Loading...
ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Από το παρελθόν της γάτας

Η λέξη γάτα, κάτ(τ)α είναι μεσαιωνική, προερχόμενη από την ιταλική gatta, και αυτή, με τη σειρά της, από τον λατινικό τύπο catta ( εξού γαλλ. chat, αγγλ. cat, γερμ. katze ), κελτικής αρχής κατά τον Γ. Μπαμπινιώτη.

Το αρχαιοελληνικό όνομα του συμπαθέστατου τετράποδου είναι αἴλουρος. Η λέξη γαλῆ, συνώνυμο σήμερα της γάτας, στους αρχαίους χρόνους, όταν δεν είχαν ακόμη τις γάτες ως κατοικίδια ζώα, δήλωνε τη νυφίτσα· αυτήν οι ΄Ελληνες  κρατούσαν στο σπίτι και την εξημέρωναν για να κυνηγά τους ποντικούς. Οι γάτες, αντίθετα από τους σκύλους, ήταν πολύ λίγες στην αρχαία Ελλάδα.

Μέχρι πρόσφατα, είχε επικρατήσει η άποψη ότι η γάτα εξημερώθηκε πριν 4.000 χρόνια από τους Αιγύπτιους. Ωστόσο έρευνες της τελευταίας δεκαετίας μεταθέτουν κατά 5.000 χρόνια τουλάχιστον την καταγωγή των κατοικιδίων γατών και την τοποθετούν στην Εγγύς Ανατολή γύρω στο 9.000 -8.000 π.Χ.

Για τους Αιγύπτιους ο Ηρόδοτος γράφει ότι θεωρούσαν τα ζώα ιερά και για τις γάτες, τους αἰλούρους, δίνει τις παρακάτω πληροφορίες. Λέει ότι, όταν τα θηλυκά γεννήσουν, δεν πλησιάζουν τους αρσενικούς  γάτους. Αυτοί, όμως, επειδή θέλουν να ενωθούν με τις θηλυκές και δεν τα καταφέρνουν, σκαρφίζονται το εξής: πηγαίνουν κρυφά και αρπάζουν από αυτές τα μικρά τους και τα σκοτώνουν, αλλά δεν τα τρώνε. Τότε οι γάτες, επειδή έχασαν τα παιδιά τους και επιθυμούν άλλα, πηγαίνουν με τους αρσενικούς, καθώς είναι φιλότεκνον το ζώο. ΄Όταν ξεσπάσει πυρκαγιά, συνεχίζει, θαυμαστά πράγματα συμβαίνουν στις γάτες. Οι Αιγύπτιοι, δηλαδή, τις φυλάνε παραμελώντας το σβήσιμο της φωτιάς, όμως αυτές ξεφεύγουν και, σαλτάροντας πάνω από τους ανθρώπους, πηδούν μέσα στη φωτιά. ΄Όταν συμβεί κάτι τέτοιο, μεγάλο πένθος καταλαμβάνει τους Αιγύπτιους. Και σ’ όποιο σπίτι ψοφήσει γάτα από φυσικό θάνατο, όλοι όσοι το κατοικούν ξυρίζουν τα φρύδια τους. Τις νεκρές, δε, γάτες τις πηγαίνουν σε ιερά οικήματα στην πόλη Βούβαστη1, όπου τις ταριχεύουν και τις θάβουν.

Οι αρχαίοι ΄Ελληνες και Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρουν τη γάτα κατεξοχήν από τον 1ο αι. μ. Χ. (γενικότερα, στην Ευρώπη έγινε κοινό είδος και άρχισε να ζει στα σπίτια μετά τον 17ο αι.).

Ενδεικτικά παραθέτουμε από την Παλατινή Ανθολογία το παρακάτω επιτύμβιο επίγραμμα2 σε γάτα ‒ αἲλουρον‒ του Δαμοχάριδος, γραμματικού από την Κω, ο οποίος έζησε τον 6ο αι. μ. Χ.

Ἀνδροβόρων ὁμότεχνε κυνῶν, αἴλουρε κακίστη,

τῶν Ἀκταιονίδων ἐσσὶ μία σκυλάκων.

κτήτορος Ἀγαθίαο τεοῦ πέρδικα φαγοῦσα,

λυπεῖς, ὡς αὐτὸν κτήτορα δασσαμένη.

καὶ σὺ μὲν ἐν πέρδιξιν ἔχεις νόον· οἱ δὲ μύες νῦν

ὀρχοῦνται, τῆς σῆς δραξάμενοι σπατάλης.

                              Σε μετάφραση

 Βρε γάτα αθλιότατη, ομότεχνη των ανδροφάγων σκύλων,

είσαι κι εσύ ένα από τα σκυλιά του Ακταίονα!3

Την πέρδικα του αφέντη σου, του Αγαθία, έφαγες

και τονε πότισες φαρμάκι, σαν να ’κοψες στα δυο

τον ίδιο τον αφέντη σου.

Κι ενώ εσύ έχεις στις πέρδικες το νου σου,

τώρα οι ποντικοί χορεύουνε,

έχοντας το δικό σου γεύμα, το πλούσιο, αρπάξει.

 

1) Βούβαστις είναι η ελληνική ονομασία της σπουδαίας αρχαίας πόλης της  Αιγύπτου Μπαστέτ, όπου λατρευόταν η ομώνυμη γάτα-θεά και από την οποία πήρε η πόλη το όνομά της. ΄Ηταν κτισμένη στο Δέλτα του Νείλου και την 3η χιλιετηρίδα π. Χ. έγινε μία από τις πρωτεύουσες των Υξώς. Η συγκεκριμένη πληροφορία του Ηρόδοτου για την εκεί ταφή ταριχευμένων γατών επιβεβαιώθηκε από τις νεότερες έρευνες.

2) Τα περισσότερα επιτύμβια σε ζώα ‒ εκτός της γάτας, σε δελφίνι, ακρίδα, χελιδόνι, άλογο, σκύλο, τζιτζίκι, γλάρο, μυρμήγκι κ. ά. ‒ είναι ποιητικά γυμνάσματα, ορισμένα όμως είναι αληθινά.

3) Ο Ακταίων ήταν κυνηγός της ελληνικής μυθολογίας. Κάποτε είδε γυμνή τη θεά Αρτέμιδα, που γι’ αυτό οργίστηκε μαζί του, τον μεταμόρφωσε σε ελάφι και έκανε τα πενήντα σκυλιά του να τον κατασπαράξουν.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *