Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Ειρήνη Χριστινάκη: Θάνατος ο κατηργημένος!

 Θάνατος ο κατηργημένος!

 

Χριστός Ανέστη! Τέτοια μέρα κλήρος και λαός, αναφωνεί ότι ο Άδης “επικράνθη” και ο θάνατος “κατηργήθη”! “Νιώθω πολύ τυχερή που αν και γεννήθηκα Χριστιανή χωρίς να το επιλέξω, θα πεθάνω Χριστιανή” μου είπε κάποτε μια αγία ψυχή. 

Το να είσαι Χριστιανός, σημαίνει ότι ζεις για να πεθάνεις και να αναστηθείς χωρίς καμία άλλη ταυτότητα, παρά μόνον εκείνη της Υπάρξεως μαζί με τον Χριστό. Για τους Χριστιανούς ο θάνατος είναι Nόμος κατηργημένος. Κάθε Νόμος είναι μια  κατασκευασμένη υπόθεση, ένα “τότε” που εξαρτάται από ένα “αν”.

Ο θάνατος είναι συμβάν, αλλά δεν είναι πραγματικός, γιατί δεν αποτελεί στοιχείο της κτιστής Δημιουργίας. Για να καταλάβουμε τη φύση του, μπορούμε να βοηθηθούμε από τη διήγηση της Γενέσεως την οποία ερμήνευσαν και κατανόησαν σε βάθος οι Πατέρες τη Εκκλησίας. Διδάσκουν λοιπόν οι Άγιοι και φωτισμένοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας ότι μετά την Πτώση οι Πρωτόπλαστοι φορούν “δερμάτινους χιτώνες” που υπόκεινται στον θάνατο και τη φθορά. Η πρωταρχική αιτία του θανάτου είναι η Πτώση, ένα γεγονός που έπεται της Δημιουργίας.  

Ο θάνατος απουσιάζει από τον κόσμο των Ιδεών του Πλάτωνα και τους λόγους των όντων του Μαξίμου του Ομολογητή. Στον θεϊκό Νου δεν υπάρχει διάκριση  μεταξύ της Θείας σύλληψης των λόγων των όντων και της Θείας μνήμης των όντων. Όμως, είναι δυνατό μία σύλληψη της Παντογνώστου Αυτοσοφίας να σβηστεί από τη Μνήμη της, αφού η Μνήμη του Θεού υπάρχει αϊδίως και δεν γνωρίζει παρελθόν, παρόν και μέλλον; Πως να λύσει κανείς έναν τέτοιο γρίφο, όταν η απάντηση είναι αθέατη, χαμένη μέσα στον απροσπέλαστο γνόφο του μυστηρίου της Θεογνωσίας; 

Ούτε ο προπτωτικός Άνθρωπος, ο οποίος έχει  καλύτερη γνώση του Θεού από εμάς τους μεταπτωτικούς, θα μπορούσε να λύσει αυτόν τον γρίφο. Ως κατ΄ εικόνα Θεού πλασμένος, ο προπτωτικός Άνθρωπος γνωρίζει τα κτιστά όντα μέσω της θεωρίας τους, αρκείται σε αυτή τη γνώση και δεν τον απασχολούν τέτοιου είδους γρίφοι. Αρκείται στη δυναμική προοπτική του καθ΄ομοίωσιν και στην διαρκώς αυξανόμενη αγάπη του προς τον Πλάστη και Πατέρα του. Οι αναβαθμοί της γνώσης του Θεού και της αγάπης προς τον Θεό δημιουργούν εκείνο το είδος ευτυχίας που πληροί όλη την Ύπαρξη. Ως οικονόμος της Κτίσης θεωρεί τον εαυτό του και όλα τα κτιστά όντα και έτσι γνωρίζει τα πάντα για την Κτίση. Η θεωρία των όντων ταυτίζεται με τη μνήμη τους. Η νοητική παράσταση, αυτό που με απλά λόγια ονομάζουμε φαντασία, είναι άγνωστη στον προπτωτικό Άνθρωπο. 

