Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γιάννης Παπακώστας: Πόνος ψυχής (για τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο)

Στον  Αλέξη  Ζήρα

 

Πέρασαν ήδη εννέα χρόνια από την έκδοση της ποιητικής συλλογής Κρυφός Κυνηγός του Γιώργου Μαρκόπουλου, Μια συλλογή που εκ των πραγμάτων θα έλεγα ότι  ανήκει στις πλέον διακριτές της γενιάς του. Και τούτο όχι μόνο λόγω του εξαιρετικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζει ως θέμα, αλλά, κυρίως αυτό,  λόγω και της ποιοτικής δεξιοτεχνίας του δοκιμασμένου  ποιητή. Άλλωστε ο Μαρκόπουλος έχει εκτεθεί  στην κρίση του αναγνωστικού του κοινού πάνω από δεκαπέντε φορές, ποιητικά, πεζογραφικά, δοκιμιακά, και είναι ήδη γνωστός στον χώρο, αγαπημένος ποιητής και  φίλος   και άλλων αξιόλογων εκπροσώπων της γενιάς του.

Ο Κρυφός κυνηγός, ως πόνος ψυχής, εξελίσσεται σε πολλά επίπεδα. Ως κρυφός, που είναι, στήνει καρτέρι στο θήραμα. Και ο ποιητής, ως θήραμα πραγματικό, θα περάσει από όλες τις φάσεις του δράματος. Συγκεκριμένα, το πρώτο ποίημα της συλλογής  «Οι παλαιοί εαυτοί μου»  μας δείχνει τα πολλά πρόσωπα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος. Διακειμενικά μάλιστα μας  οδηγεί και στον στίχο  Πολ Βαλερύ: «Γεννήθηκα πολλοί άνθρωποι και πέθανα ένας μόνο» (Ευπαλίνος ή ο Αρχιτέκτων, Πρόλογος Άγγελος Σικελιανός, μετφρ. Έλλη Λαμπρίδη, Άγρα 1988, σελ. 71). Ανάλογος και ο λόγος του Γιώργου Σεφέρη:

Που να μαζεύεις

τα χίλια κομματάκια 

του κάθε ανθρώπου (Ποιήματα, «Δεκαέξι χαϊκού», ΙΑ΄).

 Τι συμβαίνει λοιπόν με την ταύτιση με τους παλιούς ή πολλούς  εαυτούς; Διαβάζοντας τους στίχους του Μαρκόπουλου έναν έναν,  αντιλαμβανόμαστε το υπαρξιακό πρόβλημα που προκύπτει, όταν μάλιστα  ο ίδιος ανακαλύπτει ότι τίποτε από ό,τι ήθελε  δεν κατόρθωσε κι ας διαγράφει τις διαδοχικές φάσεις που πέρασε:   «παιδί που μικρό ήσυχο δεν καθόταν», ερωτευμένος έφηβος, στρατιώτης, «ατίθασος», «σκληρός», «ατρόμητος», «φλογερός». Στο καθένα από τα επίθετα αυτά ανακαλύπτουμε τα πολλά και διαφορετικά πρόσωπα ενός ανθρώπου,  τις ποικίλες εκφάνσεις μιας ζωής, κάθε μιλιά και μια επιθυμία, ένας στόχος που, όπως φαίνεται, απέτυχε. Και όμως  όλες αυτές οι φάσεις  συγκροτούν τον ένα, αρχίζοντας από την παιδική ηλικία μέχρι την ωριμότητά του και που  τώρα  όλα αυτά έχουν χαθεί. Δικαίως λοιπόν αναρωτιέται:  πού πήγαν, πού χάθηκαν?   Όλα τα πήρε ο άνεμος, τα φύσηξε, τα «τύλιξε».

 Όλοι οι παλαιοί εαυτοί φευγάτοι με μόνον παραμένοντα αυτόν που είναι παράμερα τοποθετημένος, στην ερημιά, στη μοναξιά, στον φόβο. Η μοναξιά δε ως έννοια  επανέρχεται σε όλη τη συλλογή. Ο κάθε άνθρωπος, στη οριακή για τη ζωή του στιγμή, είναι πάντα μόνος. Αυτός λοιπόν, ο έντρομος, ο μόνος, πήρε τους δρόμους κρατώντας στα χέρια μήλα και σόμπες.

