Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Μια μελέτη στη μνήμη του Γιάννη Δάλλα – Ένα τραγικά ωραίο παράδοξο:  «Εν τη μονή Ρωγών»

Το πραγματολογικό πλαίσιο

 

Δίπλα στο χωριό Κερασούντα, στο 58ο χιλιόμετρο του δρόμου Πρέβεζας – Ιωαννίνων, στην φυσική τάφρο του Λούρου ποταμού, υψώνεται ένας κατάφυτος λόφος και στην κορυφή του πλεγμένα στα χάσματα του καιρού, δέντρα, φυτά, άνθη και ερείπια του κάστρου των Ρωγών ή Αρωγών. Πρόκειται για την ακρόπολη της μεσαιωνικής πόλης που πήρε το όνομά της από την ιδιότητά της «δια το προσδέχεσθαι τους κινδυνεύοντας ομοφύλους εντός των οχυρών τειχών αυτής».

Στα θεμέλια των Ρωγών είναι θαμμένη η αρχαία πόλη Χαράδρα ή  Βουχέτιον, αποικία των Ηλείων του 8ου αιώνα π.Χ. Ονομαζόταν επίσης και Ασταχώρα ή Αστυχώρα, λόγω της οχύρωσής της. Η πόλη καταστράφηκε από τους Ρωμαίους ολοσχερώς.

H ιστορική μοίρα του  κάστρου  των Ρωγών ήταν να γίνει σκυτάλη στα χέρια των κατακτητών· του Αλεξίου Καβάσιλα το 1339, του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Ανδρόνικου, το 1340. Το 1346 ήταν η σειρά του Αλβανού Πέτρο Λιόσα. Το 1374 του  Ιωάννη Γ΄, Δεσπότη  της Ηπείρου. Το 1442 των Τούρκων, από τους οποίους και καταστράφηκε το 1448-1449. Σύμφωνα με άλλη πληροφορία στα χρόνια 1436-1690 έγινε ορμητήριο του Δεσπότη της Άρτας Καρόλου Β΄ του Τόκκου, αγωνιζόμενου για την απελευθέρωση της Ηπείρου.

Σ’ αυτό το κάστρο βρισκόταν και το μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, με εντοιχισμένη επιγραφή από την οποία συμπεραίνεται ότι η μονή χτίστηκε στα τέλη του 17ου αιώνα, πάνω στα θεμέλια προγενέστερου βυζαντινού ναού*.    

Σήμερα από το κάστρο σώζεται το καθολικό του παλιού μοναστηριού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και ερείπια κελιών και χαγιατιού. Στη μονή αυτή λαμβάνει χώρα το δρώμενο που αναφέρεται στο ποίημα από όπου αντλεί και τον τίτλο του.

 Το ποίημα

Εν τη μονή Ρωγών

 Επειδής απεθαίνοντας ο κλεινός πάτερ Σέργιος

σαράντα μέρες κατάκοιτος απ’ αρσενικήν αρρώστια

 μου ‘δωκε γνώρα για τα φοβερά δαιμόνια της μονής Ρωγών καθώς και να μην

παραδώσω τα κάστρα να μην παραδώσω

τους  κοιμάμενους νυμφίους της Εκκλησίας στη Βενέτσια

ο Αγαθάγγελος εγώ βάρδος αναμέσον Ουρανού και Γης

καλώ πρώτα τα ισχυρά δαιμόνια της οροσειράς Ρωγών

και ιδού έρχονται με σάλπιγγες έρχονται με ρεσάλτα

τ’  αναιδή τέκνα κι αλλόπιστα της μυσαράς Φραγκιάς

έρχονται με καράβια μυτερά σαν τις πονηρές ψυχές τους

σ’ αυτή τη γη που σαν μεσημέρι λάμπει η Ορθοδοξία

τότε  πηδώ με τους κοιμάμενους νυμφίους ξιφήρης

γίνεται μέγας οδυρμός τους πέρασα δια μαχαίρας

καλώ κατόπι τ’ ασθενή δαιμόνια και ιδού μία δέσποινα

 φυτρώνει κάτω απ’ τη συκιά δεν τα ‘χασα τ’ ορκίζομαι

μα δαιμονίστηκα και χτύπαγα τα διπλοκάμπανα οληνύχτα

και τότε σείστηκε το καταπέτασμα κ’ η δέσποινα μου φώναζε

«Αγαθάγγελε έλα σε περιμένει ο πάπας Ιννοκέντιος

μ’ ολισθηρές γαλέρες για προϋπάντησή σου στα νερά του Αδρία

 μ’ αναμμένα για χάρη σου όλα τα φώτα του Βατικανού

έλα να υπογράψεις τη σύμβαση σε περιμένω κ’ εγώ

να ξαπλώνομε σε παρτέρια στα ίδια παρτέρια που ο Δάντης

περίμενε να περάσει το θάμπωμα η θαμπωτική Βεατρίκη»

