Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Έφη Κατσουρού, Τοπία και χώροι λυρισμού, Μια αρχιτεκτονική προσέγγιση στη ποίηση του Γιώργου Βέη, Εκδ. Γκοβόστης, 2020

Λαχτάρα μου φύγε για το Σούνιο

… πήδα στο νερό ν’ αγναντέψεις

τα βουλιασμένα πιθάρια

 Η Έφη Κατσουρού παίρνει τη μαγική ράβδο, αγγίζει τις λέξεις και αναδεικνύει την αφανή αρχιτεκτονική τους και τον κρυμμένο λυρισμό τους. Σώμα αυτών των δύο παραμέτρων της μελέτης- αρχιτεκτονική και λυρικά τοπία- είναι το ποιητικό έργο του Γιώργου Βέη, στου οποίου το σύμπαν θα εισδύσει για να ανακαλύψει τα τεκμήρια που θα αποδείξουν εκείνο που ενστικτωδώς έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον της.

Το ποιητικό σύμπαν του Βέη βρίσκει την εξερευνήτριά του, λοιπόν. Και η εξερεύνηση αρχίζει από τα εξώφυλλα των ποιητικών συλλογών. Η Κατσουρού θα αναζητήσει την κρυμμένη ομορφιά των στίχων όχι σαν περίεργος και ψυχρός μελετητήςαλλά σαν μύστης. Θα πιαστεί από μικρές και μεγάλες λεπτομέρειες, θα βρει την άκρη και θα φωτίσει τον κόσμο του.

Τα εξώφυλλα των ποιητικών συλλογών συνιστούν μια μικρή αλλά πολύ ενδιαφέρουσα πινακοθήκη, η οποία με σχήμα και χρώμα γεννά συναισθήματα που δίνουν το έναυσμα  στην ερευνήτρια να σχολιάσει τη συναισθηματική πρώτη επαφή με το έργο του ποιητή, πριν καταδυθεί  «στο λεκτικό του σύμπαν». Είναι  ένα είδος «νοσταλγικής ευφορίας» που εκκινεί από την «χρωματική παλέτα», με τις «κλιμακώσεις και αποκλιμακώσεις» των χρωμάτων του εκλεκτού ζωγράφου Κώστα Πανιάρα. Ο Πανιάρας  έχει επιμεληθεί πολλά από τα εξώφυλλα του Βέη. Την τελευταία του συλλογή όμως με τον τίτλο Για ένα πιάτο χόρτα  κοσμεί έργο της συζύγου του, Κλάρας Πεκ-Βέη. Ο Πανιάρας, ως γνωστόν, έχει φιλοτεχνήσει και το εξώφυλλο των Ελεγείων της Οξώπετρας του Οδυσσέα Ελύτη, πράγμα το οποίο καθιστά τους δύο ποιητές εκλεκτικά συγγενείς. Γι’ αυτήν την συγγένεια η Κατσουρού θα μιλήσει εκτενέστερα και εμπεριστατωμένα στη συνέχεια της μελέτης της.

Κοιτάζοντας μερικούς τίτλους επιμέρους ενοτήτων αισθανόμαστε ότι η Κατσουρού με στίχους σαν ποιητικούς οδοδείχτες, ο οποίοι θα αποτελέσουν το νήμα της Αριάδνης, θα μας βάλει αλλά και θα μας βγάλει από τα άδυτα της ποίησης.

Επιλέγω μερικούς και συμπεραίνω:  

Η βεβαιότητα των χρωμάτων τα περιέχει όλαˑ   πρώτος δείκτης που αφορά το πρώτο επίπεδο επικοινωνίας.

Οι Ποιητικοί μετεωρισμοί στον χώρο και στον χρόνοˑ  παραπέμπουν στο ποιητικό αλέ- ρετούρ του ταξιδιώτη ποιητή, ταξιδιώτη όχι μόνο σε χώρους αλλά και σε ποιητικούς τρόπους, ελληνικούς και ξένους, παραδοσιακούς και μοντέρνους .

Ο λυρισμός που (δεν) γερνάει,  συνιστά το ακίνητο και αμετάθετο κέντρο.

Και έτσι, πιστεύω ότι βάλαμε τους άξονες του ποιητικού γίγνεσθαι του Βέη, αρχίζοντας τη μελέτη από τα εξώφυλλα, τα οποία συνιστούν το οργανικό μέρος του όλου και  άμεσο δίαυλο που μας ενώνει μαζί του, «εφαλτήριο ανάγνωσης και σχηματικό αποτύπωμα λόγου». Την αφορμή μάς δίνει το βιβλίο του Κι άλλη ποίηση (1976), του οποίου το «σκιτσοειδές σχέδιο … έρχεται να γίνει το ιδεόγραμμα της γραφής του Βέη», πράγμα που αποτυπώνει την συνεχή ταλάντευσή του ανάμεσα στο κέντρο και στην περιφέρεια, αλλά και ανάμεσα στην παραδοσιακή και μοντέρνα ποίηση. Κέντρο η Ελλάδα και περιφέρεια τα μέρη που ταξίδεψε.  Έτσι ποιητικά αρχίζει η συγγραφέας τη δική της ταλάντωση από το ένα βιβλίο στο άλλο, μέχρι το πιο πρόσφατο.

