Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Βασίλης Πανδής: Κώστας Τριβιζάς, «Μια αχτίδα ήλιος», εκδ. image, 2018

Συνήθως στις βιβλιοπαρουσιάσεις αναφέρομαι αρχικά στην ουσία του εκάστοτε βιβλίου και έπειτα, κλείνοντας, μιλώ για ορισμένα από τα «τεχνικά» χαρακτηριστικά. Στην προκειμένη όμως περίπτωση νιώθω υποχρεωμένος να ξεκινήσω το κείμενό μου αυτό για τη νέα ποιητική συλλογή του Κώστα Τριβιζά με τίτλο «Μια αχτίδα ήλιος», αναφερόμενος στη γλώσσα του ποιητή και στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίον αυτός τη μεταχειρίζεται.

Το λεξιλόγιο της ποίησης του Κώστα Τριβιζά αντλείται από το σύνολο της διαχρονίας της ελληνικής γλώσσας με έναν τρόπο φυσικό και αβίαστο, και δεν μπορούμε παρά να εντοπίσουμε εδώ τη μελέτη και την εποπτεία του επί των αρχαίων λυρικών και επί της ορθόδοξης παράδοσης, καθώς και επί του νεοελληνικού ποιητικού κανόνα.

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό, αποκόμισα την αίσθηση πως ο Κώστας Τριβιζάς δεν μιλά απλώς ελληνικά, παρά νιώθει ελληνικά. Εδώ δηλαδή η λέξη δεν είναι απλώς ένα δοχείο ή κάποιο όχημα, επί της ουσίας κενό περιεχομένου. Αντιθέτως, η λέξη διατηρεί ακέραιο τόσο το νοηματικό (άρα και το συνυποδηλωτικό και συνειρμικό), όσο και το μουσικό της βάρος.

Και τα μουσικά ελληνικά του σε συνδυασμό με την πλούσια λυρική του διάθεση μάς οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Κώστας Τριβιζάς είναι απόγονος της ρυθμικής αγωγής που μας κληροδότησε η Επτανησιακή σχολή. Κάποιος εδώ θα περιοριζόταν ίσως στο προφανές, στην ενασχόληση του ποιητή με την στιχουργική και με την έμμετρη ποίηση, μα σίγουρα είναι περισσότερο αξιοπρόσεκτο το γεγονός πως τα ελευθερόστιχα ποιήματα της συλλογής τούτης, ενέχουν έναν ρυθμό ζυμωμένο στα σπλάχνα της λαλιάς μας.

 Αύρα

η Ανεμώνη

 

Άνοιξη

η Μυρτώ, η Αντιγόνη

 

Απορία

στην Άρκτο, Λύρα, Στύγα.

 

Αγωνία

για Ζωή, για Ειρήνη, η Ελπίδα

 

Άνθρωπος

με Αγάπη, Ελευθερία, Ευτυχία και

 

Αποκάλυψη

νέας Μορφής, μέθεξη στην ίδια την ΑΛΗΘΕΙΑ.

 

(Άνθη του καλού, σελ. 21)

 Με τον τίτλο βέβαια του ποιήματος ο Κώστας Τριβιζάς κλείνει το μάτι στον πατέρα του μοντερνισμού, τον Κάρολο Μπωντλαίρ. Στα «Άνθη του κακού» του Μπωντλαίρ, ο Τριβιζάς αντιτάσσει τα «Άνθη του καλού». Εντούτοις, αυτό δεν είναι απλώς άλλο ένα λογοπαίγνιο χάριν αστεϊσμού, μα σημείο δηλωτικό ολόκληρης της στάσης του απέναντι στην ίδια τη ζωή (και επομένως απέναντι και στον καθρέφτη της, την ποίηση) – ο Κώστας Τριβιζάς δηλαδή ζητά την ποίηση του φωτός και της διαύγειας:

 Ψίθυρε χρυσέ, εσύ

γενέθλιο ακοίμητο σάλεμα

κύμα φωτός, κύμα λόγου

των τεσσάρων εποχών συμφωνία.

Πνοή ονείρων και αλήθειας

μορφή αλλάζεις διάθεση αλλάζεις

χώρο όμως ποτέ, ό,τι βλέπεις

με ίδιο εμφύσημα σβήνεις ή εμπνέεις

ακόμη και ελπίδες μαύρων θαλασσών.