Και ενώ, έως  το σημείο αυτό όλα τούτα εκφράζονταν με τη γλώσσα της σαφήνειας, ξαφνικά στη μέση μπήκε το παράλογο, το υπερρεαλιστικό. Ο ποιητής παραμέρισε τη νοηματική αλληλουχία. Γιατί;  Γιατί με τι λόγια  να εξηγήσει αυτό που του συμβαίνει· μήλα και σόμπες κρατάει στα χέρια, όπου δυο ασύμβατα πράγματα  συνυπάρχουν για να ορίσουν κάτι που  δεν μπορεί να το καταλάβει και δεν τολμά να το κατονομάσει. Και μη κατονομάζοντάς το,  είναι σα να ξορκίζει το κακό. Ο λαός μας συχνά αποφεύγει να πει τον θάνατο θάνατο και τον λέει κακό, πίκρα, συμφορά. Ωστόσο μήλα και σόμπες; Μήπως οι τελευταίες σταγόνες ελπίδας να ζεστάνει την ερημιά και τη μοναξιά της ψυχής; Κανείς δεν ξέρει και ο ποιητής στις λεπτομέρειες κρύβεται. Στο αταίριαστο, στο ανόμοιο, μαζί και παράλογο. Επιχειρώ  ένα διακειμενικό άλμα προς τον έτερο καπαδόκη,  τον Γιάννη Βαρβέρη, λάγνα μήλα… Εγώ λέγειν εκείνη στήθη δύο («Η Σαλώμη και το μυστικό»).

Στο δεύτερο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «Πέρα μακριά στα σύννεφα»  το τοπίο αλλάζει: Οι συγγενείς στα σύννεφα, τα πρόσωπα φαγωμένα.  είναι στοιχεία  που υποδηλώνουν αυτό που δεν θέλει να κατονομάσει.  Η επαναφορά των δύο πρώτων στίχων της πρώτης στροφής

 Πέρα μακριά στα σύννεφα

 κάποιοι συγγενείς περνούσαν, κηδείες,

 μας δείχνει πως είναι οι δικοί του συγγενείς και  ψάχνει να τους βρει. Να τους φέρει έστω προ οφθαλμών.  Μοιάζει με προοικονομία της δικής του κατάστασης. Η ψυχική ταραχή είναι έκδηλη, τον έχει καταλάβει και

                             αλυχτάει,

η λύπη … τον πλακώνει, ο πανικός του βγάζει

 μια τρομερή φωνή θυέλλης του βγάζει.

Η ταραχή είναι  αισθητή, για τούτο και μπερδεύει τα λόγια του, επαναλαμβάνει τις λέξεις  βγάζει, βγάζει, στοιχεία όλα της κρίσιμης στιγμής. Ωστόσο τον αφανή εχθρό του εξακολουθεί να μην τον κατονομάζει. Το ξέρει πια, το ομολογεί: είμαι μόνος. Ο άνθρωπος μόνος· έτσι ακριβώς ένιωθε και ο φίλος του ο Βαρβέρης. Μόνος ο κάθε άνθρωπος μπροστά σε ό,τι  τον περιμένει· καταντικρύ στη μοίρα του. Και  πολλές οι παραλλαγές με τις οποίες ντύνει τη μοναξιά του, τον φόβο του, τον πανικό του.

 Το ταξίδι του Οδυσσέα συνεχίζει με τη δική του, την προσωπική κάθοδο στον Άδη. Πραγματοποιεί τη δική του Νέκυια, κατ’ αναλογίαν της ομηρικής  ( Οδύσσεια, λ΄). Έχει τον δικό του τρόπο να δει εκείνο που μας έδειξε ο μακρινός πατέρας όλων των ποιητών του κόσμου,  ο Όμηρος. Ο Άδης είναι το χειρουργείο και  θάνατος η νάρκωση. Μια πρόβα θανάτου. Σαν σε όνειρο και μέσα στην παραισθησία της νάρκωσης, ο ποιητής θα βιώσει τον θάνατο, ενώ ακόμα είναι ζωντανός. Και  μας παρουσιάζει τα πρόσωπα του χειρουργείου σε παραλλαγή, τα στάδια της προετοιμασίας για τη μεγάλη στιγμή:

 ο επί της αναισθησίας επιτετραμμένος

σαν παλαιός αφιερωμένος σε εκκλησία μεγάλη,

 τα φώτα σβήνοντας σαν καντήλια

 τα φώτα ένα ένα του αίματός σου.

