Loading...
ΘέατροΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Ανθούλα Δανιήλ:   ΑΙΣΧΥΛΟΥ  ΠΕΡΣΑΙ από το Εθνικό Θέατρο στην Επίδαυρο (24-7-20) – Σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη

Το εμβληματικό έργο Πέρσαι του Αισχύλου, του πρώτου τη τάξει τραγικού ποιητή,  στην τριάδα Αισχύλος -Σοφοκλής -Ευριπίδης, παίχτηκε και πάλι την περασμένη εβδομάδα 24, 25, 26 Ιουλίου 2020, στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου.  Οι συνθήκες κορωνοϊού δεν εμπόδισαν το κοινό να φτάσει στο αρχαίο κοχύλι και να απολαύσει για άλλη μια φορά τον λόγο του ποιητή που με το έργο αυτό κατακεραυνώνει την αλαζονεία του ισχυρού γείτονα εξ Ανατολών. Επειδή όμως ο επίλογος της τραγωδίας, η ήττα των Περσών στη Σαλαμίνα, συνιστά μέγα έπαινο για την Ελλάδα, που πρέπει να πανηγυρίζει και να δοξολογεί για την καλή της τύχη, τη βοήθεια των θεών και τα λαμπρά νιάτα που αγωνίστηκαν στα κουπιά, γι’ αυτό ο θρήνος που απαιτεί η τραγωδία τοποθετήθηκε στα Σούσα, στην αυλή του Πέρση βασιλιά. Εκεί θρηνούν για το πάθημα της ύβρεως που διέπραξαν.

Το έργο αρχίζει με την αγωνία που δείχνει ο χορός των γερόντων για την έκβαση της εκστρατείας, ενώ η Άτοσσα, η βασίλισσα, βγαίνει από την πύλη του ανακτόρου της ιδιαιτέρως ανήσυχη από ένα κακό όνειρο που είδε τη νύχτα: Ο γιος της προσπαθεί να ζέψει δυο γυναίκες, την Ασία και την Ελλάδα, στο άρμα του. Η μία, η Ασία, δέχεται το χαλινάρι, η άλλη, η  Ελλάδα, αντιδρά, τον ρίχνει από το άρμα, τον σέρνει και τον ξεσκίζει. Το όνειρο-προφητεία δεν θα αργήσει να επιβεβαιώσει την αλήθεια του.

Ο ασθμαίνων αγγελιαφόρος θα φέρει το βαρύ μήνυμα και θα σκορπίσει την απελπισία στο παλάτι. Στο εύλογο ερώτημα, μα πόσα καράβια είχαν οι Έλληνες που τόλμησαν να αντιμετωπίσουν τον περσικό στόλο, μπήγοντας έμβολα, η απάντηση εστιάζει όχι στο μέγεθος και στο πλήθος, αλλά στην ανδρεία των πολεμιστών που ήταν σαν άπαρτο κάστρο. Οι Άνδρες είναι τα Τείχη, λέει ο Αισχύλος και ήταν αυτοί που άκουσαν  τον παιάνα:

Ω παίδες Ελλήνων,  ίτε, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρῴων έδη, θήκας τε προγόνων· νυν υπὲρ πάντων αγών.  

Γι’ αυτά όλα ο αγώνας τους καθίσταται ιερός.

Το ιστορικό γεγονός έλαβε χώρα στα νερά της Σαλαμίνας τον Σεπτέμβριο του  480 π.Χ  και οχτώ χρόνια μετά, το 472 π.Χ. ο Αισχύλος  έγραψε την τραγωδία. Ήθελε να δείξει το βάρος που σήκωνε η Αθήνα  αντιμετωπίζοντας τους προαιώνιους εχθρούς που έρχονταν πάλι και πάλι για να πατήσουν την Ελλάδα.

Εντυπωσιάζει ο μέγας κατάλογος  εκείνων που έλαβαν μέρος, όπως ο άλλος στο Β΄ της Ιλιάδας. Ο Αισχύλος αναφέρει ότι από τα ψίχουλα του  Ομήρου γράφει τα έργα του, όπως και από τα ψίχουλα εκείνων των αρχαίων γράφουν οι νεότεροι. Δεν μας διαφεύγει ο κατάλογος των ελληνικών νησιών που τον ακούμε και στο Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη. Ανάμεσα στα νησιά ο Αισχύλος αναφέρει βεβαίως πρώτη τη Σαλαμίνα – «Νήσος τις έστι»- υπάρχει ένα νησί που τιμωρεί, επειδή ο  Δίας δεν ανέχεται τους αλαζόνες. Και έτσι ο Ξέρξης –ύβρις γαρ εξανθούσ’ εκάρπωσε στάχυν άτης- με την αλαζονεία του ωρίμασε τον στάχυ της τιμωρίας- επέστρεψε στη χώρα του κουρέλι σωματικό και ψυχικό. Και ο σεμνός Αισχύλος τονίζει ότι οι θεοί νίκησαν και τιμώρησαν τον αλαζόνα, τον άμυαλο που ήρθε να βιάσει τη φύση, να δαμάσει τη θάλασσα, να κάψει βωμούς και να γκρεμίσει αγάλματα∙ όμως

                   Ζευς γαρ μεγάλης γλώσσης κόμπους υπερεχθαίρει

                                   Ο Δίας μισεί του κομπορρήμονες .