[…]

 (Ανεμολόγιο, σελ. 20)

  Όμως και η πίκρα και το κρίμα δεν απουσιάζουν από την ποίησή του. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε, εφόσον διαδραματίζουν έναν τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή του καθενός μας; Υπάρχει αναμφίβολα σε ορισμένα από τα ποιήματα διάχυτη αυτή η αίσθηση γενικευμένης παρακμής, η οποία έχει ήδη αρχίσει να γίνεται φανερή. Υπάρχει διάχυτη η αίσθηση πως τα πράγματα από ώριμα ξεκινούν να καταντούν σάπια και άρα εύφλεκτα. Αλλά εξίσου υπάρχει διάχυτη και η αίσθηση πως επίκειται μία πυρά η οποία θα καθάρει και συνάμα θα φωτίσει δοξαστικά τον κόσμο. Δηλαδή ακόμα και στα πιο «παραπονεμένα» του ποιήματα, ο ποιητής δεν καταδέχεται να πέσει θύμα του φοβερού αμαρτήματος της απελπισίας. Η ελπίδα μπορεί άλλοτε να υποφώσκει ή άλλοτε ολοφάνερα να σκέπει το ποίημα, όμως αναντίρρητα είναι πάντοτε παρούσα και αειθαλής.

[…]

Τώρα -μετά το σκοτάδι των πνευμάτων,

τ’ αλαλάζοντα κύμβαλα παραμορφώνουν

τα πνευστά σε πρίσμα αίθριο ακτινοβολούν

κι οι χορδές με χρησμούς φωτός ερωτοτροπούν

γλαυκό όνειρο -Αφύπνιση Ανθρώπου, συνέχειας.

[…]

 (Αφύπνιση, σελ. 36)

 Και η πάλη αυτή μεταξύ φωτός και σκότους, η οποία συνεχίζεται σε διάφορα ποιήματα, δεν αποτελεί ένδειξη αμφιθυμίας, παρά είναι μια διαλεκτική σχέση που διατηρεί μια πυρηνική θέση στην ποίηση του Κώστα Τριβιζά, καθώς οι σκιασμένες κάνουν βέβαια τις φωτεινές στιγμές να φαίνονται ακόμα λαμπρότερες, μα ακόμα κυριότερα αποτελούν σημαντικό τμήμα της γεωμετρίας -πάει να πει της ισορροπίας και της ολοκλήρωσης- του έργου.

 […]

Από αύρας σκοτάδι η καταγωγή μας στο φως

σαν κύμα πρώτο, αναδυόμενος έρως τυφλός και

μύθος, λόγος, κύμβαλα, καιρού νομίσματα

ξανοίγουν, ανθίζουν σε ό,τι ΦΑΙΝΕΤΑΙ

κερδίζουν σχήματα, στην άμμο ερείσματα

στις κορώνες του δέντρου χρυσό πίνουν

χρώμα απλώνουν, φως αιμάτινα κυκλώνουν

κλειστά, ερμητικά, γλυκιά σκιά στο μαύρο και

νους, καρδιά εκμαυλίζονται

κι αυτομολούμε σφυρηλατώντας αλυσίδες

σε χώρα ξένη, Λωτοφάγων.

[…]

Ξένοι, ερασιτέχνες

μα και πριν ο Χρόνος μας πετρώσει

βλαστοί μετέωροι στο ανάπτυγμά τους.

 

(Μεταίσθημα ίστωρ, σελ. 22)

 Εδώ δεν συναντάμε (με την κυριολεκτική έννοια) θλίψη. Συναντάμε μια μελαγχολία η οποία δεν απαρνιέται την εγγενή ηδύτητά της. Συναντάμε μια μελαγχολία η οποία αυτοαναιρείται με χάρη, καθώς είναι καταφάσκουσα.

Η Μελαγχολία, ο ανθός της αβύσσου.

Γέννημα θρέμμα αμέτρητων χαμένων προσδοκιών

φευγάτη στου χαμού τα όρια και

άλογα γερμένη μπρος στη σιωπή από φως.