 

 Είπε – μάρτυρας γύρω μου τα στάχυα του Αυγούστου –

δεν μιλούσε κατ’ όναρ πάρεξ με το κορμί της σαν δεντρογαλιά

με τους μαστούς της μυτερούς και λαίμαργους σαν ράμφη

μιλούσε με τα μάτια της βαθιά σαν μυστικές καταπακτές

Όθεν αλλάζοντας φρόνημα καταλείπω τη μονή στον αιώνα

φεύγω από θηλυκή δίψα καταλείπω τη γη στη Βενέτσια

τα πνεύματα των πατέρων τους γυναικωνίτες ασβεστωμένους

 και  μιαν αίγαν αγρίαν

 Φεύγω για τα παρτέρια του Δάντη

μεταγράφω ταύτα εις ενθύμιον χειρ Αγαθαγγέλου

Έτος από κτίσεως κόσμου όμικρον ζήτα σίγμα λάμδα βήτα[1]

 

 Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Εφτά Πληγές που εκδόθηκε το 1950. Το εξωπραγματικό δρώμενο θα  μπορούσε κανείς να το εντάξει στα μεταφυσικά, αποκαλυπτικά, «θαύματα» ή αντι-θαύματα.

Αφηγητής είναι ο αυτόπτης μάρτυς και παθών μοναχός, Αγαθάγγελος, δεινός διώκτης των εχθρών της Ορθοδοξίας, συνεχιστής μακράς παράδοσης.  Η γλώσσα του αφηγήματος έχει στοιχεία υφολογικά που θυμίζουν, οπωσδήποτε τον Ιωάννη της Αποκαλύψεως, κάτι από τις λεζάντες των πινάκων του Θεόφιλου[2], κάτι από Μακρυγιάννη, κάτι από παλιά μαρτυρολόγια και χρονικά, κάτι από  το Άξιον Εστί του Ελύτη, κάτι από γλώσσα παλιά, εν γένει, πράγμα στο οποίο κατατείνει εμφατικά η γλώσσα και το υποβλητικό ύφος.    

                                         *

Εν αρχή είναι η «αρσενική αρρώστια»  του πατρός Σεργίου, που τον κράτησε «σαράντα μέρες κατάκοιτο». Ο Σέργιος προαισθανόμενος το τέλος του, έμπλεος ανησυχίας για τους κινδύνους που απειλούν την μονή και την ορθόδοξη πίστη, κρίνει απαραίτητο πρώτον να δώσει «γνώραν»  στον Αγαθάγγελο  για τα δαιμόνια που κατοικούν στη μονή και δεύτερον να του δώσει  εντολή να μην παραδώσει «τα κάστρα» και τους

 κοιμάμενους νυμφίους της Εκκλησίας στη Βενέτσια

Δύο, επομένως, είναι τα σημεία στα οποία έχει χρέος ο Αγαθάγγελος να εστιάσει και τα οποία δηλώνουν και την αγωνία του απερχομένου Σεργίου. Τα δαιμόνια και η εισβολή των ομοθρήσκων από τη Βενέτσια  εχθρών. Να θυμίσουμε ότι για πολλούς Έλληνες ο εκ Δύσεως εχθρός ήταν μεγαλύτερος και πιο επικίνδυνος από τον εξ Ανατολής.

Ο εντεταλμένος αναλαμβάνει δράση. Ως «βάρδος», όπως αυτοπροσδιορίζεται, και υπέρμαχος της Ορθοδοξίας καλεί τα αναιδή, αλλόπιστα, από τη «μυσαρά Φραγκιά», δαιμόνια τα οποία εμφανίζονται με «καράβια  μυτερά σαν τις πονηρές ψυχές τους», με «σάλπιγγες»  και  με  «ρεσάλτα», και τούτο σε γη «που σαν μεσημέρι λάμπει η Ορθοδοξία». Γεγονός και σχόλιο διαπλεκόμενα, φορτίζουν το κλίμα, αλλά και προσδιορίζουν το είδος των δαιμονίων. Οι εισβολείς παραπέμπουν στα δαιμόνια, τα ρεσάλτα παραπέμπουν στα βενετσιάνικα και στα πειρατικά πλοία και τα πληρώματά τους, η αρπακτικότητά τους, η επίθεση στο μοναστήρι και στην ορθόδοξη πίστη παραπέμπει στην ύβρη. Η περαιτέρω περιγραφή των καραβιών, που είναι «μυτερά σαν τις πονηρές ψυχές τους», μεταφέρει το ήθος από τα έμψυχα στα άψυχα. Και, βεβαίως, ένα «μυτερό» πρόσωπο, παραδοσιακά παραπέμπει σε πονηρή ψυχή, σε αντίθεση με ένα στρογγυλό πρόσωπο που συνυφαίνεται με την ομορφιά και την αγαθότητα της[3]. Οπλισμένος και εμψυχωμένος από τη δύναμη της Ορθοδοξίας, όπλο αήττητο και αποτελεσματικό που «σαν μεσημέρι λάμπει», επιτίθεται κατά μέτωπον εναντίον του ορατού εχθρού με την συνεπικουρία των «κοιμάμενων νυμφίων», από τους οποίους έχει πάρει τη σκυτάλη – χρέος για την προάσπιση της συγκεκριμένης μονής[4]

