Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης: Howard Jacobson Το όνομά μου είναι Σάιλοκ Μετάφραση: Νίκος Παναγιωτόπουλος Εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 378  

Διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε τον Σαίξπηρ

 

   Οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες του βιβλίου, σύγχρονοί μας, κατά τρόπο άμεσο κι εξαιρετικά φροντισμένο από σημασιολογική τακτική, αμφότεροι υπήκοοι του Ηνωμένου Βασιλείου, εμφανώς αμετανόητοι αλαζόνες, πατέρες ανυπότακτων, καταστατικά θυμοειδών, δηλαδή ερωτομανέστατων θυγατέρων, ήτοι ο έμπορος προϊόντων τέχνης Σάιμον Στρούλοβιτς και ο αβυσσαλέος Σάιλοκ, οίκοθεν νοείται εμφανείς απόγονοι του Μωυσή και του Αβραάμ, επικοινωνούν άμεσα με τους απαιτητικούς αναγνώστες του μεταμοντερνισμού. Δρουν ως να ήταν τα αρχέτυπα μιας εξαντλητικής, διαχρονικής φαρσοκωμωδίας χαρακτήρων. Όντας εκ προοιμίου συνομιλητές εκείνου του εμβληματικού συγγενούς τους, ο οποίος στοιχειώνει τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ, διαχειρίζονται μύθους και πραγματικότητες με την άνεση ταχυδακτυλουργών. Στα μανίκια τους είναι έτοιμος να θριαμβεύσει ο άσσος της πλέον λειτουργικής διακειμενικότητας. Πρόκειται για καθόλα πειστικότατες περσόνες. Κι όταν ο Σάιμον Στρούλοβιτς από τον εραστή της δεκαεξάχρονης κόρης του, τον ποδοσφαιριστή Γκρέιταν Χόουσομ, που χαιρετά με ασύγγνωστη επιπολαιότητα ναζιστικά στα γήπεδα, να υποστεί περιτομή, αν όντως θέλει να νυμφευθεί την εν λόγω, η αφήγηση αποκτά μιαν άλλη διάσταση, εντελώς βιβλική. Οι συγκρούσεις οδηγούν μαθηματικά στο τελικό συμπέρασμα, όπως το υποστηρίζουν οι προαναφερόμενοι δύο φορείς των παλαιοδιαθηκικών διδαγμάτων: η περιτομή δεν συνιστά δηλαδή πανηγυρική πράξη βαρβαρότητας ούτε απολίθωμα της ιδεοληψίας άτυχων νομάδων, αλλά έμπρακτη παραδοχή της μετάβασης από την αγριότητα των ζωωδών ενστίκτων στον μέγα πολιτισμό της φρόνησης. Αν τελικώς αποφεύγεται η αιματηρή αυτή επέμβαση στο εγώ του Άλλου, αυτό οφείλεται στην υπεροχή ενός βαθύτατου, εμβληματικού αισθήματος ελέους. Περιττό να τονισθεί ότι κι αυτό αποτελεί κατάκτηση των βιβλικών Πατέρων.

     Ο πολύπειρος μυθιστοριογράφος, ο οποίος έχει αποσπάσει, ως γνωστόν, το Βραβείο Booker πριν από έξι χρόνια, ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του εκδότη του να οικοδομήσει κι αυτός ένα έργο στη βάση του σαιξπηρικού corpus, μας παρουσιάζει μιαν αφοπλιστική εκδοχή καθαρόαιμων τέκνων του Ισραήλ, υποδειγματικά αφοσιωμένων στις πατροπαράδοτες αρχές τους. Έτσι και ο Σαίξπηρ ανανεώνει για μια ακόμη φορά το κριτικό μας ενδιαφέρον και ο ταλαντούχος Howard Jacobson αποδεικνύει στο πεδίο των εξειδικευμένων εφαρμογών του δημιουργικού λόγου την ασκημένη ικανότητά του να συνομιλεί με τον σημαίνοντα αυτόν εκπρόσωπο της δυτικοευρωπαϊκής λογοτεχνίας, τα έργα του οποίου, σημειωτέον, μελετά εξονυχιστικά επί έτη.

