Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Η Πατρίτσια Χάισμιθ και η απουσία κάθαρσης

”Το άτομο έχει πολλές σκιές και όλες του μοιάζουν και κατά καιρούς, έχουν όλες την απαίτηση να πάρουν τη θέση του”

Σαίρεν Κίρκεγκωρ

Τα ταξίδια

Η Πατρίτσια Χάισμιθ (1921-1995) δε νοιάζεται για την ηθική, αλλά για τα ταξίδια. Οι Αμερικανοί αρέσκονται στο on the road, ακόμα και μέσα στη χώρα τους. Γιατί η Αμερική είναι μια αχανής χώρα. Ο κόσμος δεν είναι αχανής. Σημαδεύεται από χώρες και τόπους. Τους τόπους που επισκέφθηκες. Τους ανθρώπους που γνώρισες σ’ αυτούς τους τόπους. Τα εδέσματα που δοκίμασες. Τις ιστορίες που άκουσες να διηγούνται. Τα περιστατικά που σου συνέβησαν όταν κοίταζες γύρω σου με περιέργεια και κάποια αμηχανία. Οι παρεξηγήσεις που σου έτυχαν γιατί δεν πρόφερες σωστά μια γαλλική λέξη. Μια ερώτηση που δεν απαντήθηκε. Μια προσδοκία που δεν εκπληρώθηκε. Ένας πόθος που ξεχάστηκε. Ένα βλέμμα που δεν διασταυρώθηκε με το δικό σου.

Στην Χάισμιθ, λοιπόν, άρεσαν τα ταξίδια εντός και εκτός Αμερικής αλλά και όλα αυτά που κρύβουν ή φανερώνουν. Δεν ήταν τουρίστρια, αλλά επισκέπτρια, προσεκτική παρατηρητής, καταγραφέας της γύρω πραγματικότητας και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Πρώτα έριχνε ένα βλέμμα όπως ρίχνεις ένα μεγάλο δίχτυ εκεί που συχνάζουν τα καημένα τα ψάρια. Άλλα τα πιάνεις, άλλα σκίζουν τα δίχτυα και ξεφεύγουν. Μετά όμως παρατηρείς στενεύοντας το διάφραγμα και καταγράφοντας κυριολεκτικά αυτό που θες να καταγράψεις. Έπειτα στήνεις μια φανταστική ιστορία, το σκηνικό προσφέρεται απλόχερα γύρω σου και ξάφνου ένας φόνος ταράζει τα νερά. Ένας φόνος που ένας δολοφόνος πραγματοποιεί. Τα κίνητρα ποικίλουν το ίδιο και η αποκάλυψή του. Η Χάισμιθ, θα λέγαμε πως ταξίδεψε σχεδόν παντού. Πραγματοποίησε στην Ευρώπη τρία ταξίδια, μέχρι το 1963 που εγκαταστάθηκε οριστικά σ’ αυτήν : Λονδίνο, Παρίσι, Μόναχο, Σάλτσμπουργκ, Μαγιόρκα, Νότια Ιταλία, Τεργέστη, Φλωρεντία, Ταγγέρη, Τυνησία… Σχεδόν όλοι οι τόποι της πρόσφεραν μια ευκαιρία να γράψει ένα μυθιστόρημα. Ένα ταξίδι στην Αθήνα και έπειτα μια επίσκεψη στον αρχαιολογικό τόπο της Κνωσού και ιδού το μυθιστόρημα: ”Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου”. Ένας φόνος, μια σχέση και ένα παρελθόν. Ενίοτε το παρελθόν οδηγεί σ’ ένα φόνο.

       Παιδικά και μαθητικά χρόνια

 

Η Χάισμιθ πέρασε άσχημα παιδικά χρόνια που της αφαίρεσαν πολύ γρήγορα την παιδικότητα και τη τρυφερότητά της. Η μητέρα της προκειμένου να μη χάσει το σύζυγό της, πατέρα της Πάτυ, ήπιε νέφτι για να την ρίξει, αλλά δεν τα κατάφερε. Τη γέννησε πέντε μήνες αφότου ο σύζυγός της την εγκατέλειψε. Ξαναπαντρεύτηκε τον Στάνλευ Χάισμιθ, ο οποίος όμως δεν την αναγνώρισε ως κόρη του. Τον βιολογικό της πατέρα τον πρωτοσυνάντησε στα δώδεκα χρόνια της. Αυτή η τραυματική εμπειρία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν ήθελε να μείνει με τη μητέρα και το νέο της σύζυγο, αλλά με τη γιαγιά της, την καθόρισε.

Από τότε διήγε μοναχικό βίο, ακόμα και όταν ερωτεύτηκε γυναίκες. Δεν μπόρεσε να συμβιώσει για πολύ με καμιά τους.

