You are currently viewing Γιώργος Βέης: Ποιήματα
OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Γιώργος Βέης: Ποιήματα

 

ΧΑΡΤΦΟΡΝΤ, ΚΟΝΕΤΙΚΑΤ

 

Το προχωρημένο φθινόπωρο

η γαλάζια πικέα βλέπει πάλι το ίδιο όνειρο

και δεν ξαφνιάζεται

οι φωνές των παιδιών

καθώς μπαίνουν επιτέλους στο σπίτι

οι κρανιές, τα λιόπρινα να επιμένουν

να γνέφουν φόβο

η εύθραυστη ωραιότητα της σχεδόν γυμνής σημύδας

ν΄ αποθεώνεται αργά αλλά με νόημα ως μουσική

ενώ καθώς απλώνεται η άσφαλτη νύχτα

εκμαγεία απλώνονται στο πρόσωπό μου

λες και με ξέρουν από παλιά

όλα αυτά τα δέντρα τα φυτά ο αέρας

χάρτης τ΄ ουρανού ν’ αυξάνει συνεχώς το μέτωπό μου

υπερυψωμένα όλα τώρα

αρχαία τελετή

η φλύαρη κίσσα εξηγεί εξηγεί

μάρτυρες αψευδείς οι τρίλιες της

ακούω Χόθορν Ουίτμαν Μέλβιλ

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

ΑΠΑΝΕΜΟ

 

Αγρός, όπως άνθρωπος δηλαδή.

Θα θυμόμαστε πάντα

τη νύχτα του θερινού ηλιοστασίου

εκείνο το σθένος, εκείνη τη λάμψη:

την καρτερία στο βάθος του κάμπου

όπως υπόσχεση των νερών

για την εδραίωση των καρπών.

Ναι, κανένα όνειρο

μα κανένα όνομα στην τύχη

κανένας δρόμος πια μέσα στην ανέχεια

χωρίς φάρμακα χωρίς ρούχα και τσιγάρα

της κάθε μέρας ο ρυθμός

να μην είναι σπασμένο αγγείο, αλλά δύναμη.

Κι όπως κάθε χωράφι έχει τα όριά του

μα και τα πουλιά που έρχονται

το ένα μετά το άλλο να το τρυγήσουν

όποτε ο καιρός φιλέψει τα γλυκά τα φρούτα

έτσι κι εμείς μαθαίνουμε ξανά

ξεχνάμε και μαθαίνουμε πάλι από την αρχή

ισότητα, γαλήνη και μουσική.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

ΚΑΡΛΟΒΑΣΙ ΣΑΜΟΥ

            

Στον Βαγγέλη Δημητριάδη

 

Κανένα στενάχωρο μήνυμα εφέτος

στην πέργκολα πάντα η ευχή της κίσας

η ελευθερία είναι κι αυτή

μια υπόθεση του απογεύματος

καθώς ξεδιπλώνεται τώρα o ουρανός

μαζί με την ιστορία εκείνου του θέρους

κάθε κύμα και μια παράγραφος

η στιγμή της αμηχανίας του κισσού

το επιφώνημα το βουβό της βουκαμβίλιας

είμαστε ασφαλείς επί τέλους εδώ

η απεραντοσύνη συνιστά οικειότητα

 

ο φλοίσβος

ένα πουλί κι αυτό της θάλασσας

λέει πάλι το: χίλια

οκτακόσια

είκοσι

τέσσερα: το άγγιγμα σε φέρνει

στα βότσαλα, στις παλίμψηστες ακτές

στο πεισματικό αρμυρίκι

 

κι όλα μυστικά γίνονται ξαφνικά

κι αληθινά όμως

όχι απώτερα, βαθιά στα μαύρα νερά

μήτε αλλοιωμένα από τον καιρό,

αλλά δίπλα μας

όλα θα μείνουν δικά μας

όρθια, πεσμένα στο πλάι

έτοιμα να ξαναμπούν

το στοργικό παρόν της ανάμνησης.