Σε πρώτο πρόσωπο και συνοπτικά αφηγείται τα της σύγκρουσης για να φτάσει γρήγορα και χωρίς περιστροφές στην ουσία και το αίσιον αποτέλεσμα. Με ένα στίχο η αντεπίθεση κι έναν η κατάληξη:

τότε πηδώ με τους κοιμάμενους νυμφίους ξιφήρης

γίνεται μέγας οδυρμός τους πέρασα διά μαχαίρας

 Ο Αγαθάγγελος, «ξιφήρης», με όλη τη μεγαλοπρέπεια και τον ηρωισμό της  κίνησης,  ορμά στα στίφη των εισβολέων. Ο «μέγας οδυρμός»  των «δαιμονίων» και η τύχη – «τους πέρασα δια μαχαίρας» – δείχνει τη σφοδρότητα της σύγκρουσης και το αποτέλεσμά της. Η ανδρεία και η πίστη φέρνουν αποτελέσματα.

Σε δεύτερη φάση του αγώνα, κι αφού έχει αντιμετωπιστεί επιτυχώς το δύσκολο -τα «ισχυρά δαιμόνια», έπεται το εύκολο –  τα ασθενή δαιμόνια. Όμως, κόντρα στη λογική και στο αναμενόμενο, τα πράγματα αντιστρέφονται και αποδεικνύεται επικινδυνότερο το δεύτερο, με τα ύπουλα όπλα του, οπότε και αρχίζει η σύνθεση του αντι-θαύματος.

Ο αφηγητής έντρομος κοιτάζει τη «δέσποινα» που φυτρώνει από τη συκιά, ένα δέντρο που παραδοσιακά έχει ενδώσει στο κακό και εικαστικά  έχει παραχωρήσει τον κορμό του να περιελιχθεί το φίδι. Η «δέσποινα» προοιωνίζεται σαν μεταμόρφωση του διαβόλου. Η φωτιά στο δάσος είναι η κατάλληλη ατμόσφαιρα για την παρουσία της θηλυκής Εωσφόρου.

Η γυναίκα ως δαιμονική, Femme  fatale, είναι συνηθισμένη στην παραδοσιακή λογοτεχνία και τη θρησκευτική παράδοση. Η Ιουδίθ, η Δαλιδά, η Σαλώμη και άλλες ωραίες δαιμονικές γυναίκες στην υπηρεσία κάποιας σκοπιμότητας είναι γνωστές. Εδώ όμως δεν πρόκειται για μια γυναίκα αλλά για τον ίδιο το διάβολο μεταμορφωμένο σε γυναίκα.

Ο ποιητής είναι εξοικειωμένος στη δημιουργία μεταφυσικών οραμάτων, όπως έχει κάνει και σε μια, άλλης θεματικής, αλλά στην κατηγορία του μεταφυσικού ενταγμένης,  εικόνα στο «Όραμα αιρετικού». Εκεί,  π.χ. παρακολουθούμε την  αναστήλωση μιας τοιχογραφίας της Παναγίας∙ μια τοιχογραφία από εικόνα, από πουλιά, φυτά θαλερά, ερωτιδείς κι αισθήματα, αγωνία και πάθος.  Στην ουσία πρόκειται για την αναστύλωση της δικαιοσύνης που η τοιχογραφία ευαγγελίζεται,  αδύναμης, ωστόσο, να αντισταθεί στην εκμετάλλευση των καιρών:

 Ανέβαιναν τα σκαλιά μ’ ελαφρούς λυγμούς

 Εκείνος

με τη χελιδονοφωλιά στην καρδιά κ’ εσύ μες το βρέφος

πλήρωσα αδρά τους εργάτες ν’ αναστηλώσουν τη γύμνια σου

ανάμεσα στις θαυμαστές τοιχογραφίες κι ο ίδιος ματώθηκα

ξεριζώνοντας απ’ τα στήθη σου τ’ αμπελόφυλλα με τις ώριμες

       ρώγες τους

απ’ τα χείλη σου χιλιάδες ερωτιδείς. Κι ύστερα κάθισα

στην άκρη του πηγαδιού παρακολουθώντας την τύχη σας

προπαντός το βρέφος να μη ραγίσουν οι φωτοστέφανοι…

     

