμένη σε μια υπέροχη νωθρότητα ενώ χαζεύει τις γάτες. Μόλις έχει μάθει να μετράει και, θέλοντας να ευχαριστήσει τη μαμά, αρχίζει να μετράει τα γατάκια. Ένα, δυο άσπρα, ένα δυο, τρία…Μαμά, πού είναι το άλλο κόκκινο, ρωτάει. Η κυρία Ρίκα τινάζει τη στάχτη του τσιγάρου της και, κοιτώντας το καλάθι με τα γατιά, λέει μάλλον αφηρημένα, σαν να μονολογεί, «Καμιά φορά η λεχώνα, όταν κάποιο γατί είναι άρρωστο και θέλει να το ξεφορτωθεί, το τρώει. Ξέρεις, για να καθαρίσει τη φωλιά, για να μην σπαταλάει το γάλα της θηλάζοντας κάποιο που έτσι και αλλιώς δεν θα ζήσει».

Η Αλίκη ένιωσε κάτι σαν σκοτοδίνη, ο κόσμος χάθηκε. Έπρεπε να τρέξει, να φύγει μακριά από την αγκαλιά της μαμάς, που τώρα είχε γίνει εφιαλτική, δεν μπορούσε να βλέπει την εικόνα της γάτας που έγλειφε τρυφερά τα μωρά της, ενώ πριν το στόμα της αυτό είχε καταβροχθίσει το πιο αδύναμο. Όμως είχε παραλύσει, δεν μπορούσε να κάνει βήμα.

Και τότε η μαμά φώναξε χαρούμενα, Αχ νάτο καλέ, έτσι όπως είναι το ένα πάνω στο άλλο δεν το είδαμε. Νάτο και το τέταρτο κόκκινο, Αλίκη. Όλα τα γατάκια, και τα έξι είναι εδώ, μωρό μου. Μην ανησυχείς.

Η Αλίκη είχε μείνει για πολύ εκεί, μέσα στη ζέστη, κάτω από τον εκτυφλωτικό ήλιο μιας γιγάντιας και παντοδύναμης αγκαλιάς, με το πρόσωπο σκεπασμένο με ένα λεπτό μαντήλι, με το σώμα και την ψυχή εκτεθειμένα. Σε μια αθώα παρεξήγηση. 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.