Loading...
Μητρική γλώσσα

ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

                                              ΣΕΛΑΝΝΑ

 

Κάθε φορά που έχει πανσέληνο, είτε είμαι τυχερή και βρίσκομαι μέσα στη φύση ‒ δίπλα στον φλοίσβο της θάλασσας ή στο θρόισμα των δέντρων κάποιου βουνού ‒ είτε είμαι άτυχη και την κυνηγάω ανάμεσα στις πολυκατοικίες της Αθήνας, ξέρετε τι κάνω; Κοιτάζω το φεγγάρι κατάματα και, καθώς βυθίζομαι μέσα του, μουρμουρίζω απανωτά: Σελάννα, Σελάννα, Σελάννα! Και αμέσως σκέφτομαι τη μεγαλύτερη ποιήτρια της αρχαιότητας, τη Σαπφώ, γιατί σ’ αυτήν χρωστώ τη μαγική ετούτη λέξη.

Σελά(ν)να είναι η σελήνη στις δύο αρχαίες διαλέκτους, τη Δωρική (σελάνα) και την Αιολική (σελάννα)· δηλαδή στη θέση των η έχουμε α, και η Σαπφώ, όπως γνωρίζουμε, καταγόταν από τη Λέσβο, η οποία ήταν αιολική αποικία. Όταν λοιπόν βλέπω το ολόγιομο φεγγάρι, έτσι ολοστρόγγυλο, μεγάλο και ολόφωτο, μόνο Σελάννα μπορώ να το αποκαλέσω, τονίζοντας τα δύο α και τα δύο ν που επενεργούν μαυλιστικά επάνω μου και με λυτρώνουν, καθώς εκφράζουν τη μαγεία που νιώθω απέναντι στη μοναδική μεγαλοσύνη του υπέρλαμπρου δίσκου.

Οι γνώσεις μας για τη ζωή της Σαπφώς είναι λίγες. Πιθανότερη χρονολογία της γέννησής της θεωρείται το 630 π.Χ., ενώ παραμένει άγνωστος ο χρόνος του θανάτου της. Γεννήθηκε στην Ερεσσό, αλλά έζησε στην πόλη της Μυτιλήνης. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια· όταν, δε, ξέσπασαν εμφύλιες ταραχές στο νησί ένεκα της αντίθεσης δήμου και ευγενών, η  Σαπφώ το εγκατέλειψε ‒μάλλον εξορίστηκε ‒ και βρέθηκε στη Σικελία, όπου παρέμεινε για άγνωστο χρονικό διάστημα πριν επιστρέψει στην πατρίδα της, όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό της. Είχε τρεις αδελφούς και φαίνεται ότι παντρεύτηκε έναν πλούσιο Ανδριώτη έμπορο, με τον οποίο απέκτησε μία κόρη, την Κλεΐδα. Τα περί αυτοκτονίας της από έρωτα για κάποιον Φάωνα είναι θρύλος.

Ίδρυσε ένα είδος «σχολής» για νεαρές κοπέλες – υπήρχαν και άλλες τέτοιες «σχολές» στην πόλη – όπου τις δίδασκε μουσική, ποίηση, χορό, και τις καθοδηγούσε στα μυστικά της γυναικείας ομορφιάς και γοητείας.

