Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γεωργία Παπαδάκη: Ανακρούω  πρύμνα(ν)

       Η λόγια αυτή φράση που χρησιμοποιούμε σήμερα μεταφορικά για άνθρωπο με τη σημασία «υποχωρώ, αλλάζω τακτική» έχει επιβιώσει ώς τις μέρες μας από τους αρχαίους χρόνους. Το ρήμα ἀνακρούω (← κρούω= κτυπώ ) έχει την έννοια τού σταματώ, αναχαιτίζω· ως μουσικός όρος, δε, αποδίδει την πρώτη κρούση του οργάνου και σημαίνει αρχίζω μέλος, προανακρούω (προανάκρουσις, προανάκρουσμα). Η λέξη πρύμνα () ή πρύμνη1 (δημ. πρύμη)  δηλώνει το πίσω μέρος του πλοίου όπου βρίσκεται το πηδάλιο και είναι ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου πρυμνός -ή-όν (με αναβιβασμό του τόνου), που σημαίνει έσχατος, τελευταίος.  

     Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, η αρχική και βασική έννοια της φράσης, και μάλιστα στη μέση φωνή, (ἀνα)κρούεσθαι πρύμναν, αποτελεί ναυτικό όρο σχετικό με ιστιοφόρο ή βάρκα και σημαίνει υποχωρώ σιγά με την πρύμνη, χωρίς να στραφώ· κωπηλατώ δηλαδή προς την κατεύθυνση της πρύμνης, με την οποία απωθείται το νερό.

         Και κατά πρώτον, θα δούμε τη φράση με την κύρια σημασία της σε ένα μικρό χωρίο από το έργο του Ηρόδοτου,2 για την ακρίβεια από το κεφάλαιο που ο ιστορικός περιγράφει τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Ξεκινώντας, λοιπόν, την αφήγηση γράφει για το πώς άρχισε η σύγκρουση· ότι πρώτοι οι ΄Ελληνες ξεκίνησαν την επίθεση με όλα τα πλοία τους, και αμέσως έκαναν το ίδιο και οι Πέρσες. 

Και συνεχίζει:

 

                 Οἱ μὲν δὴ ἄλλοι Ἕλληνες [ἐπὶ πρύμνην ἀνεκρούοντο     

                 καὶ ὤκελλον τὰς νέας, Ἀμεινίης δὲ Παλληνεὺς

                 ἀνὴρ Ἀθηναῖος ἐξαναχθεὶς νηὶ ἐμβάλλει.

 

                                 Σε μετάφραση

 

   Και ενώ οι άλλοι ΄Ελληνες άρχισαν να οπισθοχωρούν κωπηλατώντας

   προς την πρύμνη3 και να οδηγούν τα πλοία κατά την ακτή, ένας Αθηναίος,

   ο Αμεινίας από την Παλλήνη, ανοίχτηκε (με την τριήρη του) και εμβόλισε

   ένα πλοίο.

 

         Αμέσως έσπευσαν και τα άλλα αθηναϊκά πλοία να βοηθήσουν τον Αμεινία, και άρχισε η σύγκρουση.

 

         Με τη μεταφορική σημασία συναντούμε την έκφραση στην κωμωδία του Αριστοφάνη Σφῆκες, για την οποία έχουμε μιλήσει σε παλαιότερο κείμενό μας.4

Κάποια στιγμή στην εξέλιξη του έργου, ο Φιλοκλέων, που ο γιος του ο Βδελυκλέων τον έχει κλειδώσει μέσα στο σπίτι και έχει βάλει δύο δούλους να τον φυλάνε, δοκιμάζει να δραπετεύσει την ώρα που ο γιος του κοιμάται, κατεβαίνοντας από ένα παράθυρο με σχοινί. Ο Βδελυκλέων ξυπνάει, τον βλέπει και οργισμένος του λέει:

 

     ΒΔ.  Ὦ μιαρώτατε, τὶ ποεῖς; Οὐ μὴ καταβήσει.

              Ἀνάβαιν’ ἁνύσας κατὰ τὴν ἑτέραν καὶ ταῖσιν φυλλάσι παῖε,

              ἤν πως πρύμνην ἀνακρούσηται πληγεὶς ταῖς εἰρεσιώναις.

 

                                     Σε μετάφραση

 

     ΒΔ.  Βρε πανάθλιε, τι κάνεις; Αμ δεν πρόκειται να κατεβείς!

             (Προς τον έναν υπηρέτη) Γρήγορα ανέβα από την άλλη

             και με τα φυλλωτά κλαδιά κοπάνα τον,

             μπας κι ανακρούσει πρύμνα άμα τις φάει με το μαγιόξυλο.5

  1) Ομόρριζα: πρυμνήσιος/πρυμήσιος· πρυμνιός/πρυμιός· πρυμάτσα· πρυμίζω κ.ά. Επίσης το επίρρημα της δημοτικής «πρύμα» (← πρύμη) = με τον άνεμο να φυσάει από την πρύμνη, με ούριο άνεμο, κατὰ πρύμναν στην αρχαία ελληνική ‒ ἢν αἰεὶ κατὰ πρύμναν ἱστῆται τὸ πνεῦμα, δηλαδή «αν έχει συνεχώς ευνοϊκό άνεμο», διαβάζουμε στον Θουκυδίδη.

2) Για τον Ηρόδοτο έχουμε κάνει λόγο στο κείμενό μας ( 13-11-2017 ) με αφορμή τη λέξη «έγκυος».
3) Η οπισθοχώρηση των ελληνικών πλοίων, την οποία δεν εξηγεί ο Ηρόδοτος, ήταν κίνηση τακτικής. Καθώς οι δύο στόλοι είχαν παραταχθεί αντιμέτωποι μέσα στο στενό, αν ο ελληνικός στόλος έπλεε προς τα εμπρός, θα συναντούσε τον περσικό στο μέσον περίπου του στενού, όπου ο χώρος ήταν αρκετά ανοικτός, επομένως πιο ευνοϊκός για τα βαριά πλοία των βαρβάρων. Γι’ αυτό διατάχθηκαν τα ελληνικά πλοία να κινηθούν προς τα πίσω, προς την ακτή της Σαλαμίνας, και με τις πλώρες σταθερά στραμμένες προς τον εχθρό σε τάξη μάχης, με σκοπό να τον παρασύρουν να συγκρουστεί σε ευνοϊκή για τους ΄Ελληνες  θέση.        
4) Το σχετικό με το επίθετο νυστακτής (13-10-2019).
5) ΄Ετσι μεταφράζουμε την εἰρεσιώνη του αρχαίου κειμένου. Η ειρεσιώνη ήταν κλαδί φυλλοφόρο, περιτυλιγμένο με μαλλί και στολισμένο με διάφορους καρπούς. Στη γιορτή του Απόλλωνα κατά τα Πυανέψια και τα Θαργήλια ‒ τα πρώτα, γιορτή φθινοπωρινή, τα δεύτερα, ανοιξιάτικη ‒ παιδιά περιέφεραν την ειρεσιώνη, αυτό το σύμβολο της ευκαρπίας, από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας τραγούδια γεμάτα ευχές για ευτυχία και ευφορία. Στη συνέχεια, την απέθεταν στην είσοδο του ιερού του Απόλλωνα. Παρόμοια κλαδιά κρεμούσαν στις πόρτες των σπιτιών, όπου έμεναν μέχρι τον επόμενο χρόνο, οπότε και θα τα αντικαθιστούσαν ‒ όπως κάνουμε κι εμείς σήμερα την ίδια εποχή, την άνοιξη, με το στεφάνι της Πρωτομαγιάς.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.