[…]

 

(Ο ανθός της αβύσσου, σελ. 51)

  Το σπουδαιότερο γεγονός είναι πως ο Τριβιζάς προβαίνει σε μια τόσο απλή όσο και απρόσιτη για τους περισσότερους από εμάς κίνηση· υπομένει, επιμένει και κατορθώνει να βλέπει την ομορφιά η οποία υπάρχει παντού τριγύρω μας και την οποίαν επίσης οι περισσότεροι συνήθως προσπερνάμε. Δεν μένει καθηλωμένος στην πρόσκαιρη συννεφιά· αναζητά και ανακαλύπτει τα υλικά με τα οποία θα δημιουργήσουμε την καινούργια μας αιθρία. Επομένως, μπορούμε να πούμε πως εν προκειμένω ως ποιητικό υποκείμενο, ο άνθρωπος αναμφίβολα έχει περάσει μέσα από τις φλόγες της ζωής, όπως και εξαγνίστηκε «φλεγόμενος και μη καιόμενος».

 […]

Άνθος, πυρίμορφο, Έρωτας εσύ κι αγκάθι,

στο δάκρυ καίει αχτίδα αειπάρθενων χρωμάτων

απ’ το μηδέν ο οργασμός η φύση των πραγμάτων,

απείκασμα ουρανού για εντός μου Κάτι; Φως

 

στη διπλή μας έλικα, και άχρονη Ζωή, ελπίδα

δρόμου σκιές, χαρά, δημιουργία, απ ουσία

σε ρήγμα μέσα μου, φίλε, Ήλιο εσένα είδα

 

ιριδισμοί πολύτροποι, άνοιξη η θυσία.

 

(Μετέωρα σταλάγματα, σελ. 13)

 Ο κόσμος του Κώστα Τριβιζά δίκαια χαρακτηρίζεται ονειρικός, τούτο όμως δεν σημαίνει πως είναι διαφορετικός από τον δικό μας. Έστω και αν κάπου επιστρατεύει τρόπους αλληγορικούς, ο ποιητής δεν μας περιηγεί σε κάποιον άλλο, φανταστικό και μακρινό από τον δικό μας κόσμο. Απλώς μας μαθαίνει να βλέπουμε αυτόν τον ίδιο κόσμο στον οποίον όλοι μας γεννηθήκαμε και ζούμε, παρουσιάζοντάς τον διαμέσου της λυρικής του όψης.

 […]

-Κόπιασε να πιεις παλίρροιας φως,

από κήπο αχαρτογράφητο μαγνήτισε πνοή

του ήλιου και των αδέσποτων πουλιών ωδή

ο παράδεισος αλήθεια, μήλο του και λωτός.

[…]

-Γιατί ‘σαι όνειρο χελιδονιού;

-Σκέψου και θα γίνεις βροχή ευλογημένη του Σεπτέμβρη.

[…]

 

(Παλίρροια, σελ. 40)

 Έτσι, βάρος αποκτούν τα προερχόμενα από τη φύση σύμβολα, τα οποία αποδίδουν την βαθιά αλήθεια της αξεδιάλυτης σχέσης μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου, υποδεικνύοντας μιαν απευθείας άντληση από το συλλογικό ασυνείδητο και άρα σαφώς μιαν αρμονική σχέση με αυτό.

 Αχτίδα,

στα χωρικά περάσματα του κενού.

Εκεί που κουφάρι στο κύμα

στους πέντε ανέμους σκορπισμένο,

εκεί και το θάμα.

Ω! Εσείς, τόσο μακριά

τόσο κοντά φανερωμένοι,

φιλόξενος φλοίσβος αόρατου παρόντος

μάρτυρες ανθρώπινης περιπέτειας,

μεσιτεία απελπισμένων και διασώστες

προσφύγων ψυχών,

μιας γαλάζιας του Ήλιου ημέρας.

Παρακαλώ σας γίνετε σημείο της φυγής μου,

στα βράχια του ανέφικτου γόνιμη στράτα

φωτεινή, η αλκυόνα

ελπίδα.

 

(Βραχονησίδες, σελ. 14)

Αξίζει να σταθούμε εδώ για λίγο και να θαυμάσουμε το εύρος της εικονοποιίας του Κώστα Τριβιζά, η οποία άλλοτε μάς φανερώνεται σκληρά συγκεκριμένη, καθοδηγώντας σχεδόν πλήρως το νου και τη φαντασία του αναγνώστη, και άλλοτε περίτεχνα συνειρμική, κατά πάσα πιθανότητα προερχόμενη από μιαν υπερρεαλιστική επιρροή, η οποία πάντως είναι πλήρως αφομοιωμένη και μετασχηματισμένη σε ακόμα ένα οργανικό στοιχείο του ποιητικού βλέμματος.

 Είναι φορές

που στο γύρισμα του καιρού, ο μύθος

σπίθα – αστραπή

φωτιά αρπάζει

κι έκθαμβοι εμείς κι εκστατικοί

γλώσσα γενέθλια το δισταγμό τραντάζει.