   ‘Έστω, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, ένα δείγμα των υφολογικών προαιρέσεων: “Ο Στρούλοβιτς κοίταξε επί ώρα τα αγριεμένα, μελαγχολικά μάτια του καλεσμένου του. Τα δικά του ήταν αδιάφορα. Ένα μαργαριταρένιο, αβέβαιο γκρίζο, το χρώμα της Βόρειας θάλασσας μέρα με φουρτούνα. Του Σάιλοκ ήταν βαθιές λίμνες κυψελωτής όμπρας, σαν παλιά ελαιογραφία που κατά κάποιον τρόπο  – όχι λόγω αποκατάστασης, αλλά από ακούσιο τρίψιμο – είχε ανακτήσει τη λάμψη της. Ήταν σκοτεινά, αλλά το σκοτάδι του Ρέμπραντ  – ένα σκοτάδι γεμάτο φως. Η ειρωνεία ήταν πως, όταν ο Στρούλοβιτς κοίταξε μέσα τους, ένιωσε λες και βρισκόταν σε κρύπτη εκκλησίας. Δεν μοιάζουμε σε τίποτα, σκέφτηκε, αν εξαιρέσεις αυτό που νιώθουμε για τις κόρες μας. Τι να έβλεπαν, άραγε, οι εθνικοί που να μαρτυρούσε ότι ήταν και οι δύο Εβραίοι;”. Συγκρατώ ότι και οι δύο φρονούν ότι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα επείγεται να υπονομεύσει τις ηθικές τους αντοχές. Άλλωστε, η νομιμότητα της στάσης τους κατάγεται από τη νομιμότητα, την οποία θέσπισαν αιώνες  θυσιαστικής ή και αυτοθυσιαστικής στρατηγικής. Γι’  αυτό και τους σκοτώνει απλά και μόνον η ιδέα του ονείδους. Ό, τι δηλαδή χαρακτηρίζει κατ’  εξοχήν έναν άλλο φιλολογικό τους όμαιμο, ο οποίος προηγήθηκε κατά πενήντα δύο χρόνια, εννοώ εδώ τον Αμερικανοεβραίο πανεπιστημιακό καθηγητή, αμφιλεγόμενο συγγραφέα κοινωνικοπολιτικών δοκιμίων, προερχόμενο από τον Καναδά, γόνο περιστασιακών λαθρεμπόρων, ονόματι Μόουζες  Ελκανά Χέρτσογκ, σαράντα επτά ετών, με δύο διαζύγια στο παθητικό τομέα της ζωής του, με δύο ανήλικα παιδιά στον ενεργητικό τομέα του πυρετώδους βίου του. Συνιστά, ως γνωστόν,  δημιούργημα του νομπελίστα Σωλ Μπέλοου (1915-2005). Οι Σάιμον Στρούλοβιτς και Σάιλοκ αγωνίζονται να υπάρξουν ως υπερήφανοι εκπρόσωποι της αρχαίας τους φυλής, χωρίς να συναινέσουν επ’  ουδενί το ατόπημα της αποδόμησής τους από τους συνήθως επιθετικούς ετέρους. Κι είναι αυτό ακριβώς, το οποίο συνιστά εξ ορισμού το βασικό μέλημα της ειδικότερης συμπεριφοράς του Μόουζες Ελκανά Χέρτσογκ. Και οι τρεις τους εννοούν να καταλάβουν “εξαπίνης τα σημαντικά πράγματα, με κάποιο διασκεδαστικό στρατήγημα”. Αντιλαμβάνονται “την άβυσσο του συναισθήματος” την οποία οφείλουν να αντιμετωπίσουν, όταν είναι σχεδόν απίθανο πλέον “να καταφύγουν στις εκκεντρικότητές τους για να βρουν ανακούφιση”. Όντας “φιλόδοξοι πνευματικά”, απεχθάνονται εξ ίσου “την εξευτελιστική κωμωδία της θλίψης”. (Βλ. Χέρτσογκ, σε μετάφραση του Δημήτρη Στεφανάκη, των εκδόσεων Καστανιώτη).

     Επισημαίνω ότι η εξιστόρηση δεν παραλείπει  να  παραπέμψει ευθέως ή εμμέσως πλην σαφώς, μεταξύ άλλων, στην Παλαιά ή στην Καινή Διαθήκη. Αρκεί μόνο να μνημονεύσω την κρίσιμη φράση στη σελίδα 167 “ Ιδού πως ο σκύλος γυρνάει στα ξερατά της αυτολύπησης και χαίρεται μονάχα όταν πιστεύει πως θέλουμε να πάει στην κόλαση”. Αποτελεί κρίσιμη υπόμνηση του καινοδιαθηκικού χωρίου :   “συμβέβηκε δὲ αὐτοῖς τὸ τῆς ἀληθοῦς παροιμίας, κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα, καί, ὗς λουσαμένη εἰς κύλισμα  βορβόρου”. Ανατρέχω εδώ στην Β’ Επιστολή του Αποστόλου Πέτρου, εδάφιο β΄ 20-22. Ανάλογα ισχύουν και για φράσεις ή αφορισμούς, που γνωρίζουν πώς να κλείνουν μάτι στους υποψιασμένους αναγνώστες. Όπως συμβαίνει φέρ΄ ειπείν στην επιλογική σελίδα 350, όπου το αξίωμα “Το παν είναι η ετοιμότητα” προέρχεται από το σαιξπηρικό καταπίστευμα και συγκεκριμένα από τη δεύτερη σκηνή της πέμπτης πράξης του Άμλετ, ήτοι “ The readiness is all”.

    Κοντολογίς Το όνομά μου είναι Σάιλοκ εγγράφεται μέσα στη μήτρα τού σαιξπηρικού προτύπου, όχι ως αναιδής προέκταση, αλλά ως υπόμνηση κειμενικού χρέους. Η επάρκεια του συγγραφέα μας πρόσφερε ένα υποδειγματικό προϊόν αισθητικής. Στον αντίποδα των μιμήσεων ή των ασύστολων αντιγραφών του συρμού, ομιλεί με παρρησία ο δικός του Σάιλοκ. Η μετάφραση αντιμετώπισε με προφανή επιδεξιότητα τις πολλαπλές προκλήσεις του πρωτοτύπου.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.