Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Θανάσης Τριανταφύλλου – Ένα ποίημα

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ 

Σούρουπο φθινοπωρινό, λυκόφως.

Έρημες, μόνες και μουγκές, απόψε εδώ,

Χωρίς διάθεση κουβέντας, είμαστε.

 

Οι άνθρωποι που περιμέναμε να ’ρθουν,

ασμένως, ούτε που πάτησαν, δεν ήρθαν.

Άλλες γωνιές προτίμησαν να παν,

σε τόπους άλλους να καθίσουν.

Κι έτσι, μόνες μας κι άδειες μείναμε,

χωρίς κανέναν ψίθυρο ν’ ακούμε γύρω.

 

Μια βιαστική κυρία απ’ απέναντι περνά 

κι ούτε το βλέμμα της γυρίζει να μας δει·

αλλού ο νους της, φαίνεται, να τρέχει,

σε συγκινήσεις και σε εικόνες άλλες.

 

Εδώ κι εκεί ανάκατες και σκορπισμένες,

της παγερής μας μοναξιάς σημάδια, όποια, 

αναζητούμε την ανάκαμψη να φέρουν,

τη μοναξιά να διώξουν που σκοτώνει.

 

Δεν είμαστε καρέκλες, δα, της εξουσίας.

Γι’ αυτές πελάτες πρόθυμοι υπάρχουν πάντα,

από παλιά! Σκοτώνουν και σκοτώνονται 

γι’ αθέμιτες προτεραιότητες· να κάτσουν πρώτοι.

Απλές καρέκλες είμαστε, βαμμένες,  fer forgé ,

στην ανοιχτή πλατεία ξεχασμένες, μόνες.

 

Κι η νύχτα έρχεται ν’ απλώσει όλα της τα πολλά,

τα τόσο  θλιβερά για μας τις έρημες μαγνάδια.

 

Θ.Τ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.