Το ποίημα στην εξέλιξή του θα περιδιαβάσει εκμεταλλευτές και συστήματα, για να καταλήξει στο ότι η «πραγματικότητα δεν έχει έλεος». Η απαισιόδοξη αυτή  κατάληξη θα δείξει και πάλι τη νίκη του Κακού, όπως και στην περίπτωση του Αγαθάγγελου, που μπήκε «ξιφήρης» στη μάχη, νίκησε τίμια και νικήθηκε άτιμα. Η παρενθετική και επεξηγηματική του παρέμβαση στην αφήγηση, «δεν τα ’χασα τ’ ορκίζομαι», δηλώνει το αλλόκοτο θαύμα ή αντίθαμα, καθώς και μια προειδοποίηση για τον αναγνώστη του, κάτι σαν την παράβαση του αρχαίου ποιητή.  Όσο για τα «διπλοκάμπανα οληνύχτα» που χτυπάει για να συνεγείρει τις ηθικές δυνάμεις, να σκορπίσει τις διαβολικές  να φύγουν, αποδεικνύονται άκαρπα. Το αντίθετο, μάλιστα, όσο πιο πολύ και πιο δυνατά χτυπά και χτυπιέται, τόσο πιο πολύ εγκλωβίζεται στα δίχτυα του κακού. Ο διάβολος πετυχαίνει το  έργο του με τα γλυκά του λόγια:

 «Αγαθάγγελε έλα και σε περιμένει ο πάπας Ιννοκέντιος

 μ’ ολισθηρές γαλέρες για προϋπάντησή σου στα νερά του Αδρία

μ’ αναμμένα για χάρη σου όλα τα φώτα του Βατικανού

έλα να υπογράψεις τη σύμβαση σε περιμένω κι εγώ

να ξαπλώσουμε σε παρτέρια στα ίδια παρτέρια που ο Δάντης

περίμενε να περάσει το θάμπωμα η θαμπωτική Βεατρίκη».

 

Η πρόσκληση είναι δελεαστική. Η τιμή από τον πάπα Ιννοκέντιο μεγάλη και απρόσμενη. Η σκηνοθεσία φαντασμαγορική. Οι «ολισθηρές γαλέρες», η «προϋπάντηση στα νερά του Αδρία», τα «φώτα», με κορωνίδα την ωραία δέσποινα, γλυκιά και υποσχετική για απολαύσεις στα πράσινα παρτέρια, όπου συναντήθηκε κάποτε  ο Δάντης με τη Βεατρίκη, συνιστούν ντεκόρ μεγαλοπρεπές και παραδείσιο,  επιστρατευμένο για την αποπλάνηση του αθώου. Ένας άλλος Φάουστ κι ένας άλλος Μεφιστοφελής κι ο έρωτας το πεδίο, όπου ο αθώος χάνει και χάνεται. Αποδεικνύεται και εδώ ότι ο βάρδος Αγαθάγγελος, που έχει τάξει τη ζωή του στον ασκητισμό, έχει αχίλλειο πτέρνα του την καταπιεσμένη σεξουαλικότητά του. Κι έτσι, αυτό για το οποίο προετοιμαζόταν σε όλη του τη ζωή, είναι αυτό που αποδεικνύεται τώρα ευπαθές και προδοτικό. Ο λόγος και το «θάμπωμα» της διαβολικής δέσποινας είναι καταλυτικά. Τα λόγια και η εικόνα της καταγράφονται στον αμφιβληστροειδή του Αγαθάγγελου που αγωνίζεται και ορκίζεται να πείσει για ό,τι είδε και, κυρίως, για ό,τι άκουσε.

