Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη: ΑΛΙΚΥΜΩΝ

     Σε ένα κείμενό μας με θέμα τις λέξεις «ύφαλος» και «σχοινί» (25-1-’20) είχαμε αναφερθεί στο ουσιαστικό ἃλς-ός (), που σημαίνει θάλασσα, και το οποίο αποτελεί το δεύτερο συνθετικό των λέξεων ὓφαλος, ὓφαλα, ἒξαλα, ίσαλος, ίσαλα, ἀγχίαλος.

     Στο παρόν άρθρο, παίρνοντας αφορμή από το σύνθετο επίθετο ἁλικύμων,ον ( ← ἃλς + κῦμα) με τη στίλβουσα μελωδία των φθόγγων του, θα γνωρίσουμε και κάποιες άλλες σύνθετες λέξεις με ανάλογη μουσικότητα και με κοινό γνώρισμα  το ἃλς1 ως πρώτο, αυτή τη φορά, όχι ως δεύτερο συνθετικό.

    Προηγουμένως όμως, ας δούμε λέξεις που έχουν σχηματιστεί από το εν λόγω ουσιαστικό: παράλιος-α-ον, ἡ παραλία (εννοείται γη), ἐνάλιος-α-ον και -ος-ον, ἁλιεύς, ἁλιεύω, ἁλιεία, ἥλιος,2 αλισάχνη (←ἁλοσάχνη ← ἁλὸς ἄχνη «θάλασσας αφρός»), αἰγιαλός 3 (← αἶγες = μεγάλα κύματα 4+ η γενική ἁλός) κ. ά.

    Και τώρα οι σύνθετες με μουσικό ήχο λέξεις και με πρώτο συνθετικό το ἃλς, τις οποίες έπλασε η αρχαία Ελληνική:

Ἁλι-πόρφυρος,-ον= ο βαμμένος με θαλασσινή πορφύρα.5

Ἁλί-πλαγκτος,-ον= ο περιπλανώμενος στις θάλασσες.

Ἁλί-πληκτος,-ον= ο πληττόμενος από τη θάλασσα, επίθετο που προσδιορίζει   νησί.

Ἁλι-στέφανος, -ον και ἁλι-στεφής,-ές = ο περιστεφόμενος, ο περιβαλλόμενος από θάλασσα, προσδιοριστικά και τα δύο επίσης νησιού. […] ἁλιστεφέος Σαλαμῖνος […] διαβάζουμε σε έναν στίχο των Αργοναυτικών του Ψευδο-Ορφέως.

     Το επίθετο ἁλικύμων σημαίνει τον περιβαλλόμενο ή περιβρεχόμενο από τα κύματα της θάλασσας, και το συναντούμε σε ένα ερωτικό επίγραμμα του ποιητή Κριναγόρα ( Π.Α. ΙΧ, 429 ), το οποίο και ακολουθεί παρακάτω.

     Ο Κριναγόρας καταγόταν από τη Μυτιλήνη (περίπου 65 π.Χ. ‒ 10 μ.Χ.). Επισκέφθηκε τη Ρώμη δύο φορές και ζώντας εκεί για αρκετό διάστημα γνωρίστηκε με τον κύκλο του αυτοκράτορα, και μάλιστα έγινε προστατευόμενος της Οκταβίας, της αδελφής του Αυγούστου. Είναι ο σημαντικότερος ποιητής της εποχής του, και με αυτόν το επίγραμμα σημειώνει την τελευταία του αναλαμπή. Με την ποίησή του έψαλε τον έρωτα, στιγμές της καθημερινή ζωής, και    εξύμνησε προσωπικότητες της Ρώμης. Σώζονται 52 επιγράμματά του.

Παραθέτουμε το επίγραμμα:

                      Τὸν σκοπὸν Εὐβοίης ἁλικύμονος ᾖσεν Ἀριστὼ

                     Ναύπλιον· ἐκ μολπῆς δ’ ὁ θρασὺς ἐφλεγόμην,

                    ὁ ψεύστης δ’ ὑπὸ νύκτα Καφηρείης ἀπὸ πέτρης

                    πυρσὸς ἐμὴν μετέβη δυσμόρου ἐς κραδίην.