Αν μπορούσε κάτι να σβηστεί από τη Μνήμη του Θεού, τότε θα έπαυε από την αρχή της δημιουργίας του. Κάτι που δεν υπήρξε ποτέ εκφεύγει του ερωτήματος της ζωής και του θανάτου. Δεν μπορεί να ζήσει, ούτε και να πεθάνει. Ούτε ηζωή -, όπως την αντιλαμβάνεται ο μεταπτωτικός Άνθρωπος, χειραφετημένη από την Μνήμη του Θεού- υπάρχει οντολογικά, ούτε ο θάνατός της.

Τότε, αφού δεν υπάρχει θάνατος, τι είναι ο βιολογικός θάνατος; Ο Χριστός τον χαρακτήρισε “ύπνον” για να καταδείξει ότι δεν είναι κάτι το οριστικό. Το σώμα κοιμάται για να εγερθεί η ψυχή στην Αιώνιο Ζωή, όπου προσδοκά την Ανάσταση του σώματός της και την επανένωσή της μαζί του. Οι επί γης ζωντανοί προσδοκούν την Ανάσταση των νεκρών. Οι εν ουρανώ ζωντανοί μπορούν να προσδοκούν την Ανάσταση των επί γης πνευματικά νεκρών;

Τι σημαίνει, όμως, πνευματικά νεκρός; Οι Απόστολοι και οι Πατέρες της Εκκλησίας βρήκαν μια έτοιμη απάντηση για τον βιολογικό θάνατο από τον ίδιο τον Κύριο. Από τα πρώτα της βήματα η Εκκλησία προρεύτηκε με τη βεβαιότητα ότι ο θάνατος είναι  μια μετάβαση από την επίγεια ζωή στην ζωή της Βασιλείας. Το ερώτημα όμως για τη φύση του πνευματικού θανάτου αναζητεί απαντήσεις που χάνονται στο βάθος  εσχατολογικού μυστηρίου.

Οι Απόστολοι μαθητές του Χριστού, με τα όσα άκουσαν από τον Διδάσκαλο τους, ο Απόστολος Παύλος με τα όσα είδε κατά την αρπαγή του στον τρίτο ουρανό, και οι Πατέρες της Εκκλησίας δια του φωτισμού του Αγίου Πνεύματος μεταδίδουν στην ανθρωπότητα την άνωθεν πληροφορία αξιοποιώντας και σε αυτή την συνάφεια  τη ρήση του Κυρίου ότι ο θάνατος είναι ύπνος. Παρά τις διάφορες κατά καιρούς περιγραφές περί Κολάσεως και περί της κατάστασης των κολασμένων ψυχών, οι οποίες έχουν παιδαγωγική χρησιμότητα – κυρίως για τον άνθρωπο της προνεωτερικής εποχής, γιατί ο σύγχρονος δεν ενδιαφέρεται για το Επέκεινα, δεν επιζητεί τη λύτρωση ούτε σε αυτήν, ούτε στην Άλλη ζωή- το αειθαλές και αμάραντο consencus patrum προσεγγίζει το μυστήριο του πνευματικού θανάτου και πάλι με την εικόνα του  ύπνου. Για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι ύπνος του πνεύματος, μια ασύνειδη απουσία της συνείδησης από την συνείδηση της, η απόλυτη μόνωση από τον εαυτό και από τους άλλους. Είναι με άλλα λόγια η παντελής έλλειψη της συνειδητότητας της ψυχής ότι υπάρχει στη Μνήμη του Θεού και ότι ο λόγος της συλλαμβάνεται και θεάται από τον Ένσαρκο Λόγο και Υιό του Πατρός. Να λοιπόν το παράδοξο της Πτώσης! Ο Άνθρωπος πέτυχε να δημιουργήσει εκ του μηδενός το ενδεχόμενο της αυτοσβέσεως της συνείδησης της ύπαρξής του από τη Μνήμη της Παντογνώστου Αυτοσοφίας, η οποία είναι άσβεστη, αναλλοίωτη, απαθής, απρόσβλητη.  