Είπε – μάρτυράς γύρω μου τα στάχυα του Αυγούστου

 «Είπε», ρήμα καθοριστικό, ρήμα που ρίχνει πάραυτα αυλαία στο όραμα και στο θαύμα, στα μάτια του Αγαθάγγελου, εκεί που ο καιρός κόβει στα δυο τη ζωή του· στο διψασμένο παρελθόν και στον παράδεισο που φώτισε η «δέσποινα» για μια στιγμή στα έκθαμβα μάτια του και σπαρτάρησε η καρδιά του από τη λαγνεία, τόσο, ώστε να ξεχάσει τους όρκους, τη μονή και τους νυμφίους. Και τώρα, ματαίως ορκίζεται «στα στάχυα του Αυγούστου» ότι έτσι έγινε. Στα μεστωμένα στάχυα, τα έτοιμα για τη θυσία, για την Αγία Τράπεζα, και στο μεστωμένο Αύγουστο, μήνα και θεό, μήνα πληρότητας της φύσης, ωριμότητας της ανδρικής λαχτάρας του Αγαθάγγελου και της θανάσιμης προετοιμασίας του. Να ’ταν, άραγε, η «θηλυκή δίψα» που παρέσυρε τον  Αγαθάγγελο  η «αρσενική αρρώστια» στην οποία υπέκυψε ο  Σέργιος;

          Εντύπωση κάνει και ο μήνας Αύγουστος, ο οποίος  επανεμφανίζεται και στο ποίημα «όραμα αιρετικού» σαν χρόνος τομής ανάμεσα στο όραμα, την ελπίδα και τον αγώνα, από τη μια   και την πραγματικότητα «που δεν έχει έλεος», από την άλλη. 

       Ο έκθαμβος Αγαθάγγελος, ανίδεος και αθώος, προστατευμένος από το «και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν» δεν είχε υποψιαστεί, τι υπήρχε πέρα από την Ορθοδοξία του και πόσο αναποτελεσματικός ήταν, αν και «ξιφήρης», απέναντι στα  εκμαυλιστικά κορμί, μαστούς και μάτια, της διαβολικά φυτρωμένης δεντρογαλιάς, που αλλάζει σχήματα γυναίκα, Κίρκη και διάβολος, «που δεν έχει έλεος» και θα νικήσει στο τέλος. Και δεν χρειάζεται να μας πει την κατάληξή του ο έρμος μοναχός.

Μόνο για την αντιδιαστολή θα ήθελα να αναφέρω το «όνειρο στο κύμα» του Παπαδιαμάντη, για να δείξω πως, αναλογικά, αλλά και πολύ μακριά ο ένας αφηγητής από τον άλλο, χάνουν  τον παράδεισο της αθωότητάς τους. Ο φτωχός γιδοβοσκός του Παπαδιαμάντη άγγιξε το όνειρο και έχασε τον παράδεισο στη μονή του Ευαγγελισμού και ο Αγαθάγγελος έχασε την ψυχή του στη μονή των Ρωγών.

          Στην ώρα της μεγάλης απόφασης, ο Αγαθάγγελος απαριθμεί  λεπτομερώς αυτά που «καταλείπει»:

Όθεν αλλάζοντας φρόνημα καταλείπω τη μονή στον αιώνα

φεύγω από θηλυκή δίψα καταλείπω τη γη στη Βενετιά

τα πνεύματα των οσίων τους γυναικωνίτες ασβεστωμένους

και μιαν αίγαν αγρίαν.

 Το άλμα από την προτέρα κατάσταση στην ακριβώς αντίθετη  υπήρξε πολύ μεγάλο και πολύ γρήγορο. Ο Αγαθάγγελος «αλλάζει φρόνημα» και  «καταλείπει» ιερά και όσια, πάραυτα. «Καταλείπει», πράττοντας αντίθετα από τον εξαναγκασμένο Αινεία που πήρε τον πατέρα του στην πλάτη κι έφυγε, αντίθετα από τους Παργινούς, που εκατό χρόνια αργότερα στα ίδια εδάφη, έσκαψαν τάφους προγονικούς, έκαψαν νεκρούς, πήραν τη στάχτη κι έφυγαν. ο Αγαθάγγελος «καταλείπει» τα πάντα πίσω του και γαία πυρί μειχθήτω·  μονή, όσιοι, γυναικωνίτες και μία αίγα αγρία. Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η εγκαταλελειμμένη ορφανή και μοναδική «αγρία αίγα» (να ’ταν αυτή η «Μοσχούλα» του;), η ανυπόταχτη ψυχή μαζί με τα άλλα, επειδή ο Αγαθάγγελος έλαβε υπόσχεση μεγάλη, από την ισχυρή και αήττητη θεότητα της  λίμπιντο.

 Στο δεύτερο μέρος της η στροφή περιλαμβάνει τη λαχτάρα του καταλείποντος για τις απολαβές των υπεσχημένων. Με μία φράση «φεύγω για τα παρτέρια του Δάντη», και τίποτα άλλο, το συμβάν τελειώνει με τον αλλαγμένο Αγαθάγγελο, που δε διστάζει καθόλου να υπογράψει, να μεταγράψει, να καταγράψει τον τόπο, το όνομα, το χρόνο. Κι εκεί, με εμβρόντητο πλέον τον αναγνώστη, το ποίημα τελειώνει. Δεν μας λέει τι απόγινε ο Αγαθάγγελος. Δεν χρειάζεται άλλωστε να δούμε το κεραυνοβολημένο από τη ματαίωση της λαχτάρας πρόσωπό του.  Το συμπέρασμα είναι εμφανές∙ ο διάβολος είναι ισχυρότερος και κανένας Αγαθάγγελος δεν θα μπορούσε να αντέξει την αναμέτρηση μαζί του.  Κάπως έτσι ήταν και ο «τελευταίος πειρασμός» του Καζαντζάκη, μόνο που Εκείνος δεν ανταποκρίθηκε.