Αρχή για όλους και πάντοτε η σημαντική μέρα και πρώτο βήμα στη ζωή που δίνει την εκκίνηση. Ο Βέης γεννήθηκε το 1955, άρα ανήκει στα νεότερα μέλη της γενιάς του ’70. Στοιχείο αδιαπραγμάτευτο η κληρονομημένη παραδοσιακή ποίηση, την οποία  θα ανανεώσει κατά το δοκούν της δικής του ποιητικής ευαισθησίας, αφήνοντας κατά μέρος το παράδειγμα των συνοδοιπόρων (προσωπικά-κοινωνικά- υπαρξιακά θέματα), για να στραφεί, σοφά, στο τοπίο, να ερωτευτεί τη φύση, να ακούσει τα μηνύματά της, να ανατρέξει στην παιδικότητα, να προσπαθήσει «να ανατάξει το λυρικό αίσθημα», επαναλαμβάνοντας ότι «η απομάγευση του τοπίου ίσον θάνατος». Το  «αστικό τοπίο και η μυθολογία που εγείρεται στο άκουσμά του»ˑ είναι η απαραίτητη συνθήκη  της δημιουργίας του. Η απουσία του τον αφήνει ανέστιο: «ο οίκος των λέξεων ολόγυμνος πού να φωλιάσω πια». Έτσι, κινούμενος μεταξύ «πραγματικού και φανταστικού, βιώματος και ονείρου» αναζητεί τη μυστική δύναμη, η οποία τον ελκύει προς τις λέξεις και τον οδηγεί από τα πολλά ατομικά στο κοινό αίσθημα. Με άλλα λόγια ανασυνθέτει τα λυρικά τοπία με «τα υλικά της συγχρονίας και το αξιακό σύστημα της διαχρονίας», μελετά την παράδοση στον τόπο και στον χρόνο της και ανασύρει από αυτήν το αείζωον που έχει μέσα της.

 Ο Βέης δεν κάνει ποίηση εγκεφαλική, αλλά επιλέγει να γίνει «υπηρέτης μιας ποίησης συναισθηματικής» με την έννοια που έδινε ο Σίλλερ στην έννοια.

Η αναφορά στο τοπίο είναι πολύ συχνή, όπως επισημαίνει η ερευνήτρια, και είναι «πυκνωτής μνήμης και βιωμάτων». Φυσικά δεν είναι το τοπίο σκέτο, ούτε μόνο το ελληνικόˑ είναι το κάθε τοπίο με όλα τα πλάσματα που το κατοικούν, όλα τα πουλιά, όλα τα δέντρα και όλα τα φυτά. Σαν ορόσημα από την πλατιά αναφορά αναδύονται το Πυθαγόρειο της Σάμου, η Οία της πατρογονικής του Σαντορίνης, η Καρδαμύλη της Μεσσηνιακής Μάνης, το Πυλί στην Κω και άλλα μέρη, τα οποία δείχνουν και την συγγένεια του με τον Οδυσσέα Ελύτη, παρά τις όποιες διαφορές, εσωστρέφεια ο ένας, εξωστρέφεια ο άλλος. Τοπίο όμως είναι και η παιδική ηλικία, όπως και η εποχή του έρωτα, αργότερα.

Η συγγραφέας μελετά τις ποιητικές καταβολές του ποιητή, τις αναφορές του σε άλλους ποιητές, φιλοσόφους και στοχαστές, Ευρωπαίους και Αμερικανούς. Ο Βέης ανήκει στους ποιητές που σέβονται την παράδοση και δεν παραλείπουν να την αναφέρουν. Είναι η τροφός του. Το σονέτο είναι προτιμώμενο είδος, αλλά και τα άλλα της παραδοσιακής γραφής, τα οποία ανανεώνει με τον τρόπο του. Στο θέμα της  συγγένειας του Βέη  με τον Ελύτη, επισημαίνει το πάτριο γλωσσικό έδαφος κοινό με τον ποιητικό πρόγονο, λόγω της κοινής θαλασσινής καταγωγής  που εκδηλώνεται στο ύφος και στην γενικότερη ατμόσφαιρα, τη θεματολογία και  τη δομή. Η μελέτη θα εστιάσει σε όλες τις ποιητικές συλλογές και στην κάθε λεπτομέρεια, με την οποία θα αναδείξει την  ποίηση τοπίο.

Στο μεσαίο τμήμα του βιβλίου θα βρούμε μια ενδιαφέρουσα ανθολογία, όπου θα δούμε όσα η ερευνήτρια μας υπέδειξε, και στο τρίτο μέρος θα παρακολουθήσουμε τη συνέντευξη του ποιητή στην Ελένη Γκίκα,  όπου σε πρώτο πρόσωπο πια απαντά στις ερωτήσεις της δημοσιογράφου και από τις απαντήσεις του απομονώνω την διατυπωμένη εμφατικά φράση    

              «Θα έγραφα πάντα, ίσως να είμαι καλός μόνο γι’ αυτό». 

Ανθολογώ ακόμη τα ακόλουθα: Η ποίηση είναι ταξίδι και τρόπος μύησης στον Εαυτό. Η ποίηση και το ταξίδι  έχουν την ίδια υπόσταση. Η ποίηση είναι παιδί της εποχής της, δοκιμή απεξάρτησης από τη μιζέρια. Η Κίνα ήταν ένα μεγάλο σχολείο γνώσης και αυτογνωσίας. Κάθε τοπίο, άνθρωπος, σχέση διαβάζεται και διερμηνεύεται πολλαχώς και τα βιβλία συμβάλλουν σ’ αυτό. Η σημειολογία του ταξιδιού είναι η σημειολογία του Γίγνεσθαι. Τα ονόματα μας οδηγούν στο θείον, το ποίημα είναι ο καθρέφτης που πάνω του συγκλίνουν τόποι και χώροι.

                Συχνά μόνο κέρδος  σου μένουν οι λέξεις

                       κάτι λέξεις βαριές  σα ροδάκινα

 

 

                                                  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.