Η Σαπφώ συνέθεσε ύμνους, πιθαλάμια ( γαμήλια τραγούδια), κυρίως όμως ποιήματα προσωπικά ερωτικού περιεχομένου. Με τα τελευταία ύμνησε την ομορφιά των «μαθητριών» της και τραγούδησε τον έρωτα που της ενέπνεαν, τα συναισθήματά της, τους ερωτικούς καημούς της. Τα ποιήματά της γραμμένα στη μουσική αιολική διάλεκτο μαγεύουν· με την αμεσότητα και την «ιερή» ειλικρίνεια των στίχων της· με τη γλυκύτητα και τη χάρη τους· με τις έξοχες, απαράμιλλης ομορφιάς εικόνες και παρομοιώσεις που η ζωηρή φαντασία της αντλεί από τη γνωστή και αγαπημένη της πηγή, τη φύση· με τις μελωδικές, λιτές, αλλά ταυτόχρονα συναρπαστικά εύστοχες λέξεις· μα πάνω απ’ όλα, με το πάθος που διαποτίζει ολόκληρο το έργο της. Το πάθος με το οποίο η μικροκαμωμένη και μελαμψή ‒ κατά την παράδοση ‒ Σαπφώ ερωτεύεται, ευτυχεί, ζηλεύει, οργίζεται, πονάει. Αυτός ο συνδυασμός των έντονων συναισθημάτων και της λεπτότατης έκφρασης, της σπάνιας μουσικότητας της γλώσσας της, δίνει στην ποίησή της τη μοναδική ποιότητα που γοήτευσε τον αρχαίο κόσμο, ο οποίος τη λάτρεψε.       Επονομάστηκε Λεσβία ηδών και δεκάτη Μοσα, και στήθηκαν προτομές της σε πολλές ελληνικές πόλεις.

Δυστυχώς το έργο της, όπως και των άλλων λυρικών, σώζεται σε αποσπασματική μορφή.

Ας δούμε όμως τη Σελάννα της Σαπφώς σε ένα υπέροχο ποιητικό σπάραγμα:

στερες μὲν ἀμφὶ κάλαν σελάνναν

ψ ἀπικρύπτοισι φάεννον εἶδος,

πποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπηι

 γᾶν…

                                       Σε μετάφραση

τ’ αστέρια ολόγυρα απ’ την όμορφη σελήνη

αμέσως αποκρύβουνε τη φωτεινή θωριά τους,

κάθε φορά που αυτή ολόγιομη λαμποκοπά

πάνω απ’ τη γη‖…‖

 

Γι’ αυτό το ποιητικό πετράδι έχει υποστηριχθεί ότι δεν πρόκειται για κυριολεκτική αναφορά στη σελήνη και τα άστρα, αλλά αποτελεί έναν ύμνο για κάποιο κορίτσι που ξεχωρίζει ανάμεσα σ’ όλα τ’ άλλα, όπως η πανσέληνος, η

                                       κάλα πλήθοισα σελάννα,

ανάμεσα στ’ αστέρια.                             

 —————————————————————————————————

                                            ΤΡΙΚΥΜΙΑ

 

Η λέξη τρικυμία σήμαινε αρχικά το τρίτο κύμα, που είχε παρατηρηθεί ότι συνήθως ήταν μεγαλύτερο και σφοδρότερο από τα δύο προηγούμενα. Στη συνέχεια η έννοια αυτή γενικεύτηκε, και το ουσιαστικό κατέληξε να σημαίνει ό,τι και σήμερα, δηλαδή τη θαλασσοταραχή. Τη λέξη αυτή θα την παρουσιάσουμε στο πλαίσιο ενός αποσπάσματος από την τραγωδία του Ευριπίδη Τράδες.