 Ο Αγαθάγγελος, εξομολογούμενος τη λαχτάρα του να δροσιστεί από τη «θηλυκή δίψα» που τον κατέτρωγε και για χάρη της πρόδωσε τα πάντα, εξιλεώνεται στα μάτια μας. Είναι το αιώνιο θύμα, «ψώνιο»  και «κορόιδο», όπως θα έλεγε κι ο Βάρναλης, σ’ ένα παιχνίδι που οι αντίπαλες δυνάμεις ούτε καθαρές ούτε ισοδύναμες είναι.

Ο Δάλλας, με την ιδιότητα του ποιητή που βουτάει στα βαθιά νερά της ιστορίας για να δει τι γίνεται στα σκοτεινά της παρασκήνια,  συνθέτει διπλό ποίημα παίζοντας σε δύο επίπεδα· εν αρχή το ιστορικό πεδίο που στρώνει την ολισθηρότητα του καλλιτεχνικού πεδίου, όπου θα παιχθεί το παιχνίδι της αλληγορίας. Και με την αλληγορία αυτή θα καταστήσει σαφή τη ματαίωση του ονείρου, της ελπίδας, του παραδείσου, του ιδανικού, της προοπτικής του μέλλοντος. Ο Αγαθάγγελος με την πτώση του θα αποκαθηλώσει όλη τη σχετική ιδεολογία και θα φέρει στο φως την αφανή  πραγματικότητα.  Μόνος και χωρίς τη βοήθεια του Θεού (σε τι τον βοήθησε άραγε εκτός από το να ανακαλύψει πόσο εγκαταλελειμμένος ήταν και δεν το ήξερε), βρέθηκε σ’ ένα κόσμο άλλον από εκείνο που πίστευε μέσα στα τείχη της μονής και προστατευμένος στη σκιά του Σέργιου, «πτωχός τω πνεύματι», μακάριος και μη ειδώς. Τώρα όμως που οίδε και αναγνωρίζει το αληθινό πρόσωπο του κόσμου, αντιλαμβάνεται πως είναι το σκεύος για να δειχτεί η Αλήθεια, άλλη από εκείνην που οραματιζόταν μέσα στην ψευδαίσθησή του. Σαν τον Οιδίποδα που «ήξερε», ή που νόμιζε πως ήξερε, και που τυφλώθηκε όταν έλαμψε η αλήθεια που, τελικά, δεν ήξερε.

 Το ποίημα ενταγμένο στη συλλογή Εφτά πληγές του 1950, μας υπενθυμίζει πως ο καμουφλαρισμένος εχθρός απευθύνεται στους αθώους, στους πεινασμένους και στους εύπιστους. Κατά τούτο το ποίημα γίνεται και καθοδηγητικό της αποκάλυψης του βαθύτερου νοήματός του, εφόσον, σύμφωνα με το χρόνο δημοσίευσής του, ο ποιητής μιλώντας αλλιώς ή παραπλησίως καβαφικά, μεταφέρει μέσα από το δρώμενο  πικρή ιστορική εμπειρία.

Ιστορικά, το έντονα παρόν ιταλικό στοιχείο στα Επτάνησα, η γειτνίασή του με τα παράλια ελληνικών εδαφών στο Ιόνιο και οι βλέψεις της Δυτικής Εκκλησίας, συγκροτούν κατάλληλο έδαφος για την ανάπτυξη του μύθου του ποιήματος, το οποίο λειτουργεί ως αλληγορία συγχρονικών ιστορικών γεγονότων. Οι εξ ανατολών ισχυροί κίνδυνοι φαντάζουν μαχητοί, ενώ οι εκ Δυσμών ασθενείς, είναι ύπουλοι και εξουθενωτικοί. Με το παράδοξο στο κέντρο του ποιήματος ο αναγνώστης μπαίνει στη διαδικασία να βρει ποίον νουν αληθείας  κρύπτει ο μύθος.