Η ομοιότητα των περιγραφών, η σύμπτωση των αναλογιών, οι μικρές λεπτομέρειες, όλα  δείχνουν την εστίαση στην ψυχική ταραχή, η οποία οφείλεται στον επικείμενο «Εκείνον». Και για να περιγράψει το προσωπικό του δράμα προβάλλει μια άγρια εικόνα. την εικόνα του  κρεοπωλείου,  δείχνοντας έτσι όλη την αγριότητα του ανεπιθύμητου προσδοκώμενου. Το βίωμα, λοιπόν, αυτό  βρίσκεται στη ρίζα της ποιητικής έμπνευσης και ισχυρότερο από τον φόβο του θανάτου δεν υπάρχει. Η ενίοτε παραλλαγή της γλώσσας, της κάθε γλώσσας ζώου στο τσιγκέλι του κρεοπώλη, θα μετεξελιχτεί  στη λεκανίτσα  χειρουργείου, μικρό κομματάκι της γλώσσας, του οργάνου εκείνου της ανθρώπινης επικοινωνίας, εκείνου με το οποίο ο άνθρωπος κάνει την παρουσία του στη ζωή, μιλάει, εκφράζεται, επικοινωνεί. Αυτή είναι  που  έρχεται στην επιφάνεια του ποιήματος σαν αιτία του όλου δράματος. Εκεί, σ’ αυτό το μικρό κομματάκι, έχει κρυφτεί ο θάνατος και από εκεί παραμονεύει.

 Η βύθιση  στη νάρκωση και στις προκαλούμενες παραισθήσεις φέρνουν μπρος στα μάτια του και τον κυνηγό, τον οποίο παρουσιάζει με  ανθρώπινο πρόσωπο.   στον ελληνικό στοχασμό τα πάντα έχουν μορφή. Ο Έλληνας δίνει πρόσωπο σε κάθε έννοια.   Αυτός ο ανθρωπομορφισμός κάνει ακόμα και τον θάνατο, όσο φοβερός και αν είναι, οικειότερον.  Έτσι και  ο Μαρκόπουλος,  ανθρωποποιώντας τον, αποφασίζει   να τον αντιμετωπίσει. Ίσως και,  σαν άλλος Διγενής, να του επιτεθεί,  κι ας ξέρει πως δεν νικιέται. Για τούτο και αναφωνεί:

Ω καρκίνε, άνθρωπε ύπουλε, σκληρέ.

Και πάλι βλέπουμε ότι  δεν τον λέει θάνατο, αλλά  καρκίνο που έτσι κι αλλιώς είναι το ετερώνυμό του.  Απόσπασμα περιγράφει το στόλισμα του νεκρού και στο VI, και τελευταίο, οι κάποτε μαθητές με ποδιές, τώρα άρρωστοι με πιζάμες, μάλλον νεκροί που  επιστρέφουν στο χωριό τους, στη μητέρα πατρίδα, γη.    Η περιγραφή:

 όχι κουρεμένοι, αλλά χωρίς μαλλιά …

                                      αντί για κολόνια, κοβάλτιο

Δε με γνωρίζεις;.

Μια φωνή που έρχεται από μακριά: Ω Μάνα ήρτα· σ’ Εσένα, δίχως άρματα γυμνός (Σικελιανός, Η Συνείδηση της Πίστης).

Στην εικόνα του έρχεται και ο πατέρας. Με την επανάληψη,

δεν έκανα άλλο από το να σε πενθώ,

 κρυφά να σε πενθώ,

 προβάλλει η πίκρα που από παλιά φώλιαζε στην ψυχή του.  Το πένθος αποτυπώνεται στα πράγματα του σπιτιού, στα ρούχα του. Είναι η απουσία του πατέρα, η οποία τον έχει ετοιμάσει για τη δική του  απουσία.

Στο «Όνειρο» ο ποιητής, σαν σε παράσταση, θα δει την κηδεία του.  Θα δει το  άγριο από τον άνεμο τοπίο, τη νύχτα, τη νέκρα, το ματωμένο χιόνι, τους  αγροφύλακες που έπαιζαν τάβλι «με ζάρια τα δόντια τους». Η φρίκη όλη σε ένα παιχνίδι με ζάρια. Ο χαμένος θα πεθάνει. Να θυμίσω εδώ την περίφημη ταινία του Ίγκμαρ Μπεργκμαν, Η 7η σφραγίδα, όπου ο ιππότης Αντώνιος Μπλοκ προκαλεί τον Θάνατο σε μια παρτίδα σκάκι, στην οποία βεβαίως θα χάσει. Σκάκι, ζάρια, χρόνος που τρέχει, φεύγει. Μας τα έχει πει όλα κι ο Ηράκλειτος. Όλες αυτές οι παραλλαγές, όλες με τη σειρά τους, μας οδηγούν στην παραδοσιακή μας ποίηση, μοτίβα  γνωστά και με διαφορετικό τρόπο από τον κάθε ποιητή αξιοποιημένα. Και  η μάχη στα μαρμαρένια αλώνια του Διγενή με τον Χάροντα δεν είναι παρά μια παραλλαγή του ιππότη με τον θάνατο του Μπέργκμαν, αλλά και το ανάλογο του Λόρκα, Ο ιππότης και ο θάνατος σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, με  ενσωματωμένα στοιχεία ιστορίας και λαϊκής παράδοσης.( Ως γνωστόν το ποίημα έχει μελοποιηθεί από τον Σταύρο Ξαρχάκο και την απαγγελία έχει κάνει ο Μάνος Κατράκης) .