       Ο Ευριπίδης γεννήθηκε γύρω στα 485 στην Αθήνα ή, κατά μία άλλη εκδοχή, στη Σαλαμίνα, στο κτήμα που διατηρούσαν εκεί οι εύποροι γονείς του, οι οποίοι ήταν δημότες του αττικού δήμου Φλύας (σημ. Χαλάνδρι). Μορφώθηκε όσο λίγοι σύγχρονοί του και διέθετε μία από τις πλουσιότερες βιβλιοθήκες της Αθήνας. Υπήρξε μαθητής του φιλόσοφου Αναξαγόρα και φίλος του Σωκράτη. Επίσης παρακολούθησε  μαθήματα των σοφιστών Πρωταγόρα και Πρόδικου και δέχτηκε επίδραση από τη διδασκαλία τους, διατηρώντας ωστόσο την ανεξαρτησία τού πνεύματός του απέναντι στις σοφιστικές ιδέες. Στην προσωπική του ζωή στάθηκε άτυχος. Λέγεται ότι παντρεύτηκε και χώρισε δύο φορές, εξαιτίας της απιστίας και των δύο γυναικών του, και απέκτησε τρεις γιους. Το 408 εγκατέλειψε την Αθήνα και ήρθε στη βασιλική αυλή της Πέλλας ως προσκεκλημένος του βασιλιά Αρχέλαου. Πέθανε, σύμφωνα με την παράδοση, μετά δύο χρόνια κατασπαραγμένος από τα βασιλικά σκυλιά και θάφτηκε στη μακεδονική γη.
       Οι πηγές τον παρουσιάζουν ως ιδιόρρυθμο άνθρωπο, σκυθρωπό, αγέλαστο, που αγαπούσε τη μοναξιά. Ανήσυχο πνεύμα, αντιμετώπιζε όλα τα φλέγοντα προβλήματα της εποχής του με ερευνητική και κριτική διάθεση. Τίποτε δεν θεωρούσε δεδομένο. Με την οξυδέρκειά του έλεγχε τα πάντα και διαμόρφωνε ιδέες τολμηρές και καινοτόμες που ενοχλούσαν. Ιδίως οι συντηρητικοί κύκλοι της Αθήνας τον αντιμάχονταν, και οι κωμωδιογράφοι, όπως ο Αριστοφάνης, δεν έχαναν ευκαιρία να τον διασύρουν. Στο δυσμενές κλίμα που είχε δημιουργηθεί εναντίον του, χωρίς αμφιβολία, οφείλεται και το γεγονός ότι παρά το ογκώδες έργο του (τα δράματά του υπολογίζονται από 72 έως 98) κέρδισε το πρώτο βραβείο μόνο πέντε φορές, και μάλιστα η τελευταία ήταν μετά τον θάνατό του.

Ο Ευριπίδης υπήρξε ο νεωτεριστής της αρχαίας τραγωδίας. Αυτός πρώτος εισήγαγε στο δράμα τον ρεαλισμό, πρόβαλε το άτομο και τόνισε το ισχυρότερο συναίσθημα, τον έρωτα. Η τραγικότητα των ηρώων του, που δεν είναι εξιδανικευμένοι χαρακτήρες αλλά άτομα της κοινής πραγματικότητας με τα ελαττώματα, τις αντιφάσεις, τα πάθη τους, δεν οφείλεται πλέον στη σύγκρουση με την προκαθορισμένη από το θείο μοίρα τους, αλλά στις εσωτερικές αντινομίες τους και στις συγκρούσεις με τους γύρω τους.

Γυρίζουμε τώρα στην τραγωδία Τράδες, στον πρόλογο της οποίας απαντά η λέξη τρικυμία. Η Τροία έχει πέσει, και οι Αχαιοί ετοιμάζονται να ξεκινήσουν με τα πλοία το ταξίδι της επιστροφής στην πατρίδα. Στη σκηνή εμφανίζονται να συνομιλούν δύο θεοί, ο Ποσειδών και η Αθηνά. Είναι οργισμένοι από τα ανοσιουργήματα που διέπραξαν οι Αχαιοί κατά την άλωση της πόλης, γι’ αυτό θέλουν να τους τιμωρήσουν. Η Αθηνά ανακοινώνει στον Ποσειδώνα ότι, καθώς οι βέβηλοι νικητές θα αρμενίζουν, ο Δίας θα ρίξει πάνω τους βροχές, χαλάζι και ζοφερές ανεμοθύελλες, και σ’ εκείνη θα δώσει φωτιά κεραυνού για να τους χτυπήσει και να πυρπολήσει τα καράβια  τους. Από αυτόν, δε, ζητάει ‒ παραθέτουμε τη συνέχεια των λόγων της στο πρωτότυπο:

σ δ’ αὖ, τὸ σόν, παράσχες Αἲγαιον πόρον

τρικυμίαις βρέμοντα καὶ δίναις ἁλός,

 πλῆσον δὲ νεκρῶν κοῖλον Εὐβοίας μυχόν,

ς ἂν τὸ λοιπὸν τἂμ’ ἀνάκτορ’ εὐσεβεῖν

εἰδῶσ’ Ἀχαιοί, θεούς τε τοὺς ἂλλους σέβειν.