“Πεθαίνω πνευματικά” σημαίνει ότι παύω να είμαι υποκείμενο, στερούμαι της συνείδησης ότι είμαι ορατός  από οποιαδήποτε συνείδηση, ακόμη και τη δική μου. Όταν η ψυχή μου έχει εντελώς λησμονήσει, σαν να μην γνώριζε ποτέ ότι ως κτιστό δημιούργημα του Άκτιστου Λόγου θεωρείται από τα όντα και τον Όντα. Όταν στο καταρρακωμένο και θρυμματισμένο κατ’ εικόνα δεν υπάρχει ούτε ένα αρραγές σημείο που να μπορεί να καθρεφτιστεί πάνω του ο Χριστός. “Πεθαίνω πνευματικά” όταν έχω λησμονήσει ότι υπάρχω στη Μνήμη του Θεού και στη μνήμη των ζώντων. 

Μετά την Ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Πατρός αποκαλύπτεται από τον Θεάνθρωπο ότι ο βιολογικός θάνατος είναι ύπνος. Η Ανάσταση είναι η ιστορική επαλήθευση αυτής της Αποκάλυψης. Όποιος δεν πιστεύει στην ιστορικότητα της Ανάστασης δεν μπορεί να λάβει το όνομα του Χριστιανού. Η πραγματικὀτητα της Ανάστασης, για τον Χριστιανό, δεν είναι μυθοπλασία, είναι γεγονός. Εκείνος που αρνείται την Ανάσταση, πιστεύει στην πραγματικότητα του θανάτου. Μπορεί να παρηγορηθεί με την άφθαστη Πλατωνική Θεωρία, που αντισταθμίζει την απουσία της Ανάστασης με την Αθανασία της Ψυχής, ή σε όποια άλλη υποδεέστερη επινόηση για να αντιμετωπίσει τον “φόβο του θανάτου”. Πώς να ανασχεθεί, όμως,  η θεία επινόηση από τις ανθρώπινες; Γιατί αυτό είναι εν τέλει ο Νόμος του θανάτου, αν διαβάσει κανείς την διήγηση της Γένεσης, υπό το φως της Ανάστασης, μια επινόηση του Δημιουργού, η οποία δεν περικλείεται στην κτιστή Δημιουργία, αλλά έπεται της Δημιουργίας.

Επειδή ο θάνατος δεν περιλαμβάνεται στους λόγους των όντων, δεν έχει οντολογική υπόσταση. Μπορούμε να πούμε ότι η αρχή του δεν είναι φυσική. Όμως τι είναι; Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πλασματική; Όμως πως είναι δυνατόν κάτι που δημιουργεί ο Νους του Όντος, να είναι πλασματικό και όχι πραγματικό; Η αντίφαση αντιμετωπίζεται αν διαβάσουμε υπό το Φως του ιστορικού γεγονότος της Ανάστασης του Χριστού το κρίσιμο σημείο της Γενέσεως, όπου ο Θεός, εκτός από Δημιουργός της Ζωής γίνεται και Νομοθέτης του θανάτου. Ο Κτίστης καλεί τον άνθρωπο να ζήσει σε έναν όμορφο οίκο που του παραχωρεί ολοσχερώς. Με την απαγόρευση της βρώσης του καρπού του Κήπου της Εδέμ ο Κτίστης απλώς θέτει ένα συμβολικό τίμημα, για να μην ξεχνά ο Άνθρωπος ότι δεν είναι ιδιοκτήτης, αλλά φιλοξενούμενος αυτού του υπέροχου κόσμου στον οποίο τον τοποθέτησε για να ζήσει ως Βασιλιάς. Παρεμβάλλει στο έργο των Φυσικών Νόμων συντήρησης αυτής της φιλόξενης εστίας, το ανθρώπινο Αυτεξούσιο. Ο Άνθρωπος καθίσταται συνυπεύθυνος στη συντήρηση και την προστασία της Δημιουργίας.

Οι Πρωτόπλαστοι δεν έφεραν αντίρρηση στη θέσπιση του Νόμου του θανάτου, γιατί όντας σε κοινωνία με τον Πατέρα τους και βιώνοντας την πληρότητα στην γνώση και την αγάπη, είχαν την ακράδαντη πίστη ότι ο Νόμος του θανάτου θα παραμείνει στη σφαίρα του Απίθανου. Ως συνεργάτες του Θεού στο έργο της συντήρησης της φυσικής Δημιουργίας διαλέγονται μαζί Του και εγγυώνται με τη ζωή τους ότι θα την προστατεύουν. Ο θάνατος, λοιπόν, είναι μία “κατασκευή”, ένα προϊόν διαλόγου του Θείου Νοός με τον κτιστό ανθρώπινο νου. Έτσι εξηγείται ότι παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται στην Γένεση ως θεία επινόηση, ο Νόμος του θανάτου είναι μια έννοια πλασματική που στερείται οντολογίας.

