Loading...
Διαβάζοντας αλλιώςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανδρέας Φουσκαρίνης: Στάθη Κουτσούνη, “Στου κανενός τη χώρα”, Ποιήματα, Μεταίχμιο, Αθήνα, 2020

   Πήρα πριν από λίγες ημέρες στα χέρια μου την ποιητική συλλογή «στου κανενός τη χώρα», που είχε την καλοσύνη να μου στείλει ο ποιητής Στάθης Κουτσούνης. Πρόκειται για το τελευταίο του ποιητικό πόνημα με το οποίο φαίνεται και πάλι πως ο ποιητής βρίσκεται από καιρό σε πλήρη ωριμότητα, γι’ αυτό και η ανάγνωση και η μελέτη της ποίησής του μου είναι ιδιαίτερα προσφιλής.

   Η εν λόγω ποιητική συλλογή αποτελείται από 32 ολιγόστιχα, κατά κύριο λόγο, ποιήματα, χωρίς αυτό βέβαια να δηλώνει, με απόλυτα κατηγορηματικό τρόπο, ότι δεν υπάρχουν σε αυτήν συνάμα και κάποια, μεγαλύτερης σχετικά έκτασης, ποιήματα. Αυτά είναι, μάλλον, η εξαίρεση, χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα άλλο, βέβαια, καλό ή κακό, όπως και να το δει κανείς. Η κατακτημένη από καιρό αισθητική και τεχνική του ποιητή του έχει επιβάλλει πλήρη λιτότητα στην έκφραση, αλλά και στον αριθμό των στίχων που συναπαρτίζουν ένα ποίημα. Ακόμη και τα σημεία της στίξης, εκτός από την τελεία, βρίσκονται σε αυστηρό περιορισμό. Έτσι λείπει εντελώς από αυτά τα ποιήματα οποιοδήποτε περιττό στοιχείο, κάθε τι που δεν κρίνεται άκρως απαραίτητο για την αισθητική απόλαυση του ποιήματος ή την πρόσληψη των όσων εμπεριέχει. Έτσι, απομένει στο τέλος κυρίαρχη η ουσία των στίχων. Ό,τι επιθυμεί να μας πει ο ποιητής από μόνος του δηλαδή ή το ποίημα. Ό,τι αισθάνεται ή σκέφτεται ή βιώνει ο εσωτερικός του κόσμος δηλώνεται με όσο το δυνατόν λιγότερα, εκφραστικά μέσα και κυρίως με την άκρως επιτυχημένη, συχνή χρήση των εικόνων που ολοκληρώνουν ένα ποίημα. Η εικόνα είναι το εκφραστικό μέσον που δεν τον εγκαταλείπει ποτέ και συνοδεύει την ποίησή του από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής της: εικόνες έντονες, ζωηρές, ευκρινείς, παραστατικές, ευρηματικές, πλήρεις νοήματος και αισθήματος, που γοητεύουν τον αναγνώστη και τον ωθούν να ψάξει να βρει τι κρύβεται τεχνηέντως πίσω από αυτές και να ανακαλύψει έτσι την ουσία των πραγμάτων.

          «νερά του ποταμού θολά

         κι από πουλί ούτ’ ένας ήχος

          όρνια μονάχα κρώζουνε

          τροχίζοντας τα ράμφη τους» (Σελ. 9).

   Αυτά και άλλα πολλά μπορεί να συμβαίνουν στου κανενός τη χώρα, εκεί που ο ομηρικός Ούτις κυριαρχεί και επιβάλλει τη θέλησή του, με τη βία ή χωρίς αυτήν. Ποια η διαφορά άλλωστε στις μέρες μας, αλλά και σε κάθε εποχή; Είναι, λοιπόν, αυτή η κυριαρχία για την οποία μιλάω, ο θάνατος, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην Οδύσσεια; Κατά τα φαινόμενα, ναι. Είναι τέτοια η λιτότητα της έκφρασης που για να λεχθεί ακόμη και το αυτονόητο, το ρήμα παραλείπεται, όταν δεν είναι αναγκαίο ή υπονοείται εύκολα. Η κυριαρχία του ουσιαστικού σε κάποια σημεία είναι πλήρης. Τα λοιπά μέρη του λόγου χρησιμοποιούνται μονάχα όταν τούτο κρίνεται απολύτως απαραίτητο.

          «ροτόντα με δύο καρέκλες

          σ’ όποια και να καθίσω

          η άλλη μένει άδεια» (Σελ. 10).

   Τα αρχέτυπα της Εύας και του Αδάμ μας επαναφέρουν στην αρχή της λεγόμενης δημιουργίας (σελ. 12 και 13) για να δούμε τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να ενεργήσουμε για ν’ αποκτήσουμε τη γνώση που μας είναι απαραίτητη προκειμένου να επιβιώσουμε σ’ έναν κόσμο δύσκολο και εχθρικό. Τολμώ να πω πως αυτή η γνώση είναι, κατά κύριο λόγο, η αυτογνωσία. Και όχι μόνο. Η λειτουργία της όμως είναι πάντα διαβρωτική. Έτσι κάθε φορά που είμαστε απροετοίμαστοι νιώθουμε δέος μπροστά στο νέο, τις αλλαγές, την ομορφιά που μας αποκαλύπτεται και ο δισταγμός και το άγχος για την αντιμετώπισή τους είναι μεγάλος.

          «κοιτούσα έκπληκτος θαυμάζοντας

          μα έπειτα φοβήθηκα

          ήταν αταίριαστο με τ’ άλλα έπιπλα

          διατάρασσε την τάξη

          πού ακούστηκε τραπέζι ανθισμένο» (Σελ. 14).

   Σε μια ζωή που δεν την επιλέξαμε οι ίδιοι, από μόνοι μας, κυριαρχεί, όπως είναι φυσικό,  ο παραλογισμός και ο έρωτας οδηγείται πάντοτε σε ματαίωση, γιατί τον καταπνίγει το άγχος και η ψευδαίσθηση μιας πραγματικά ευτυχισμένης στιγμής που δεν έρχεται ποτέ. Μόνη σωτηρία η απόδραση. Όμως αυτή γίνεται αναγκαστικά μέσα στο όνειρο, ακυρώνοντας έτσι κάθε αλλαγή που κρίνεται αναγκαία για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής και της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.

          «ονειρεύεται τότε μιαν απόδραση

          βγαλμένη από ταινία» (σελ. 16).

   Στα ποιήματα που περιλαμβάνει αυτή η συλλογή, στα περισσότερα τουλάχιστον από αυτά, κυριαρχεί, σε μεγάλη έκταση, μία αφηγηματικότητα λόγω της οποίας νιώθουμε σαν να βρισκόμαστε επάνω σε κάποια σκηνή, όπου κάποιος άλλος μας διηγείται ιστορίες, σπάζοντας για λίγο την απέραντη μοναξιά που περιβάλλει τον κόσμο μας και την ύπαρξή μας και μας καταβάλλει, σαν ένας αόρατος εχθρός που μας επιτίθεται μέρα μεσημέρι. Η αφήγηση αυτή ενίοτε γίνεται αντιστικτική, διαλογική, απευθύνεται σε κάποιον που δεν τον γνωρίζεις, που μπορεί όμως να είσαι κι εσύ ο ίδιος και με τον οποίο συνδιαλέγεται συχνά το ποιητικό υποκείμενο.

          «Ολόγυρα μιλιούνια οι κοιμισμένοι

          κανένας τους δεν σάλευε

          ώσπου κάποτε βλέπω τον επιστάτη

          να πλησιάζει δίχως πρόσωπο

          δεν θα μείνεις ποτέ πια άνεργος

          μου δηλώνει κοφτά» (σελ. 19).

 Να τολμήσω να πω πως στο βάθος κάποιων ποιημάτων ακούγεται συχνά και η φωνή ενός άλλου σπουδαίου Ηλείου ποιητή, του Γιώργη Παυλόπουλου, καλυπτόμενη βέβαια σε μεγάλο βαθμό από την πιο έντονη φωνή του νεότερου;

   Κάποτε επιχειρείται, για λίγο, με τον λόγο, ανατροπή της τάξης των πραγμάτων, οπότε επέρχεται αντιστροφή των ρόλων, όπως αυτοί καθιερώθηκαν από καιρό στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Έτσι ο Χριστός αλλάζει τη θέση του με τον Ιούδα, ο θύτης με το θύμα, ο πιστός μιας ιδέας που μάχεται γι’ αυτήν έως θανάτου με εκείνον που θα την προδώσει. Τότε επέρχεται η σύγχυση και ψάχνεις να βρεις ποιος από τους δύο είναι το τραγικό πρόσωπο της ιστορίας.

          «το σώμα του κανείς δεν το κατέβασε

          ούτε είχε την τύχη να αναστηθεί

          αν και τόσες φορές πριν από εκείνον

          σταυρώθηκε ολομόναχος» (σελ. 21).

   Ποια είναι τελικά αυτή η περίφημη χώρα του κανενός, όπου νεκροί και ζωντανοί συναγελάζονται και περπατούν μαζί, ο ένας δίπλα στον άλλο; Είναι μήπως η χώρα του παντός όπου ζωή και θάνατος, όνειρο και εφιάλτης, φαντασία και πραγματικότητα συμφύρονται αενάως, όπως στην Ιλιάδα ο θύτης με το θύμα μπροστά στα κυκλικά τείχη της Τροίας; Ή όπως στην Οδύσσεια οι νεκροί ανταμώνουν με τους ζωντανούς και οι θεοί με τους ανθρώπους;

          «Χρόνια πολλά

          λέει ο ζωντανός στον πεθαμένο

          δεν έχω ανάγκη τις ευχές σου

          του απαντάει εκείνος

          εδώ στην αιωνιότητα

          περιττός είναι ο χρόνος» (σελ.22).