 

*

 

 

 ΚΟΥΜΕΪΚΑ ΣΑΜΟΥ

 

Στον Χρίστο Λάνδρο

 

Έτσι έχει μείνει η λέξη

κι ούτε πρόκειται ν’ αλλάξει

σαν ηχώ του σθένους

Κου – μέ – ι – κα

όπως θυμάμαι πολύ καλά

σαν να ήταν τώρα

όπως ακριβώς την άκουσα

για πρώτη φορά από τον πατέρα μου

θα τον μιμήθηκα μάλλον

θα τη συλλάβισα εύκολα

σαν περιστέρι όνομα σε χαμηλή

σταθερή πτήση

να με αγγίζει αμέσως στο φτερό

η πατρίδα, το χωριό του γιατρού

του ποιητή Δημήτρη Παπαδίτσα

σαν από πάντα το περιστέρι αυτό.

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

 

Ο σκύλος επιστρέφει πάντα στον εμετό του

ακριβολογεί κι αυτή τη φορά η Βίβλος

όπως ακριβώς κι εμείς δεν ξεχνάμε

κι επιστρέφουμε πάντα στις πληγές που μας άνοιξαν,

όχι για να τις καθαρίσουμε

αλλά για να τις κάνουμε ακόμα βαθύτερες.

 

ΞΙΝΟΜΗΛΙΕΣ

 

Τις μέτρησα ξανά σήμερα το πρωί

δυο φορές μάλιστα.

Λείπει μία από την περασμένη άνοιξη

δέντρο φευγάτο

επιστροφή στην Αρκαδία

ή

της μεταμόρφωσης το αίνιγμα;                                                             

 

 

ΤΟ  ΑΙΝΙΓΜΑ

 

 

Κανένα αίνιγμα

διότι όλα είναι ξεκάθαρα πλέον

πρώτη φορά σαν πλήρες,

ένα νόημα μέσα της

κι έχει πέσει ο ουρανός στο κρεβάτι της

ένα ολόκληρο βράδυ σπαταλήθηκε

κι ούτε ένα ποτάμι δεν κατάφερε να περάσει

ο κόσμος  ένα γυαλάκι μόνο

μια μπίλια χρωματιστή

που την κατάπιε πρωί πρωί κατά λάθος

το πάντα βιαστικό κοτσύφι της αυλής της.

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

ΑΘΡΑΥΣΤΗ

 

Θα γείρει με τον πρώτο σεισμό

το ειδύλλιο, η αφή λέξη

το ανδρόγυνο των λαθών

στεφάνι που θα γίνει κομμάτια

το αγκάλιασμα του ψεύδους

συλλαβές από τσιμέντο και σίδερα

όπως πολυκατοικία της αντιπαροχής

εσύ όμως θα παραμείνεις ανέπαφη

σε πείσμα των θνητών των άφρονων

ένα δεντράκι μόνο του

κι ας είσαι απότιστο,

μια νεραντζιά

στη μνήμη του αέρα για πάντα.

 

 

*

 

ΑΡΧΑΙΑ ΘΗΡΑ

 

Ακούστηκε ηφαίστειο

το νόμιζαν σβηστό

το κλάμα του ήταν όμως

που ήθελε να ξαναγίνει ήλιος

αστέρι καλόγνωμο

 

ένα θάμπωμα μετά

για να το περπατήσουν όλοι μαζί

άφοβα, όπως πίνουν νερό το πρωί

 

μαζί με τους υποψιασμένους γλάρους

ένα φτερό τώρα πετάει γύρω του

το έχουν πει ψυχή

This Post Has One Comment

  1. Ελένη Ε.Νανοπούλου

    Η ποίηση του Γ.Βέη
    Φωτεινή
    Εσωτερική
    Γειωμένη

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.