Η σχέση των Πρωτοπλάστων με τον Θεό ήταν κοινωνία αγάπης. Είναι αδιανότητο σε μια τέτοια κοινωνία να αποτελεί ζητούμενο η δικαιοσύνη. Η κοινωνία αγάπης είναι αυθεντική, πηγαία, αυτονόητα αλληλοπεριχωρητική, ανεπιφύλακτη, υπερκείμενη κάθε όρου, κάθε σύμβασης, κάθε επιφύλαξης, κάθε Νόμου. Η αγάπη μεταξύ προσώπων είναι δυναμική έννοια και δεν χρειάζεται συντήρηση εφόσον βαθαίνει και αυξάνεται. Όσο ο Άνθρωπος δοκιμάζει τους καρπούς της του Κήπου της Εδέμ,τόσο σμικραίνουν οι επιλογές της ανικανοποίητης γνώσης και απόλαυσης, τόσο αποκτά μεγαλύτερη αξία ο αδοκίμαστος απαγορευμένος καρπός, τόσο βαθαίνει η θυσία, τόσο αυξάνεται η αγάπη των λογικών πλασμάτων προς τον Πλάστη τους.

Η τραγική στιγμή της Πτώσης ανατρέπει το ειδύλλιο μεταξύ Θεού και Ανθρώπου. Η κοινωνία των όντων διασπάται σε δύο πλευρές. Τους δύο, και τον Έναν. Ο Νομοθέτης γίνεται Δικαστής, οι εγγυητές της κοσμικής αρμονίας κατηγορούμενοι. Παραμένει όμως ο Δικαστής Πλάστης και Πατέρας των ενόχων. Δεν επιβάλλει αιτιοκρατικά την κεφαλική ποινή, αλλά ανοίγει έναν νέο διάλογο κρίσης που συνεχίζεται και μετά την κατάγνωση της ενοχής τους μέχρι την ετυμηγορία.

Το παράδοξο της Πτώσης συνεχίζεται με άλλο ένα παράδοξο. Η ετυμηγορία δεν είναι μονομερής απόδοση δικαιοσύνης του Δικαστή αλλά συναπόφαση κρίνονοντος και κρινομένων.  Αντίθετα με οποιαδήποτε έννοια δικαιοσύνης, οι υπαίτιοι παραβάτες του Νόμου συνεχίζουν να έχουν λόγο για το περιεχόμενο της ποινής τους. Και αυτό το αδιανόητο προνόμιο του θείου ελέους γίνεται η αιτία της σωτηρίας τους. Οι Πρωτόπλαστοι αποδέχονται τη θεσμική μεταβολή του Νόμου του θανάτου, ενώ θα μπορούσαν να επιδείξουν εωσφορική υπερηφάνεια. Να εγκαταλείψουν την ελπίδα.  Να μην δεχθούν την επιεικέστερη λύση της αναβολής της εκτέλεσης της ποινής τους. Να παραμείνουν άκαμπτοι και προσκολλημένοι στο πρωταρχικό περιεχόμενο του Νόμου που επιτάσσει τον ακαριαίο,  οριστικό και ολοκληρωτικό αφανισμό τους. Όμως, ταπεινώνονται ενώπιον της αγάπης του Πατέρα, και   αποδέχονται τη μεταβολή του Νόμου του θανάτου.