  Η επίκληση του νεκρού Δαρείου είναι η έσχατη προσφυγή την ώρα τη δύσκολη. Και ο μέγας βασιλιάς, αφού απέδωσε το κακό στον αλαζόνα Ξέρξη, συμβουλεύει τους ζωντανούς να χαίρονται, ακόμα και μέσα στο κακό. Να ζουν τη χαρά της ζωής κάθε μέρα, όσο ζουν, και να μην νοιάζονται για τα πλούτη, γιατί τα πλούτη καμιά αξία δεν έχουν για τους νεκρούς. 

Η Παράσταση

Στοιχεία της τραγωδίας με τα οποία θα επιτευχθεί η σπουδαία και τέλεια μίμησις πράξεως είναι ο μύθος (περιεχόμενο), το ήθος (χαρακτήρες), η διάνοια (ιδέες), η λέξις (γλωσσική επιμέλεια), το μέλος (μουσική) και η όψις (σκευή). Από αυτά, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, η λέξις,  το μέλος και η όψις είναι τα σημαντικότερα στην «μίμησιν».

Η σπουδαία ηθοποιός Λυδία Κονιόρδου, ως Άτοσσα, συγκλονιστική μέσα στο υπαινικτικό κοστούμι της, δέσμια του ρόλου της- μητέρα και βασίλισσα- πνίγεται από την αγωνία για το παιδί της και για την πατρίδα. Ο Νίκος Καραθάνος ως Δαρείος, στα άυλα κατάλευκα ρούχα του,  είχε το ρόλο τον «καλό» και μετέφερε τον λόγο τον σοφό με μία άρθρωση που είχε κάτι από το υπερπέραν του. Ο Αργύρης Ξάφης, ως Ξέρξης σήκωσε το βάρος της ήττας του, ως έπρεπε∙ ράκος. Ο αγγελιαφόρος Αργύρης Πανταζάρας, δικαίως αποθεώθηκε, που σαν άλλος αντι-Φειδιππίδης, ήρθε να πει το νικηθήκαμε. Η Εύα Νάθαινα δούλεψε με φαντασία και μέτρο τα κοστούμια, αφήνοντας την έμπνευσή της να απογειωθεί στο κοστούμι της Άτοσσας.

Στα τεχνικά, παρατηρήσαμε τον χορό των Περσών που κινήθηκε πάνω σε γερά προγραμματισμένο σχέδιο, με τα κοντάρια στα χέρια σαν να είναι δόρατα ή κουπιά που έσπρωχναν τα πλοία. Ο Δαρείος, που  βγαίνει από τον Άδη, από έναν φωτεινό διάδρομο και από αυτόν φεύγει όταν τελειώσει ο χρόνος που του δόθηκε∙ υψίστη τιμή που του έχει εξασφαλίσει το προηγούμενο μεγαλείο του.

 Η μουσική συνοδεία έδινε τον τόνο της χωρικής προέλευσής της, ενώ η εκφορά του αρχαίου λόγου στην ερασμιακή λεγόμενη γλώσσα απέδιδε το βάρβαρο  άκουσμα δοσμένο από βάρβαρους φορείς της ελληνικής λαλιάς.  

Τέλος, ήταν μία ευπρεπής παράσταση την οποία έφερε εις πέρας ο πάντα άξιος Δημήτρης Λιγνάδης.  

Θα κλείσω με τον επίλογο που έγραψα πριν δυο χρόνια για την παράσταση του ΘΟΚ και το ίδιο έργο, πάλι στην Επίδαυρο κι έπειτα στο Ηρώδειο.  