                                  Σε  μετάφραση

εσύ δε, πάλι, απ’ την πλευρά σου, κάνε το πέρασμα του Αιγαίου

με τρικυμίες να αχολογάει και με θαλασσοστρόβιλους,

και με νεκρούς τον κοίλο, τον βαθύ της Εύβοιας κόρφο γέμισε,

ώστε από εδώ κι εμπρός να μάθουνε οι Αχαιοί

και τους δικούς μου τους ναούς να σέβονται

και τους θεούς τους άλλους να τιμούν.

 

Μ’ αυτή την εντυπωσιακά παραστατική περιγραφή, ο Ευριπίδης ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας την καταστροφή που χτύπησε τους κατακτητές στη θάλασσα του Καφηρέα της Εύβοιας. Βλέπουμε την αγριεμένη θάλασσα να καταπίνει τα πλοία τσακισμένα από τα ανταριασμένα κύματα που γεμίζουν τ’ αυτιά μας με τον πάταγο και το μουγκρητό τους· και αμέσως μετά, νεκρούς, αμέτρητα κουφάρια να επιπλέουν στην αφρισμένη επιφάνεια.

Θεϊκά λόγια αδυσώπητα, θεϊκή τιμωρία!

———————————————————————————————————————————

                                     ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΥΛΙΟΥ ΤΟ ΓΑΛΑ

 

Όταν θέλουμε να μιλήσουμε για μεγάλη ποικιλία και αφθονία φαγητών και ποτών τονίζοντας, μάλιστα, τη σπανιότητά τους, χρησιμοποιούμε συχνά τη φράση « και του πουλιού το γάλα», που αποτελεί παροιμιακή έκφραση του αρχαίου κόσμου. Το απόσπασμα με αυτή τη φράση της καθομιλουμένης που παρουσιάζουμε το αντλήσαμε από τους ρνιθες του περίφημου κωμωδιογράφου Αριστοφάνη, ο οποίος αποτύπωσε την καθημερινή ζωή της εποχής του και κατέγραψε τον απλό, προφορικό λόγο των συγχρόνων του.

Το 414 π. Χ. που διδάχτηκαν οι ρνιθες, η κατάσταση στην Αθήνα ήταν πολύ άσκημη. Ο αθηναϊκός στρατός βρισκόταν στη Σικελία, όπου πολεμούσε σε συνθήκες ιδιαίτερα αντίξοες. Πίσω στην πατρίδα επικρατούσε κοινωνική αναταραχή ως συνέπεια του σκανδάλου του  ακρωτηριασμού των Ερμών, που ξέσπασε το προηγούμενο καλοκαίρι, όταν ο αθηναϊκός λαός προετοίμαζε τον απόπλου για τη Σικελία. Οι Αθηναίοι ερμήνευσαν το γεγονός ως κακό οιωνό για την εκστρατεία και ως έργο κάποιων συνωμοτών με στόχο την κατάλυση της δημοκρατίας· συγχρόνως, προέκυψαν και άλλες καταγγελίες για παρωδία των Ελευσινίων Μυστηρίων σε διάφορα σπίτια. Ως εκ τούτου, στην προσπάθειά τους να ανακαλύψουν τους δράστες και των δύο υποθέσεων, προσέφυγαν σε ομαδικές συλλήψεις, φυλακίσεις, δημεύσεις περιουσιών. Ένα κλίμα ανασφάλειας και καχυποψίας επικράτησε στην πόλη, όπου έδιναν κι έπαιρναν οι καταγγελίες, και θριάμβευαν οι συκοφάντες σύροντας στα δικαστήρια και στις φυλακές χρηστούς πολίτες, αθώα θύματα της υστερικής καχυποψίας που είχε καταλάβει τους Αθηναίους.

Σ’ αυτό το πνιγηρό καθεστώς του φόβου και των διώξεων αντιδρά ο ποιητής παρουσιάζοντας τους ρνιθες, ένα ταξίδι φυγής σε έναν καλύτερο κόσμο  χαράς και ονείρου. Ετούτο το έργο είναι το ποιητικότερο του Αριστοφάνη. Μέσα από τους στίχους του, ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της αρχαίας αττικής κωμωδίας υμνεί τη Φύση, δημιουργώντας ένα αριστούργημα στη σύλληψη και σύνθεσή του, μια φαντασμαγορία ήχων, χρωμάτων και κίνησης, ένα ξέφρενο φυσιολατρικό πανηγύρι.