Με τη συναίνεση των Πρωτοπλάστων ο θάνατος αναβάλλεται και μεταλλάσσεται. Παύει να είναι ένας και απλός. Διαμερίζεται σε δύο είδη, στον βιολογικό και στον πνευματικό. Ο βιολογικός εντάσσεται στην μεταπτωτική φυσική νομοτέλεια, ο πνευματικός διατηρεί την πλασματική του φύση, παραμένει ένα  “τότε” σε ένα δυνητικό και όχι πραγματικό “ αν”. Οι Πρωτόπλαστοι αποδέχονται απαρηγόρητοι αυτή τη συνέπεια, διότι οδυνηρότερη αυτής είναι ή έξοδος από τον Παράδεισο, η άβυσσος του σκληρού και απάνθρωπου κόσμου που ανοίγεται μπροστά τους. Ο βιολογικός θάνατος είναι μόνο μια στιγμή, η στιγμή της κρίσης για την επιστροφή τους. Ο πνευματικός θάνατος είναι ο κίνδυνος της  οριστικής ματαίωσης αυτής της επιστροφής. Ο Θεός αντισταθμίζει αυτόν τον κίνδυνο με την υπόσχεση της Θείας Ενανθρώπησης. Η Ενανθρώπηση θα σημάνει την  οριστική ματαίωση της ενδεχομενικότητας του πνευματικού θανάτου. Στη κατάργηση όμως του Νόμου του θανάτου και πάλι παρεμβάλλεται το ανθρώπινο Αυτεξούσιο.  

Όσοι, παρά την Ανάσταση του Χριστού, πιστεύουν ακόμη στον θάνατο και την ισχύ του δεν προσχωρούν στην μεταπτωτική συνθήκη των Πρωτόπλαστων με τον Θεό Πατέρα, διατηρούν την εκκρεμοδικία με τον Πλάστη τους, σκιαμαχούν με έναν ανύπαρκτο και πλασματικό εχθρό, και συντηρούν τη μετενέργεια ενός καταργημένου Νόμου. Γίνονται εξαρτήματά και υπηρέτες της εκ του  μηδενός απώλειας του Παντός.

Όσοι δεν πιστεύουν στην Ανάσταση καλούνται να αντιμετωπίσουν τον φόβο του θανάτου χωρίς την αγάπη του Ζώντος. Είτε αναλώνουν τον εαυτό τους σε μια  ζωή άκαμπτη, αρτηριοσκληρωτική, χωρίς θείο έλεος, μια κανονιστική ρουτίνα εντολών και απαγορεύσεων, ώστε να δημιουργήσουν μια εύθραστη  ψευδαίσθηση ασφάλειας απέναντι στο μοιραία κατάληξη της ύπαρξή τους. Είτε ξοδεύονται σε μια ζωή ηδονιστικής ή ιδεαλιστικής ακρασίας, κατά το φαινόμενο ελεύθερης μα στην πραγματικότητα ψυχαναγκαστικής, μια ζωής δέσμιας σε μια σειρά από εκλεπτυσμένες “τελετουργίες”, έτοιμη να καταποθεί από τις χίμαιρες των εξιδανικευμένων οραμάτων και των ασίγαστων επιθυμιών τους. Και οι δύο επιλογές υπηρετούν το Ανικανοποίητο της Ύπαρξης, ό,τι πιο σκοταδιστικό μπορεί να σκεφθεί κανείς στους αιώνες της επιστήμης και της τεχνολογίας, ισοδύναμο με την  πανάρχαια δεισιδαίμονα αντίληψη και με τα “ξόρκια” του κακού της προνεωτερικής εποχής.

Ο Χριστιανός πονά, οδύρεται και εκλιπαρεί γονατιστός “ως η πόρνη στους πόδες του Ιησού” για τα αδέλφια που δεν μετέχουν στην αναστάσιμη χαρά του. Γι αυτόν που απορρίπτει την Ανάσταση, πώς να καταργηθεί ο θάνατος; Και πως να χαρεί ο Χριστιανός, όταν υπάρχει έστω και ένας που δεν χαίρεται, που κάμπτεται από το υπαρξιακό του βάρος, που πονά. αγωνιά και συμβιβάζεται με τον θάνατο; Πώς να χαρεί κανείς όταν για κάποιους συνεχίζεται το παράδοξο;  Και πόσο πιο τραγική είναι η θέση του Χριστιανού από εκείνον που δεν έχει τη γνώση ότι  παρά την κατάργηση του θανάτου, ο φόβος του θανάτου συνεχίζει να απειλεί την Ύπαρξη.

