Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης Το ελιξήριο της εικονοφιλίας

Στην Ιουλίτα Ηλιοπούλου

 

«Ένα σώμα γυμνό είναι η μοναδική προέκταση της νοητής γραμμής που μας ενώνει με το Μυστήριο».
Οδυσσέας Ελύτης, Σηματολόγιον

 

Ο Οδυσσέας Ελύτης ανήκει, ως γνωστόν, σ΄ εκείνους, οι οποίοι εισέπραξαν στην κυριολεξία τόσο το μάθημα του Σεζάν, όσο βεβαίως και τη συνειδητή απαρέσκεια του Βυζαντίου για τα παραφερνάλια της ζωγραφικής δράσης. Γι’ αυτό αμφισβήτησε και απέρριψε στην εικαστική πράξη την προοπτική, το πανθομολογούμενο καταφύγιο της μετριότητας. Η ρήξη αυτή θα τον φέρει αμέσως στις απαρχές, στις καταγωγικές ρίζες του εικονικού όντος, του υπερούσιου, αλλά και υπέρκαλου: η ζωγραφική, η ζωοφόρος, η ανακαινιστική, τίθεται έτσι εγκαίρως στην υπηρεσία της ιδεαλιστικής αναπαράστασης του ονειρικού. Η μεταφυσική κατεβαίνει από τις ειρκτές των ομιχλών της στο πεδίο της εικαστικής πράξης του εδώ και τώρα. Ο πλατωνικός δυϊσμός επιβάλλει τελεσίδικα τις αρχές του. Όπως η λέξη έχει αναλάβει προ πολλού το πρόσθετο βάρος να υπομνηματίσει το Άπειρον, έτσι και η χρωματική κουκκίδα επιζητεί να αποκρυπτογραφήσει τις απόκρυφες ποιότητες του κόσμου, τις περιώνυμες qualitates occultae, δηλαδή την ίδια την υφή των φαινομένων.
*
Ό, τι εντοπίζεται το παλίμψηστο της ζωής και του θανάτου, αφορά την καίρια, εκ των έσω, αναπαράσταση της κεκρυμμένης αλληλουχίας των όντων. Απόηχοι αυτής ακριβώς της τάσης του ανθρώπου να υποψιάζεται την άλλη ύπαρξη, το θείο, τον υπέρ Ουρανό, την ακραία δυνατότητα της μετενσάρκωσης ή και μετεμψύχωσης, την ανακύκληση όλων επακριβώς των χρονικών σημείων, αλλά και τη μυστική συνέχεια του σύμπαντος, ό, τι διέπει τη συστοιχία των περιώνυμων σεκάλα και νισκάλα των Ινδουιστών, απαντούν σε όλο το φάσμα της ελυτικής φαντασμαγορίας. Η δε συναφής πανηγυρική καταδήλωση του δημιουργού του Άξιον Εστί εγείρει άλλη μια φορά το ζήτημα της ριζικής επανόρθωσης των ορατών και της ουσιαστικής αξιοποίησης των αοράτων. Παραθέτω: «εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν», η δεύτερη πραγματικότητα, η υπερτοποθετημένη επάνω σ’ αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε».
*
Αισθητηριακές, βιωματικές και οραματικές συνθήκες ζωής ενοποιούνται. Οι δύο υποστάσεις του ελυτικού πίνακα αποδεικνύονται ικανές και αναγκαίες να χωρέσουν όχι μόνον το αχώρητο του υπέρ λόγου, αλλά και τα συμφραζόμενά του. Η συγκλήρωση των εμπειριών, παθών και άθλων του απώτερου παρελθόντος και των σκιρτημάτων του φευγαλέου παρόντος παράγει το αίσθημα μιας καθόλα επικυρωμένης αθανασίας. Ή, όπως εμπεδώνεται στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου η επικύρωση του απόλυτου ζωγραφικού διαβήματος: «Έχεις ακούσει το μύθο του γκαριουτενσέι; Εκείνο στον οποίο ο ζωγράφος Τσογιούσου ζωγράφιζε ένα λευκό δράκοντα στους τοίχους ενός ναού; Λοιπόν, όταν του ζωγράφισε και τα μάτια, ο δράκος ζωντάνεψε και πέταξε στα ουράνια». (Ιδέτε Γλώσσα του φιδιού, της χαρισματικής Χιτόμι Κανεχάρα, στις εκδόσεις της «Ωκεανίδας»).
*
Στο βαθμό που έχουμε «την τέχνη για να μη μας βουλιάξει η αλήθεια», όπως κατέδειξε ο Φρίντριχ Νίτσε, τότε μπορούμε να διαπραγματευτούμε τους όρους ανασυγκρότησης των πάσης φύσεως υλικών της πραγματικότητας, διαθέτοντας το πλεονέκτημα της αναβαθμισμένης όρασης, φρονεί εμμέσως πλην σαφώς το σύνολο των εικαστικών δοκιμών του Οδυσσέα Ελύτη. Έτσι επουλώνεται και η πληγή της ασυμφωνίας του ποιητικώς οράν και του επιβεβλημένου, οιονεί θεσμικού κοσμοειδώλου. Δεν πρόκειται περί οφθαλμαπάτης ή φενάκης. Οι αφηγήσεις των στοχαστικών γραμμοπλοκιών, ακυρώνοντας τους ρύπους των καταναγκαστικών συμβάσεων της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, είναι εν τέλει η αντικειμενικότητα αυτοπροσώπως. Η, για να το διατυπώσω διαφορετικά, η ηρακλείτεια ροϊκότητα και η απροσδόκητη παρμενίδεια στατικότητα καθίστανται από κοινού αυτό που ήθελε ανέκαθεν το Παιδί, δηλαδή ένα λειτουργικό, χρηστικό τραινάκι ακλόνητης αλήθειας. Εξ ου και η θέρμη της ακριβολογίας στην ομιλία, με την ευκαιρία της απονομής του Βραβείου Νόμπελ: «Μια εικόνα πελάγους από τον Όμηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Rimbaud την αναφέρει σαν mer mêleé au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ένα κορίτσι που κρατάει έναν κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιώνει σ’ έναν πίνακα του Matisse και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας. Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μια παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας, δεν διαφέρει πολύ».
*
Στο βαθμό μάλιστα που «ακόμη και η απλούστερη λέξη προϋποθέτει το σύνολο της Δημιουργίας», όπως διατείνεται ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, τότε ακόμη και τα σύστοιχα ή αντίστοιχά τους, δηλαδή τα καίρια ζωγραφικά σημεία, εκείνα ακριβώς τα οποία ο πεπρωμένος Οδυσσέας Ελύτης εμπιστεύεται, προωθεί και μνημειώνει, ανακεφαλαιώνουν το συσσωρευμένο νοηματικό όγκο των επιθυμιών για αυτοανύψωση του ανθρώπου σε υπεράνθρωπο του χρόνου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.