[…]

Άνθρωπος, ευθεία οδός και πλάγιος δρόμος

ψηφιδωτό νεφέλωμα και μίτος εξόδου ελευθερίας.

[…]

 

(Ο δρόμος, σελ. 27)

  Αξίζει να σταθούμε επίσης και στον λυρισμό αυτό, ο οποίος ακόμα και όταν για λίγο χαμηλώνει τη φωνή και το βλέμμα, ύστερα δεν μπορεί παρά να τα ανατείνει ξανά στο υψηλό, παραμένοντας πάντοτε βαθιά φορτισμένος και (για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Σέλλεϋ) «συμμετέχοντας στο αιώνιο, στο άπειρο και στο εν».

  Σημείο φυγής, η γαλάζια ερημία

σε κάποιας παλίρροιας σιωπή πρόσφυγας

στο χάσμα ν’ αλιεύει άσφαλτο χάδι,

μετέωρη πόλις, λυχνάρι δίχως λάδι.

 

Ταξίδευε…

ταξίδι δίχως σκοπό άγκυρα να ρίξει,

κοινωνίας ονείρων κωπηλάτης

του ειδώλου ακρίτας απελάτης.

 

-Στην πλημμυρίδα σχέση, δικός μας Κήπος

με Άνθη λάγνα, λογιών-λογιών Άστρα,

κι αν στις εσχατιές του σύμπαντος η ζαριά

μπρος στα μάτια παρθενώνες, Ζωή πιο βαθιά.

 

(Αστροφεγγιά, σελ. 54)

Ο ποιητής καλοδέχεται τα αινίγματα της ύπαρξης, θαυμάζει το υπέρλογο και υπερανθρώπινο μεγαλείο τους και τα γιορτάζει, αποδεικνύοντας -μεταξύ άλλων- πως η ποίηση δεν χρειάζεται απαραιτήτως να είναι «σκοτεινή», προκειμένου να εκφράσει τις αγωνίες του ανθρώπου και να μιλά κατευθείαν στην ψυχή του.

 Παλμός,

αμύθητης πνοής

χαράς παλίρροιας απείρου

εφαλτήριο κτίσης

και ονείρου,

ένα

μυστήριο φωτός.

[…]

 

(Φως μυριόφυλλο, σελ. 9)

 Και τα αινίγματα της ύπαρξης ο ποιητής μπορεί να τα καλοδεχτεί, να τα θαυμάσει και να τα γιορτάσει, γιατί έχει ήδη καλοδεχτεί το μεταφυσικό στοιχείο. Τον ακούμε λοιπόν να ψάλλει με διάθεση ευχαριστιακή:

 […]

Ω Θεέ και Λόγε

φίλε της πόρνης, του ληστή

και του προδότη λυτρωτή,

το καρφί Σου στήριγμα στην προσευχή.

 

Ω γλυκύ μου έαρ,

Φως Εσύ, χαρά

Ζωής απαύγασμα

και του θανάτου ήττα.

[…]

(Πέρασμα, σελ. 25)

 Συνοψίζοντας, ο Κώστας Τριβιζάς με την γλυκά γλυμμένη από την αρμύρα της κεχαριτωμένης, της αγαπημένης θάλασσας της ζωής, με την ζωντανή και ζέουσα, με τη ρέουσα και παλλόμενη ποίησή του, ενσταλάζει εντός μας πράγματι τα νάματα «μιας αχτίδας ήλιου», βέβαιος πως πάντοτε θα υπάρχουν νέοι ορίζοντες που θα μας καλούν, πάντοτε θα υπάρχει η ομορφιά τριγύρω και το φως, πάντοτε η ελπίδα:

[..]

Όνειρό μας η κόκκινη ώρα της γαλήνης

φωτοτροπισμός κρυστάλλινης οδού, άλας της γης

κι αν αλλάζουμε, δε θα χαθούμε, στη δροσοσταλιά της ύπαρξης, θυσία

ηφαίστεια πορφυρογέννητη η δική μας αυγή.

 

(Ο θρίαμβος της χαράς, σελ. 58)

 

 

 

Σημείωση: Το παραπάνω κείμενο (σε ελαφρώς διαφορετική μορφή) διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ιατροχειρουργική Εταιρεία Κέρκυρας, την Δευτέρα 13 Μαΐου 2019)
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.