Loading...
Ολίγα τινάΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κοσμάς Κοψάρης: Μίκης Θεοδωράκης-Ο μαγικός συνθέτης που κοινωνικοποίησε την ποίηση.

Με αφορμή τον θάνατο του κορυφαίου δημιουργού, που έζησε έναν περίπου αιώνα, για να αποτιμηθεί το τεράστιο και ανυπέρβλητο έργο του στους επόμενους αιώνες, ως κριτικός αξίζει να σταθώ σε κάποια λεπτά σημεία-σταθμούς της μουσικής του πορείας. Η μέγιστη παρακαταθήκη του για την ποίηση ήταν ότι της έδωσε μια τεράστια διασταλτική λειτουργία, βγάζοντάς της από το ερμητικό εργαστήρι των λίγων, κάνοντάς την λαϊκό άκουσμα, απόλυτα συνυφασμένο με το συλλογικό όραμα και τις βαθύτερες κοινωνικές αναζητήσεις κάθε ατόμου σε οικουμενικό επίπεδο. Αποτελεί την μοναδική, ενδεχομένως, περίπτωση συνθέτη στον κόσμο που κατάφερε να κοινωνικοποιήσει  στο έπακρο στίχους τραγουδιών εξαίρετων ποιητών, όπως του Ελύτη, του Σεφέρη, του Ρίτσου ή του Νερούντα.

Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι η μελοποιημένη του ποίηση με πασίγνωστα τραγούδια όπως: «Όταν σφίγγουν το χέρι», «Της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», «Μέρα μαγιού μού μίσεψες», «Του μικρού βοριά», «Μυρτιά», συμβολοποιήθηκαν σε κοινωνικούς δείκτες που ξεπέρασαν τα όρια μιας αμιγώς πολιτικοποιημένης εποχής ή ενός καθαρά πολιτικού τραγουδιού συγκεκριμένης ιδεολογίας. Η Μαρία Φαραντούρη είχε πει κάποτε σε σχετική συνέντευξή της ότι είναι δύσκολο να γίνει λόγος για πολιτικό τραγούδι στη σημερινή εποχή, ήτοι σε μια περίοδο που είναι πολύ διαφορετική σε σχέση με τη γενιά του Πολυτεχνείου.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί τί εννοούμε πολιτικό τραγούδι; Εννοούμε ένα τραγούδι που ανακλά τις προγραμματικές θέσεις μια συγκεκριμένης ιδεολογίας,  εστιάζοντας σε τρέχοντα ιστορικά-πολιτικά γεγονότα ή θέτει γερά θεμέλια έντονης κοινωνικής αμφισβήτησης, διοχετεύοντας παράλληλα μηνύματα κοινωνικής ευαισθησίας; Προσωπικά, πιστεύω ότι ο τιτάνιος Μίκης Θεοδωράκης αγγίζει τη δεύτερη περιοχή.

Δεν συμφωνώ απόλυτα με την άποψη ότι οι νέοι του παρελθόντος υπήρξαν περισσότερο πολιτικοποιημένοι σε σχέση με σήμερα, διότι οι καταστάσεις επιτάσσουν κατά περίπτωση διαφορετικό τρόπο κοινωνικής αντίδρασης. Πολιτικοποιημένοι άνθρωποι υπήρξαν και υπάρχουν πάντα. Η μουσική, όμως, του Θεοδωράκη δεν εγγράφεται απόλυτα εκεί. Ακουμπά, κατά κύριο λόγο, στις καρδιές των ανθρώπων που ακολουθούν το ιδιωτικό όραμα ως κάλεσμα στη συλλογικότητα. Οι στίχοι των τραγουδιών του ανάγονται στο μύθο, στην αρχαία ελληνική παράδοση, θέτουν διακειμενικούς λογοτεχνικούς δείκτες, κινηματογραφούν την πραγματικότητα και θεατρογραφούν την κοινωνία.

Θα μπορούσε να κατανοήσει κανείς τους στίχους του Γιάννη Ρίτσου στην απόλυτη έκταση και σημασία τους αν δεν υπήρχε η μουσική του Θεοδωράκη; Ακούγοντας μελοποιημένους τους στίχους «Η ζωή τραβά την ανηφόρα», μπορούμε να καταλάβουμε τι σημαίνει η πολιτεία για τον Γιάννη Ρίτσο στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος». Ο Θεοδωράκης επέλεξε να καταστήσει την ποίηση λαϊκή τέχνη αντί υψηλή, γιατί αυτή υπήρξε η πρόθεση των δημιουργών-ποιητών τους. Σε πρώτο επίπεδο, η μουσική του Θεοδωράκη απευθύνεται στους μοναχικούς ανθρώπους, παροτρύνοντάς τους να βγουν από τον ασφυκτικό κόσμο μιας αφόρητης μοναχικότητας-εξατομίκευσης. Είναι μια μουσική εμβατηριακή με την έννοια της επίταξης στο ανθρώπινο συναίσθημα για ενεργό δράση.

Είναι, επίσης, μια μουσική της μέρας, όχι της νύχτας, γιατί θέτει ανοιχτό ορίζοντα και φωταγώγηση των πιο απόκρημνων στιγμών του υπαρξιακού είναι, τη στιγμή που ο άνθρωπος ανακαλύπτει την κοινωνική επιτελεστική του ταυτότητα και πασχίζει να εδραιώσει τη θέση του στον κόσμο. Σε αυτή τη βάση, τη μουσική του την άκουγε ως ύμνο στην ανθρώπινη αυτοπραγμάτωση τόσο ο φοιτητής που πολεμούσε στο Πολυτεχνείο κατά της θηριωδίας της Χούντας, όσο και ο μοναχικός νέος του σήμερα που αφουγκράζεται μέσα από την μουσική την ποίηση και μέσα από την ποίηση τη ζωή. Εγείρει την ίδια συμπαντική ευαισθησία η μουσική του, όπως το Imagine του John Lennon ή το Le ciel est noir του Bob Dylan.

Οι περισσότεροι από μας έχουμε συγκινηθεί από το λυρισμό του τραγουδιού «Μέρα Μαγιού», χωρίς να γνωρίζουμε την τραγική ανθρώπινη ιστορία του τραγουδιού. Ο σπαραξικάρδιος θρήνος της μάνας στο τραγούδι, ανάγοντάς μας στις μέρες του 1936, απηχεί το ατομικό υπαρξιακό δράμα-πένθος του ενός που μέσω του Θεοδωράκη ανυψώνεται σε δράμα ολόκληρου του έθνους όταν απειλείται να χάσει τη φωνή του στην ανθρωπότητα, καθώς τότε γίνεται καημός, ένα τραγούδι που λειτουργεί ως στυλοβάτης της ποίησης όταν απειλούν να την αφανίσουν ως προς τα βασικά της οικουμενικά μηνύματα. Ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε την μουσική περισσότερο ανθρώπινη από ποτέ γιατί συνέπλεξε το ατομικό με το συλλογικό όραμα. Επέλεξε να είναι ένας συνθέτης ποιητικός, μελοποιώντας την ποίηση της ζωής.

 

Ο Δρ. Κοσμάς Κοψάρης είναι κριτικός. 
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.