Εκείνος που φοβάται τον θάνατο, δεν έχει άλλη λύση. Μόνο μέσα από το παιχνίδι της υπερδυνάστευσης των επιθυμιών, μπορεί να ασκεί στοιχειώδη αντίσταση στην επικυριαρχία αυτού του φόβου, ίσα ίσα για να επιβιώνει, να κρατιέται στη ζωή, να επιμηκύνει τη μάχη με την φθορά και τον χρόνο. Όλες οι θρησκείες και οι κοσμοθεωρίες ακόμη και η αναρχικές θέτουν κανόνες. Φαίνεται ότι το να ακολουθεί κανείς κάποιους κανόνες, ακόμη και τον κανόνα να ζει άναρχα και να μην ακολουθεί κανένα κανόνα, μειώνει την αγωνία του θανάτου, είτε μέσω του συμβιβασμού με τον θάνατο, είτε μέσω της λήθης. 

Ο Αναστημένος Χριστός είναι η τρίτη επιλογή. Αναμετρήθηκε με τον θάνατο και τον νίκησε. Μας ζητά να πράξουμε το ίδιο. Μας αποκάλυψε ότι ζούμε σε ένα κουκούλι, καθηλωμένοι στο έδαφος, και δίνουμε την καθημερινή μας μάχη, ώστε την κρίσιμη μέρα που θα βγούμε από το κουκούλι μας να μπορούμε να πετάξουμε προς το Φως. Τώρα είμαστε καθηλωμένοι στο έδαφος. Το έδαφος δεν μπορεί να ανυψωθεί και να φθάσει στους αιθέρες, αλλά το οξυγόνο του αιθέρα φθάνει  στο έδαφος και το ζωογονεί. Έτσι και η Χάρις του Θεού. Οι άκτιστες ενέργειές της είναι το οξυγόνο που δίνει πνοή στο πνεύμα μας και ζωή στη ζωή μας. 

Όταν έχασα για πρώτη φορά έναν πολύ δικό μου άνθρωπο, τότε έλαβα βιωματική πληροφορία ότι υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο. Κατάλαβα πως το γεγονός του θανάτου δεν είναι ικανό από μόνο του να χωρίσει δυο ψυχές που αγαπιούνται. Όσοι βιώνουν αυτή την πραγματικότητα, τη συνέχιση της κοινωνίας της αγάπης με τον άφαντο αγαπημένο τους, αρχίζουν να κατανοούν το νόημα της Αναστάσεως, και φλέγονται από επιθυμία να είναι αληθινό γεγονός. Θέλουν να πιστέψουν ότι ο  θάνατος είναι πλάσμα δικαίου χωρίς πραγματικό αντίκρισμα. Καλωσορίζουν την ελπίδα. Κάποιοι κατορθώνουν να την κρατήσουν για όλη τους τη ζωή,   κάποιοι όχι. 

Μετά την Ανάσταση του Χριστού, ο Νόμος του θανάτου είναι ανίσχυρος, σε εκείνους που Τον αγάπησαν και Τον αγαπούν μέχρι θανάτου. Οι γονείς ας αγαπάνε τον Χριστό, όπως αγαπάνε τη μάνα, τον πατέρα τον αδελφό τους, για να μάθουν στα παιδιά τους να αγαπάνε τον Χριστό, όπως αγαπάνε τη μάνα, τον πατέρα, τον αδελφό τους. Και αν προσβληθούν κάποια στιγμή στην ζωή τους από τον πειρασμό της αμφιβολίας για το γεγονός της Αναστάσεως, θα υπάρξει η στιγμή που ο Αγαπώμενος θα τους επισκεφθεί. Κι όπως “θεοποιούμε” τους νεκρούς μας, εκείνους που αγαπήσαμε, την μάνα, τον πατέρα, τον αδελφό μας, το ίδιο θα κάνουμε όταν συναντήσουμε τον Χριστό, τον Ζώντα που νομίζαμε για νεκρό. Θα τον αναστήσουμε ξανά μέσα μας και θα τον “αποθεώσουμε” όπως ο Θωμάς, αναφωνώντας “ο Κύριος μου και Θεός μου, δοξασμένο το όνομά Σου εις τους αιώνες των αιώνων!

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.