Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης: Irvin D. Yalom: Η θεραπεία του Σοπενχάουερ, Μετάφραση: Ευαγγελία Ανδριτσάνου, Γιάννης Ζέρβας, Εκδόσεις Άγρα

  Έχουν περάσει 202 χρόνια από τότε που ένας πείσμων, αυταρχικός Γερμανός, οικονομικά ανεξάρτητος και φανατικός φιλέλληνας, ο πολύγλωσσος Αρθούρος Σοπενχάουερ, ο οποίος αφομοίωσε στην εποχή του όσο ελάχιστοι τη θεωρία των πλατωνικών ιδεών, δημοσίευσε το θεμελιώδες έργο του Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση. Γραμμένο εξ ολοκλήρου προτού ο συγγραφέας συμπληρώσει τα τριάντα χρόνια του, το βιβλίο αυτό μαζί με το αναπόφευκτο συμπλήρωμά του, που κυκλοφόρησε το 1844, αποτελεί απόκτημα του φιλοσοφικού λόγου εν γένει. Επιβίωσε άνετα έως τις ημέρες μας λόγω της ομολογούμενης ευθύτητάς του, της σαφήνειας των ενίοτε εκκεντρικών, εν μέρει προφητικών πορισμάτων του, της εννοιολογικής τόλμης και της γοητείας των υφολογικών του επιτεύξεων. Σημειώνω ότι ήδη έχει κυκλοφορήσει πριν λίγους μήνες από τις εκδόσεις Ροές / Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη, σε ηλεγμένη μετάφραση και με υποδειγματική επιμέλεια του επαΐοντος Δημήτρη Υφαντή, σε ένα τόμο το Α΄ και το Β΄ Βιβλίο του Μέρους Α΄.

Μάλιστα, ο  Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ο οποίος πίστευε ακράδαντα ότι ο Σοπενχάουερ προσέγγισε την πλήρη κωδικοποίηση όλων των νόμων που διέπουν τη λειτουργία του σύμπαντος, έμαθε γερμανικά μόνο και μόνο για να απολαύσει τα σημαδιακά του κείμενα στο πρωτότυπο. Ένας μαθητής και συνεργάτης του Rοllο May, ο Irvin D. Yalοm (1931-), ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στάνφορντ των ΗΠΑ, που θεωρείται σήμερα ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της υπαρξιακής σχολής στην ψυχιατρική, αφού μελέτησε συστηματικά επί έτη τα λεγόμενα ανορθολογικά και πολλές φορές κατασυκοφαντημένα, αλλά για μερικούς άλλους ιδιαιτέρως προσφιλή βιβλία-τιμαλφή τού Σοπενχάουερ, τον εγκατέστησε τεχνηέντως ως κεντρικό πρόσωπο, ως σημαίνοντα πυλώνα στο παρόν μυθιστόρημα. Συγγραφέας του σοβαρότερου και πληρέστερου εγχειριδίου υπαρξιακής ψυχοθεραπείας, που τιτλοφορείται Existential Psychοtherapy, το οποίο ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει στη γλώσσα μας επίσης από την «Άγρα», ο Yalοm αναδεικνύει τον ανθρωπομέτρη Σοπενχάουερ, όχι σε βάρος της φιλοσοφικής συμβολής αλλά σε άμεση συνάφεια με αυτήν. Άλλωστε ο Σοπενχάουερ, προλαβαίνοντας κατά μισόν περίπου αιώνα τον περιώνυμο Φρόιντ στην πολύπλευρη εξέταση των εξωλογικών ή ασύνειδων δυνάμεων, που προκαθορίζουν επιλογές του βίου μας, θεωρήθηκε δικαίως πατέρας της νεωτερικής ψυχολογίας.

Όσο κι αν μερικοί προσπάθησαν κατά καιρούς να θάψουν τον πότε ελαφρώς, τον πότε ειδεχθώς παρεξηγημένο φιλόσοφο, κάτω από τον μονόπλευρο συνήθως ισχυρισμό ότι προπαγάνδισε μιαν αντι-ιστορική και αδιέξοδη απαισιοδοξία, ό,τι ακριβώς διδάσκουν τα περισσότερα ανά την υφήλιο πανεπιστήμια, ο

Irvin D. Yalοm αναλαμβάνει κι αυτός με τη σειρά του να αναστηλώσει τον Σοπενχάουερ. Πράγματι μας αποδίδει όχι έναν αλάνθαστο, φιγουράτο γκουρού, αλλά αντιθέτως έναν δυναμικό, ρηξικέλευθο σκαπανέα του αδυσώπητου ρεαλισμού, που μας περιβάλλει από τη γέννησή μας έως τη θλιβερή ή μη έξοδό μας από τη ζωή.