Ο Μαρκόπουλος, λοιπόν, έχει ένα πλούσιο υλικό στη διάθεσή του, το οποίο ήρθε η ώρα  να το χειριστεί κι αυτός με τη σειρά του, να συνομιλήσει με τον θάνατο, τον οποίο βαφτίζει χιόνι, σκύλο, σκάκι, ζάρια, δόντια, πρόσωπα νεκρών, νοσοκομείο, παραίσθηση. Το ίδιο συμβαίνει και με το «Νεκροταφείο αυτοκινήτων», όπου όλα τα ανόργανα λειτουργούν ως  παραλλαγή των οργανικών και φυσικά των ανθρώπων. Εικόνες θανάτου παντού, εφιαλτικά τοπία και ο ποιητής μόνος, πάντα μόνος. Στο «Νοσοκομείο, εν υστερογράφω» αναπάντητα παραμένουν τα  ερωτηματικά πάνω στο Πάλεψαν και νικήθηκαν. Γιατί εγώ θα νικήσω;. Δεν ήταν αποκριά αυτή -ευθεία αναφορά στην «Αποκριά» του Μίλτου Σαχτούρη, όπου όλα είναι νεκρά – «το χάρο τον αντάμωσαν»… Μια μακάβρια εικόνα όπου πιζάμες, παντόφλες, οροί, μοιάζουν να έχουν δεθεί σε έναν μακάβριο χορό θανάτου, οι μνήμες που έρχονται από μακριά, τα πρόσωπα

βουβά, αμίλητα με κατοικούν.

Χαμηλώστε, χαμηλώστε αυτά τα φώτα,

 φωνάζει. Από μακριά ακούγεται η φωνή του John Betjeman:  «για όνομα του Θεού, πάρτε αυτό το φως από μπροστά μου». Γιατί, όμως, όχι στο φως; Να υπολογίσουμε μήπως  το φως του χειρουργείου πάνω στο πρόσωπο του αρρώστου είναι σαν το φως του ήλιου-θανάτος; Ο μύθος θέλει τον Ήλιο «θάνατο μέσα στους θανάτους», όπως λέει και ο Καρυωτάκης στην δική του «Πρέβεζα». Και η τραγική δήλωση:  Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη/ και περιουσία μου όσοι αγάπησα και μ’ αγάπησαν. Ελπίδα τελική η έξοδος από τη ζωή:

Κουράστηκα πια στα υψίπεδα / και θέλω να κατεβώ στα χαμηλά μας λέει στο ποίημα «Μιλάει ένας ληστής». Η ιστορία και το αδιέξοδο του κυνηγημένου ληστή μεταλλάσσεται εδώ για να μας δώσει το ανάλογο. Έτσι, σαν τον κυνηγημένο ληστή, είναι και ο άνθρωπος και η εξουσία που τον κυνηγά είναι ο θάνατος, γι αυτόν δουλεύει, μέχρι την ώρα που θα του παραδοθεί. Τα χαμηλά, αλλιώς η  θάλασσα, είναι ο αποδέκτης όλων των ζωντανών πλασμάτων, τα οποία γεννήθηκαν από το νερό και στο νερό θα καταλήξουν. Η κάθοδος από το βουνό στη θάλασσα είναι η εκπνοή του ποταμού ή η εκπνοή του ανθρώπου;

Βέβαια,  τα πάντα ρει και ο ποιητής γνωρίζει την «Αέναη αλλαγή». Το ποίημα εξελίσσεται σε τρία μέρη, με στίχο επανερχόμενο στην αρχή αλλά και στο σώμα των ποιημάτων:

Ω αέναη αλλαγή των μηνών μέσα στο χρόνο, για να ακολουθήσει:

 Ίσκιος το μαβί μας τύλιγε στους δρόμους του Μάρτη, καράβια στην ομίχλη πνιγμένα, του χειρουργείου το φωςΆγγελοι προπονούσαν τα φτερά τους,   ομίχλη νεκροταφείου, Ω θάνατε αρκούδα, αρκούδα, αρκούδα.