                                             Σε μετάφραση

 Τον βιγλάτορα της Εύβοιας που τα κύματα της θάλασσας τη ζώνουν,

τον Ναύπλιο,6 τραγούδησε η Αριστώ· κι από το άσμα της

ο άτρομος εγώ φλεγόμουν, και η απατηλή η φλόγα του πυρσού

που μες στη νύχτα έλαμπε από του Καφηρέα τον γκρεμόβραχο

ήρθε και στην καρδιά μου τρύπωσε του δύσμοιρου.

    Πριν κλείσουμε το κείμενό μας με την πλούσια ανθοδέσμη των ωραίων λέξεων, δεν θα θέλαμε να παραλείψουμε και μία άλλη λέξη που μας ήρθε στον νου, συγγενική προς το ἁλικύμων· έχει επίσης ως  δεύτερο συνθετικό το ουσιαστικό κῦμα και διαθέτει το ίδιο γοητευτικό μελωδικό άκουσμα. Πρόκειται για το επίθετο λειο-κύμων,-ον. Σημαίνει τον έχοντα λεία κύματα, τον γαλήνιο και απαντά στην Αληθινὴ Ιστορία Β του Λουκιανού.

 « Μείναμε», γράφει ο επιφανής Σύρος συγγραφέας, «στο νησί πέντε μέρες και την έκτη αποπλεύσαμε, με κάποια αύρα να μας σπρώχνει,  λειοκύμονος  δὲ οὔσης τῆς θαλάττης·, και με τη θάλασσα να είναι γαλήνια»·

 

 

 

 

 

1) Η λέξη ως αρσενικό, ὁ ἅλς, δηλώνει το αλάτι. Εξού οι λέξεις: ἅλας (τό) και το νεότερο «αλάτι», το παραγόμενο από το υποκοριστικό ἁλάτιον· ἁλί-παστος,-ον·  ἅλμη ‒άρμη· ἁλμυρός‒αρμυρός· αλ(ρ)μυρίκι κ. ά. Επίσης, οι λέξεις «σαλάτα» και «σαλάμι», που προέρχονται από τις ιταλικές insalata (← insalare=αλατίζω ← sale=αλάτι) και salami αντίστοιχα, των οποίων η ρίζα είναι το λατινικό sal, που σημαίνει αλάτι.
2)Βλ. κείμενό μας: «Χριστούγεννα. Μια ιστορική και λεξιλογική προσέγγιση
της μεγάλης γιορτής της Χριστιανοσύνης» (20-12-’19).
3) Εξ αυτού, ο μεσαιωνικός τύπος «γιαλός», για να πάρει στη συνέχεια τη σκυτάλη η δημοτική και να σχηματίσει τις όμορφες λέξεις «γιαλουδάκια», «γιαλεύω», «γιαλόξυλα».                  
4) Οι αρχαίοι ΄Ελληνες αποκαλούσαν αἶγες τα μεγάλα κύματα, πιθανότατα γιατί…πηδούν,…σκαρφαλώνουν στα βράχια σαν τις κατσίκες, όταν η θάλασσα
είναι φουρτουνιασμένη. Κάποια ανάλογη παρομοίωση χρησιμοποιούμε και σήμερα, όταν συνηθίζουμε να αποκαλούμε «πρόβατα» τα κύματα της αγριεμένης, της αφρισμένης θάλασσας.
5) Πορφύρα: μαλάκιο γαστερόποδο του γένους murex. Από τον αδένα της κοιλιάς του ζώου προερχόταν η ομώνυμη πολύτιμη χρωστική ουσία ζωηρού κόκκινου χρώματος για τη βαφή πολυτελών ενδυμάτων. Είναι χαρακτηριστικό σε σχέση με όσα προαναφέραμε ότι τα βαμμένα με πορφύρα υφάσματα ονομάζονταν ἁλουργῆ (ἅλς +ἔργον ), για να διακρίνονται από τα βαμμένα με φυτικές ουσίες.
6) Κατά τη μυθολογική παράδοση, ο Ναύπλιος, επειδή στον πόλεμο της Τροίας οι Αχαιοί είχαν σκοτώσει τον γιο του, τον Παλαμήδη, ήθελε να τους εκδικηθεί. Μόλις έμαθε λοιπόν ότι ο πόλεμος τελείωσε και ο ελληνικός στόλος είχε πάρει τον δρόμο της επιστροφής, άναψε φρυκτωρίες στις απόκρημνες ακτές του Καφηρέα στην Εύβοια και προσελκύοντας τα καράβια σε επικίνδυνα σημεία προκάλεσε τη συντριβή τους στα βράχια.
 
 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.