Εχοντας προφανώς υπόψη του τη γενικότερη αποτίμηση του Τόμας Μαν, ο οποίος τόνιζε συχνά ότι ο κόσμος πάντα αισθανόταν την πνευματική προσφορά του διάσημου πλέον συμπατριώτη του «ως εξεχόντως καλλιτεχνική και μάλιστα ως καλλιτεχνική φιλοσοφία κατ εξοχήν», ο Yalοm φρονώ ότι εκπληρώνει, με τη Θεραπεία του Σοπενάουερ ένα ηθικό χρέος απέναντι στο ίνδαλμα των φοιτητικών του και όχι μόνον χρόνων. Ο ψυχαναλυτής-μυθιστοριογράφος, που έχει δηλώσει απερίφραστα, όταν του απονεμήθηκε το βραβείο Όσκαρ Πφίστερ, τον Μάιο του 2000, στο πλαίσιο της συναφούς ευχαριστήριας ομιλίας του, ότι η φιλοσοφία τού χρησιμεύει πάντα περισσότερο ως επιβεβαίωση παρά ως έμπνευση, απογειώνει τη φαινομενικά ιδεαλιστική φιλοσοφία του Σοπενχάουερ στον εξαιρετικά ευαίσθητο, συγκρουσιακό χωρόχρονο της σύγχρονης θεραπευτικής μεθόδου της ομαδικής ψυχοθεραπείας. Οι όποιες μάλιστα σοπενχαουερικές ήττες στο πεδίο της ψυχολογικής θεωρίας αρχίζουν να μοιάζουν, προς το τέλος του μυθιστορήματος, με κάποιες από τις μάχες που έχασε ο Ναπολέων ή τις συνθέσεις που δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει ο ημέτερος Σολωμός -είναι ασφαλώς ατυχείς αλλά ένδοξες.

Ο Τζούλιους Χέρτσφελντ, ο επινοημένος ψυχίατρος, που ικανοποιεί τις πολλαπλές δομικές ανάγκες του καλώς οργανωμένου αυτού μυθιστορήματος, είναι ασφαλώς μια διεξοδική παραλλαγή του χαρακτήρα του Irvin D. Yalοm, ενώ ο εριστικός, άκρως συμπλεγματικός, ιδιοφυής ασθενής, μετέπειτα ψυχοθεραπευτής, Φίλιπ Σλέιτ, ο χαρισματικός αντίπους του Χέρτσφελντ, συνιστά μια δυναμική καρικατούρα του Σοπενχάουερ. Έτσι το πλατύ κοινό μαθαίνει, φέρ’ ειπείν, ότι αφού διόρθωσε ευφυώς τον Καντ, βαφτίζοντας «βούληση» το Das Ding as sich, δηλαδή το πράγμα καθαυτό, λοιδορώντας με φανατισμό τους «συναδέλφους» του Σέλινγκ και Φίχτε για την εσφαλμένη διάκριση ιδεατού-πραγματικού και αφού αποδόμησε σκαιώς τον Έγελο, αποκαλώντας τον, μεταξύ άλλων, «τσαρλατάνο», ο Σοπενχάουερ αφοσιώθηκε απερίσπαστος έως τη δύση του βίου του στην προβολή της φιλοσοφίας του.

Με αυτό τον τρόπο ο αναγνώστης εθίζεται από την αρχή να διαβάσει τη Θεραπεία σαν να ήταν ένα τριπλό πόνημα. Δηλαδή ως έμμεση αυτοβιογραφία του συγγραφέα, ως μυθοπλαστική σπουδή των δευτερευόντων αλλά εξαιρετικά ενδιαφερόντων ανθρωπολογικών τύπων, που αποζητούν μανικά την αυτοκάθαρσή τους μέσα από αλλεπάλληλες καυστικές εξομολογήσεις, ήτοι των Ρεμπέκα, Παμ, Γκιλ, Τόνι, Μπόνι και Στιούαρτ, αλλά και ως βιογραφία του ίδιου του Σοπενχάουερ, η οποία κατά κύριο λόγο στηρίζεται στη θαυμάσια εργασία του Rudiger Safranski, Schοpenhauer and the Wild Years οf Philοsοphy (Harvard University Press, 1989), που παραμένει αδικαιολόγητα αμετάφραστη στη γλώσσα μας.

Ο περίεργος μονήρης της Δρέσδης και της Φρανκφούρτης, που πολλοί τον είπαν μισάνθρωπο, γίνεται επιτέλους συμπαθής. Η διεισδυτική, εικονοκλαστική σκέψη του, στην οποία φοίτησε συστηματικά ο Νίτσε, και αργότερα ο Βιτγκενστάιν, ο οποίος είχε, ως γνωστόν, κάτω από το μαξιλάρι του για πολύ καιρό ένα πολυδιαβασμένο αντίτυπο του προαναφερόμενου, πολύσημου έργου, γίνεται προσιτή και στον μέσο αναγνώστη. Ο λόγος αυτός αρκεί για να κατατάξουμε τον

Yalοm στους πρωτοκλασάτους ανά τους αιώνες «ευαγγελιστές» του Σοπενχάουερ.

Στο δόκιμο μεταφραστικό ζευγάρι οφείλουμε ευχαριστίες και για τη μεταφραστική αυτή επιτυχή πρωτοβουλία του. Αποστερώντας μάλιστα το «h-χ» από το επίθετο του φιλοσόφου, τον έκανε περισσότερο Έλληνα. Κάτι που εκείνος θα ενέκρινε, φαντάζομαι, με ευχαρίστηση.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.