Όπου εκείνο το επιφωνηματικό «Ω» σέρνεται μέσα στο ποίημα, όπως ο θάνατος και ο φόβος. Στίχοι και φράσεις ψηφίδες που σηματοδοτούν το επερχόμενο, πάντοτε με τα σκοτεινά απειλητικά χρώματα και την παρέλευση των μηνών. Ο ποιητής μετρά τους μήνες,  όπως ο καλόγηρος τους κόμπους στο κομποσκοίνι του, ενώ η φύση όλη και οι εποχές, ειδικά, της άνοιξης με το Πάσχα και τα Πάθη του Χριστού, λειτουργούν ως φόντο μέσα στο οποίο παίζεται και το ανθρώπινο δράμα.

Η τραγική Σύλβια Πλαθ δεν μπαίνει τυχαία στη συλλογή. Είναι και αυτή μια ποιητική απώλεια. Τέλος και το ποίημα «Μετά αγίων», όπου ο ποιητής ιεροποιεί ό,τι έχει αποκρυσταλλωθεί στη μνήμη του: εικόνες, συμπεριφορές, πράγματα, σχέσεις.

Ο κρυφός κυνηγός είναι μια μελέτη θανάτου.  Ο ποιητής σα να έλαβε σήμα για ό,τι πρόκειται να συμβεί, που έτσι κι αλλιώς θα συμβεί, και καταγράφει πόντο πόντο, μέρα μέρα, μήνα μήνα το χρόνο που περνάει. Φέρνει στη μνήμη παλιά, αλλά όχι λησμονημένα πρόσωπα, ξαναζεί τις εφιαλτικές και τρομακτικές σκηνές του νοσοκομείου και πλήρης συνειδήσεως καταγράφει εκείνο που φοβάται. Και όλα είναι η αλήθεια. μια αλήθεια πηγαία, ριζωμένη στο άγγιγμα του θανάτου που ένιωσε να του παγώνει το αίμα.

Τον τρόμο, το ρίγος, το άγχος, την αγωνία όλα αυτά ο Μαρκόπουλος τα μετέπλασε δημιουργικά σε ποίημα αφηγηματικό, μοιρασμένο σε δεκαέξι επί μέρους ποιήματα (αν και μερικά αναπτύσσονται σε  τμήματα ) και  μέσα τους εγκιβώτισε όλη την ποιητική μας κληρονομιά και πολλά από την παγκόσμια, μιας και ο θάνατος είναι ο κοινός και παντοτινός συνοδοιπόρος του ανθρώπου. Και είναι μια μελέτη  από έναν άνθρωπο που ένιωσε να τον παραφυλάει ο θάνατος που  είναι έτοιμος να τον τοξεύσει. Και τούτο αναδεικνύεται με την  τεχνική της συλλογής, με τους εσωτερικούς της ρυθμούς, τους ψυχικούς κραδασμούς, τις επαναφορές, τις μεταφορές, τα κρυφά μυστικά της σύνθεσης και γενικότερα  όλης  της συναισθηματικής  φόρτισης.  Για τούτο και μπορούμε να πούμε ότι η συλλογή του Μαρκόπουλου διεκδικεί  θέση  πλάι σε αξιόλογα έργα του ελεγειακού είδους.

(Από την μελέτη: «Ψυχικός πόνος και πένθος στους νεότερους ποιητές». )

Ο Γιάννης Παπακώστας γεννήθηκε στο Ριζοβούνι Πρεβέζης το 1939. Είναι Ομότιμος καθηγητής της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε (με υποτροφία) Νέα Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και Κλασική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι Διδάκτωρ και υφηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει πραγματοποιήσει έρευνα σε βιβλιοθήκες της Κωνσταντινούπολης και του Βουκουρεστίου. Κατά το χρονικό διάστημα 2007-2009 δίδαξε στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του Πανεπιστημίου της Γρανάδα. Έχει συνεργασθεί με τα περιοδικά «Διαβάζω», «Η Λέξη», «Νέα Εστία», «Κ», Ποιητικά και με τις εφημερίδες «Το Βήμα», «Τα Νέα», «Η Ελευθεροτυπία», «Η Καθημερινή». Έχει τιμηθεί τρεις φορές (1985, 1992, 2005) από την Ακαδημία Αθηνών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.