 «Ο Αισχύλος, μνημονεύοντας τους τόπους, στους οποίους οι Πέρσες βιαιοπράγησαν, κατακυρώνει  με τα δικά τους λόγια την ελληνικότητα τους.  Δεν είναι τυχαίο ότι η παράσταση παίχτηκε από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, ότι ακούγεται  η Κύπρος και οι πόλεις της- Πάφος,  Σόλοι, Σαλαμίνα (και δεν είναι το μόνο έργο που τις αναφέρει). Παράλληλα, καταγράφοντας τα  ονόματα των επιφανών Περσών αποτίει  φόρο τιμής, στους γενναίους στρατηγούς, οι οποίοι έπεσαν θύματα της αλαζονείας του Ξέρξη και της τιμωρίας των θεών, αποδεικνύοντας ότι ο έπαινος του νικημένου από τον νικητή και  η μεγαλοσύνη του ισχυρού μπροστά στον αδύνατο  είναι δείγμα πολιτισμού και μεγαλοψυχίας.  Κι ακόμα είναι  υπόμνηση της κοινής ανθρώπινης, ευμετάβλητης  τύχης και του αόρατου μέλλοντος. Σαν να προειδοποιεί τους Αθηναίους ότι η ύβρις τιμωρείται, κάτι  που δυστυχώς οι Αθηναίοι σύντομα θα γνωρίσουν. Ο Δαρείος με την πείρα του από το προσωπικό του παράδειγμα, την ήττα στον Μαραθώνα, και την παρούσα συμφορά δίνει μία σοφή συμβουλή στους υπηκόους του:

 Να μην εκστρατεύσετε στην Ελλάδα. Ποτέ. Μήτε κι αν είναι ο στρατός μεγαλύτερος. Η ίδια η γη  τους τούς βοηθάει  τους Έλληνες.

Μήνυμα του Αισχύλου προς κάθε μέλλοντα επίδοξο σουλτάνο που φιλοδοξεί να γίνει Ξέρξης.

 Κοιτάζοντας τις λέξεις «κλειδιά» του έργου βλέπουμε ότι ο Αισχύλος μας υπενθυμίζει ότι ο σεμνός και συνετός άνθρωπος δεν τα βάζει με τους θεούς. Δεν προκαλεί την τύχη του. Τα νιάτα, η απειρία, η αμυαλιά, η έπαρση, το θράσος,  είναι στοιχεία με τα οποία  ένας πολεμόχαρος γιος, που θέλει να αποδείξει στους κακούς ότι δεν είναι δειλός, μπορεί να καταστρέψει μια ολόκληρη αυτοκρατορία.

 Ο Αισχύλος έγραψε το έργο με βιβλιογραφία την προσωπική του εμπειρία. Γιατί ο Αισχύλος πολέμησε στη Σαλαμίνα αλλά και πριν από τη Σαλαμίνα πολέμησε και στον Μαραθώνα, πράγμα που πουθενά στο έργο του δεν αναφέρει, όπως δεν αναφέρει και κανέναν άλλο Έλληνα ούτε καν τον Θεμιστοκλή που είχε επιμείνει ότι τα ξύλινα τείχη -τα πλοία- θα τους σώσουν. Γιατί όπως και στο έπος ο Όμηρος δεν φαίνεται πουθενά, είναι το συλλογικό όργανο της Μούσας, έτσι και εδώ, ο Αισχύλος είναι ένας ανάμεσα στους συμπολίτες του. Η νίκη της πόλης της Αθήνας είναι νίκη της δημοκρατίας, που έδωσε τη δυνατότητα στους πολίτες της να γίνουν αυτό που αναδείχτηκαν στην μάχη. Δεν αναφέρει, λοιπόν, ότι ήταν και ο ίδιος ανάμεσα στους  Αθηναίους που των  χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν. Το αναφέρει όμως στο επίγραμμα που  έγραψε για τον τάφο του. Τελείωσε τη ζωή του στην σιτοφόρο Γέλα. Για την ανδρεία του μπορούν να μαρτυρήσουν ο βαθυχαιτήεις Μήδος και το Μαραθώνιον άλσος. 

 

Ταυτότητα Παράστασης
Μετάφραση-μετρική διδασκαλία: Θ.Κ. Στεφανόπουλος
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης
Σκηνικά: Αλέγια Παπαγεωργίου
Κοστούμια: Εύα Νάθενα
Μουσική: Γιώργος Πούλιος
Χορογραφία, επιμέλεια κίνησης: Κωνσταντίνος Ρήγος
Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα
Μουσική διδασκαλία: Μελίνα Παιονίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Νουρμάλα Ήστυ
Βοηθός φωτιστή: Μαριέττα Παυλάκη

Διανομή (αλφαβητικά)
Βασίλης Αθανασόπουλος, Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Νίκος Καραθάνος, Λυδία Κονιόρδου, Κώστας Κουτσολέλος, Σπύρος Κυριαζόπουλος, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Λαέρτης Μαλκότσης, Γιώργος Μαυρίδης, Αργύρης Ξάφης, Αργύρης Πανταζάρας, Δημήτρης Παπανικολάου, Γιάννος Περλέγκας, Αλμπέρτο Φάις.

 

 

 

 

                                        

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.