Το παράδοξο, που στην προκειμένη περίπτωση συνιστά ποίημα μέσα στο ποίημα, μεταπλάθεται σε έργο τέχνης, πίνακα με έντονη δραματικότητα, με την ιστορία στο παρασκήνιο και τη δραματική ένταση  στην επιφάνεια του.  Ο Γιάννης Δάλλας επιλέγοντας τον τόπο-Μονή- και το πρόσωπο –νεαρό μοναχό-  υπαινίσσεται τις σκοτεινές δυνάμεις που καλυπτόμενες πίσω από μεγάλες ιδέες χρησιμοποιούν τον εκάστοτε Αγαθάγγελο (τα έργα απομυθοποίησαν οικτρά το όνομα) καυτηριάζει τα λαίμαργα μάτια μιας μερίδας ιδεολογιών που κολακεύει και υπόσχεται παραδείσους. Το τραγικότερο είναι που η παρούσα κατάσταση θα μπορούσε να δικαιώσει τον πατέρα Σέργιο και τους φόβους του για τον κόσμο γενικά και την Ελλάδα αμέσως και εξακολουθητικά.       

          Το δείγμα είναι μικρό, αλλά εξ όνυχος τον λέοντα, αλλιώς ο αναγνώστης μπορεί να αφουγκραστεί τη δυνατή φωνή του  Γιάννη Δάλλα που, αφομοιώνοντας τους μοντέρνους τρόπους και αναχωνεύοντας  τους παλιούς, φέρει βαθιά μέσα του την ανάμνηση των προγόνων του είδους. Και δεν είναι βέβαια μόνο ο Καβάφης που αναδύεται συχνά από το φόντο των ποιημάτων του, αλλά είναι ο Σικελιανός και ο Κάλβος, οπωσδήποτε, των οποίων η φωνή δεν παραδίδει στη Βενέτσια τα κάστρα και τους νυμφίους της.   

          Πάνω στην ίδια ιδέα κινείται και το ποίημα που ακολουθεί και για την ολοκλήρωση της εικόνας παραθέτω, ιδέα που απαιτεί μεγάλη και εκτεταμένη εργασία.

                             ΧΑΙΡΕΙΝ

 Θωμά τω εκλαμπροτάτω Ρωμανίας χαίρειν

 Ήταν κι αυτή μια ιδέα της Αγγελοδούκαινας

παρά να πέσουμε στους εξ Ανατολών

 

Το πώς κατάντησε τσιράκι των Ανδεγαυών

ο εκλαμπρότατος Θωμάς καλά το ξέρει

το ’νιωσε που ήταν πρόφαση το χαίρειν

κι όμως κόβει και ράβει απανωπροίκια

τα χώματά μας στους αλλοδαπούς γαμπρούς

 

Η φαντασμένη γραία που κινεί τα νήματα

τα ’βγαλε στο σφυρί τα δεσποτάτα μας

Α ένα ακόμα χαίρειν και ξοφλήσαμε

 Είναι φανερό το ύφος και ο τρόπος του Κ. Π. Καβάφη, με τα απανωπροίκια της Αγγελοδούκαινας  να αναλογούν στα βασίλεια των Αλεξανδρινών Βασιλέων. Ο Δάλλας αξιοποιεί τη θητεία του πλάι στον μεγάλο Αλεξανδρινό και ανανεώνει το ιστορικό ποίημα, προβάλλοντας με σθεναρή και αρκούντως υπαινικτική τη φωνή μέσω της  υπολογιστικής μεγαλομανίας της Αγγελοδούκαινας, τη σκληρή  πραγματικότητα που με τις μηχανορραφίες της ξεπουλάει τα «δεσποτάτα» μας, εν έτει 1971. Η ιδέα χρήζει ευρύτερης μελέτης. Ο Δάλλας έχει αρκούντως περιβραχεί από την ιστορία. Το υπαινίσσεται ο μύθος του, το βεβαιώνει το μότο του, το επαληθεύει ο στίχος του, που αναπλάθει το ιστορικό γεγονός και εν γένει από την έπαλξη της ποίησής του, με τη «Γυναίκα της Ζάκυθος» του Σολωμού π.χ., μότο σε προγενέστερη ενότητα του 1971, επιχειρεί δραματικό υπαινιγμό και πικρό ιστορικό προανάκρουσμα στην ποιητική του εκδοχή συμψηφίζοντας παρελθόν και μέλλον. Και με αυτό κλείνω τη μικρή μου αναφορά στο έργο του.

                Πώς πάει το έθνος, πώς πάνε οι δουλειές; Κι άφησε

               το κουπί του και με το χέρι εσυχνόκοβε

               τον αέρα orizontalmente. Είδες να μαδάνε την

               κότα και ο αέρας να συνεπαίρνει τα πούπουλα;

              Έτσι πάει το έθνος.      