Κύρια πρόσωπα του δράματος είναι δύο μεσόκοποι Αθηναίοι, ο Πισθέταιρος και ο Ευελπίδης, οι οποίοι, μην αντέχοντας άλλο να ζουν στην πόλη τους με τα προβλήματά της, την έχουν εγκαταλείψει, με σκοπό να βρουν έναν άλλο τόπο ήρεμο και ήσυχο για να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους. Αναζητούν τον έποπα (τσαλαπετεινό) Τηρέα για να τους βοηθήσει, μιας και αυτός που ήταν πρώτα άνθρωπος και μετά έγινε πουλί είχε γνωρίσει πολλούς τόπους και πολιτείες. Ο Έποπας τους δέχεται φιλικά και τους προτείνει διάφορες πόλεις, που εκείνοι τις απορρίπτουν, όταν ο Πισθέταιρος έχει μια φαεινή ιδέα: να χτίσουν τα πουλιά μια πόλη ανάμεσα στη γη και τον ουρανό, αποκόβοντας τους θεούς απ’ τους ανθρώπους. Έτσι η τσίκνα από τις θυσίες που γίνονται στη γη δεν θα φτάνει στους θεούς, στα εναέρια δώματά τους, παρά μόνο αν πληρώνουν στα πουλιά φόρο! Ο Έποπας εντυπωσιασμένος συμφωνεί και καλεί σε σύναξη τα άλλα πουλιά (τον Χορό της κωμωδίας). Στην αρχή αυτά, βλέποντας τους ανθρώπους, τους προαιώνιους εχθρούς τους, ετοιμάζονται να τους επιτεθούν, παρεμβαίνει όμως ο Έποπας και τα προτρέπει να ακούσουν πρώτα όσα έχουν να τους πουν οι ξένοι. Οι δύο πονηροί γέροι ξετυλίγουν τα σοφιστικά επιχειρήματά τους, πείθοντας τα πουλιά ότι αυτά ήταν κάποτε οι βασιλιάδες της γης, πριν από τους θεούς, και ότι πρέπει να ανακτήσουν την παλιά τους αίγλη και εξουσία. Η πρόταση γίνεται δεκτή, και τότε ο κορυφαίος του Χορού απευθυνόμενος στους θεατές, εκθέτει τα καλά που απολαμβάνουν οι άνθρωποι από τον κόσμο των πουλιών. Μεταξύ των άλλων, τους λέει πως, αν μας πιστέψετε για θεούς, θα έχετε από εμάς σημάδια που θα σας ειδοποιούν για τις αλλαγές του καιρού και δεν θα το σκάμε για να καθόμαστε κορδωμένοι στα ουράνια, στα σύννεφα όπως ο Δίας· ‒ η συνέχεια στο πρωτότυπο:

 ἀλλὰ παρόντες δώσομεν ὑμῖν

 αὐτοῖς, παισίν, παίδων παισίν,

 πλουθυγίειαν, βίον, εἰρήνην,

 νεότητα, γέλωτα, χορούς, θαλίας

 γάλα τ’ ὀρνίθων.

Σε μετάφραση

αλλά κοντά σας μένοντας, θα δώσουμε σε σας τους ίδιους,

στα παιδιά σας και στων παιδιών σας τα παιδιά

πλούτο μαζί κι υγεία, ζωή, ειρήνη,

νιάτα, γέλιο, χορούς και φαγοπότια

και του πουλιού το γάλα.

 

Τους υπόσχεται και άλλα πολλά, πονηρούτσικα… και σκαμπρόζικα οφέλη, αν μιμηθούν τα πουλιά και γίνουν φτερωτοί, οπότε βγάζεις ή δε βγάζεις φτερά για να ζήσεις σε τέτοια πολιτεία;!

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.