   Αναγκαστικά, λοιπόν, μια και ο χρόνος είναι ενιαίος, χωρίς τους διαχωρισμούς που του έχει επιβάλλει αυθαίρετα ο άνθρωπος, και οι αρχαίοι μύθοι ξανάρχονται στην επιφάνεια με την καινούρια εκδοχή τους για να διδάξουν και πάλι στον άνθρωπο τη ματαιότητα των πράξεών του, τη ματαιότητα όλων των πραγμάτων. Το μόνο που αξίζει είναι η αυτογνωσία που όμως δεν είναι πάντα ικανή να μας επιβάλλει αυτό που μόνο πρέπει να έχουμε κατά νου. Γι’ αυτό και εξακολουθούμε να παλεύουμε χωρίς σταματημό, ενώ γνωρίζουμε πολύ καλά πως ο τελευταίος αγώνας που θα δώσουμε, όπως ακριβώς και όλοι οι προηγούμενοι, θα είναι η πιο περιφανής μας ήττα. Γιατί επιδιώκουμε λοιπόν τη νίκη σε έναν αγώνα του οποίου ξέρουμε από πριν το νικητή και που φυσικά δεν είμαστε εμείς; Ο θάνατος είναι ο μόνος νικητής, ο μεγάλος απουσιολόγος που καταμετράει, με μεγάλη προσοχή και χωρίς να χάνει ποτέ του τον λογαριασμό,  το αμέτρητο πλήθος των ανθρώπων, όσων έζησαν ή ζουν ή θα ζήσουν, με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο, και ο μεγάλος κυνηγός των πραγμάτων και των όντων που αντιστέκονται σθεναρά στη φθορά τους, αλλά μάταια και χωρίς ελπίδα. Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει πάντοτε πως είναι χαμένος από χέρι, πολύ πριν αρχίσει ο αγώνας. Παρόλα αυτά όμως είναι  υποχρεωμένος να τον ακολουθήσει μέχρι το τέλος. Και το κάνει. Και τον χάνει. Γιατί έτσι πρέπει και δεν γίνεται αλλιώς. Και αυτό είναι ένα από τα στοιχεία του μεγαλείου του.

          «πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος

          το ξέρω

          ωστόσο εγώ πασχίζω

          να παίξω μαζί σου στα ίσια

         γευόμενος μέχρι το μεδούλι

         την ηδονή απ’ τα μικρά μου τρόπαια» (σελ. 14).

Αυτή είναι η μαγεία της ζωής, άλλωστε και συνάμα η τραγικότητα που την περιτριγυρίζει. Και αυτό, νομίζω, θέλει να μας φανερώσει, μεταξύ των άλλων, η ποίηση του Στάθη Κουτσούνη, με τα ποιήματα της συλλογής «στου κανενός τη χώρα».

 

   

Βιογραφικό σημείωμα

 

Ο Ανδρέας Φουσκαρίνης γεννήθηκε στην Ανδραβίδα τον Σεπτέμβριο του 1948, όπου εξακολουθεί να ζει και να εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Σπούδασε ιστορία και αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας ενώ το σχολικό έτος 1985-1986 φοίτησε στη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης της Πάτρας. Ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα μαθητικά του χρόνια ενώ έχει δημοσιεύσει κείμενά του από την εποχή που ήταν ακόμη φοιτητής σε διάφορα έντυπα του κέντρου και της περιφέρειας. ΄Εχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: “Πρελούντιο”, 1980, “Συμπληγάδες πέτρες και άλλα συναφή”, 1982, “Περικαλλείς διηγήσεις Χριστοφόρου του Πατζινακίτου”, 1983. Επίσης, έγραψε τη μελέτη : “Η ανολοκλήρωτη κοινωνία του Μεσοπολέμου στο βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, Το Τέλος της Μικρής μας Πόλης”, 1990, και επιμελήθηκε την “Ανθολογία Ηλείων λογοτεχνών”, 1981 σε συνεργασία με τους Γιώργο Γώτη και Διονύση Κράγκαρη, και τον τόμο “Άνθη της Εσπερίας”, 1994, με μεταφράσεις ποιημάτων του ΄Ελιοτ, του Πάουντ, του Πρεβέρ, του Απολλιναίρ, της Πλαθ, του Λήβι, του Αρχίλοχου, κ.ά.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.