                        
  ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 

[1] Ενθύμιον: κείμενο που γράφεται για να θυμίζει κάποιο γεγονός.  Ενθύμιον: αντικείμενο που ανακαλεί κάτι στη μνήμη. Ενθύμημα, ενθύμησις, θυμητάρι, θυμητικό, σουβενίρ. Κτίσις  κόσμου: βυζαντινός τρόπος χρονολόγησης, με βάση τα δεδομένα της Παλαιάς Διαθήκης. Έτος «κτίσεως κόσμου» θεωρείται το 5508. Έτος γέννησης του Ιησού το 5509.

Εφτά πληγές: Οι πληγές του Φαραώ, βέβαια, ήταν δέκα.

[2] Βλέπε, «ο Γεώργιος Καραϊσκάκης καταδιώκων τον Ρεσέτ Πασά ή Κιουταχή εν ξιφήρεις» και στο κάτω μέρος του πίνακα «ξιφύρης».

[3]ασπροφεγγαροπρόσωπη, στρογγυλομορφοπήγουνη, είναι π.χ. τα χαρακτηριστικά επίθετα που συχνά έχουν οι όμορφες των ερωτικών μυθιστοριών. Στρογγυλά είναι παραδοσιακά τα πρόσωπα των αγγέλων, στρογγυλό είναι το τέλειο σχήμα.

[4] Η παρουσία των προγόνων και η επίκλησή τους στις δύσκολες ώρες συνηθισμένη στην ελληνική συνείδηση και στην ελληνική ποίηση. Σικελιανός, Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, προσφέρουν πολλά παραδείγματα.

Ο Γιάννης Δάλλας γεννήθηκε το 1924 στη Φιλιππιάδα. Ποιητής, νεοελληνιστής και μεταφραστής έργων της αρχαίας γραμματείας. Σπούδασε κλασική φιλολογία στην Αθήνα. Υπηρέτησε στη μέση και στην ανώτατη εκπαίδευση (καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου). Eξέδωσε δεκατρείς ποιητικές συλλογές από τις οποίες οι δέκα πρώτες περιέχονται στη συγκεντρωτική τους επανέκδοση “Ποιήματα 1948-1988” (Νεφέλη, 1990) και οι τρεις επόμενες είναι οι: “Αποθέτης” (1993), “Στοιχεία ταυτότητας” (1999) και “Γεννήτριες” (2004). Επίσης σειρά συγκεντρωτικών μελετημάτων (“H δημιουργική δεκαετία στην ποίηση του Βάρναλη” και “Κωνσταντίνος Θεοτόκης, κριτική σπουδή μιας πεζογραφικής πορείας”), φιλολογικές εκδόσεις των πεζών του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (Διηγήματα, Oι σκλάβοι στα δεσμά τους), των συνθετικών συλλογών του K. Βάρναλη (“Σκλάβοι πολιορκημένοι” και “Tο φως που καίει”) και των έργων του A. Κάλβου (“Ωδαί”, “H Ιωνιάς”, “Oι Ψαλμοί του Δαβίδ”). Δημοσίευσε ακόμη δύο κριτικά βιβλία γύρω από το θέμα της ποιητικής και το θέμα του κλασικισμού του Κάλβου και άλλα τέσσερα για την ποίηση του Καβάφη (από τα οποία, τα σημαντικότερα είναι τα: “Καβάφης και ιστορία” και “Ο Καβάφης και η δεύτερη σοφιστική”). Αρκετά δοκίμια που αναφέρονται σε θέματα και κείμενα της παλαιότερης, της μεσοπολεμικής και της μεταπολεμικής λογοτεχνίας (“Εποπτείες A΄”, 1954, “Υπερβατική Συντεχνία”, 1958, “Πλάγιος λόγος”, 1989, “Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης”, 1997, “Ευρυγώνια”, 2000, “Μανόλης Αναγνωστάκης – Ποίηση και ιδεολογία”, 2000). Tο 2002 κυκλοφόρησε στις εκδόσεις “Άγρα” το βιβλίο του “Σκαπτή ύλη – Από τα σολωμικά μεταλλεία”. Υπήρξε επίσης συστηματικός μεταφραστής των αρχαίων λυρικών και των Αλεξανδρινών ποιητών: “Αρχαίοι λυρικοί” (“Χορικολυρικοί”, “Μελικοί”, “Ελεγειακοί”, “Ιαμβογράφοι”), τα “Επιγράμματα” του Καλλίμαχου και “Tα δημώδη των αρχαίων” και “Αττικά συμποτικά”, 2001). Τιμήθηκε με τη διάκριση του πρώτου Κρατικού Βραβείου Κριτικής και Δοκιμίου (1987) και του Μεγάλου Βραβείου Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του (1999).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.