Πριν το γυμνάσιο στα σχολικά χρόνια, αφού είχε δείξει το ταλέντο της στην γραφιστική που ήταν το επάγγελμα των γονιών της, έγραψε μια ιστορία με ένα κουνέλι που το ακολούθησαν δύο παιδιά, ακόμα κι όταν μπήκε σε μια τρύπα και περιέγραψε τον υπόγειο κόσμο που συνάντησαν οι τρεις τους. Στα παιδιά αρέσουν πάντα τα υπόγεια, οι κρυμμένοι θησαυροί, και ό,τι γενικά δεν ανακαλύπτουν οι μεγάλοι. Δηλαδή τα παιδιά πιστεύουν ότι υπάρχει ένας ‘άλλος κόσμος’ που οι μεγάλοι δεν τους τον φανερώνουν και πρέπει να τον ανακαλύψουν μόνα τους.

Στο γυμνάσιο η Πάτυ έγραψε ένα διήγημα το οποίο έδειξε όχι μόνο το πρώιμο ταλέντο της στη συγγραφή αλλά και τη διεστραμμένη φαντασία της. Μία υπηρέτρια βάζει φωτιά στο σπίτι του αφεντικού της για να σώσει τα παιδιά από την πυρκαγιά και να γίνει ηρωίδα. Δεν έγινε δεκτό από την σχολική εφημερίδα για ευνόητους λόγους αλλά δημοσιεύτηκε μετέπειτα και βραβεύτηκε.

       Η ποιητική της Χάισμιθ κι ο Ρίπλεϋ

 

Ο αγαπημένος ήρωάς της είναι ένας δολοφόνος. Ο περιώνυμος Ρίπλεϋ που τον ονόμασε «ταλαντούχο» στην πρώτη ιστορία. Έγραψε πέντε ιστορίες με τον Ρίπλεϋ. Η πρώτη γράφτηκε στην Αμερική μέσα σ’ ένα κλίμα ευφορίας και πνευματικής εγρήγορσης. Ο Ρίπλεϋ καθόταν στην άκρη της καρέκλας, όπως και η συγγραφέας του, στην οποία άρεσαν γενικώς οι εγκληματίες εκτός απ’ αυτούς που ήταν «βλακωδώς βίαιοι». Το πλεονέκτημα της αστυνομικής αυτής ιστορίας είναι ότι ο Ρίπλεϋ αποφεύγει τη Σκύλα της άσκοπης υπερβολικής βίας και τη Χάρυβδη της χαλάρωσης, της νωθρότητας και της μονοτονίας, τα οποία είναι ικανά να ”σκοτώσουν” ένα μυθιστόρημα.

Ωστόσο την ουσιαστική διαφορά την κάνει η απουσία κάθαρσης, η ατιμωρησία του ήρωα, η έλλειψη ενοχών και ηθικής. Ό,τι, δηλαδή, της έμαθε ο Ντοστογιέφσκι που διάβαζε μετά μανίας, το παραμέρισε. Γι’ αυτό και στον κινηματογράφο που το μετέφερε ο Ρενέ Κλεμάν με τον αγαπημένο της ηθοποιό που ενσάρκωνε τον Ρίπλεϋ, τον Αλαίν Ντελόν, το τέλος του βιβλίου δεν επαναλαμβάνεται. Στο βιβλίο ο πατέρας του θύματος του Ρίπλεϋ τον αποζημιώνει για τις υπηρεσίες που πρόσφερε στο γιο του, αφού κατ’ εντολή του τον πρόσεχε στο ταξίδι του σε μια μικρή ιταλική πόλη, το Ποζιτάνο, που έγινε διάσημη όπως και το μυθιστόρημα όταν κυκλοφόρησε. Ο Ρίπλευ αντίθετα με ό,τι λέει ο Φρόυντ ότι επαναλαμβάνει κάποιος το πράγμα για το οποίο έχει ενοχές αυτός που δεν έχει ενοχές ούτε καν για τους φόνους του, τους επαναλαμβάνει.

Οι αρχαίοι κλασικοί θεωρούσαν ότι όποιος διέπραττε ύβρη έπρεπε να τιμωρηθεί από τη Νέμεση, για να υπάρξει κάθαρση, με άλλα λόγια δικαιοσύνη.

Στο σύγχρονο κόσμο το πιο χτυπητό παράδειγμα που προτείνει επίσης την κάθαρση με το ρούχο της τιμωρίας είναι ο Ντοστογιέφσκι στο εμβληματικό έργο του ”Έγκλημα και Τιμωρία”.

Αλλά η Χάισμιθ αγαπάει υπερβολικά τον ήρωά της για να τον τιμωρήσει. Έπειτα όλοι οι βασικοί ήρωες των μυθιστορημάτων έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο Ρίπλεϋ είναι η αρσενική Χάισμιθ. Η ίδια είχε εξομολογηθεί πως αν δεν είχε γίνει συγγραφέας θα είχε ακολουθήσει το δρόμο του ήρωά της, το δρόμο του εγκλήματος.

Ο Νίτσε από τα πρωτόλεια ακόμα γραπτά του υποστηρίζει ότι η ρίζα της τραγωδίας είναι η κατάφαση της ζωής (βρίσκει πως ο τελευταίος τραγικός, ο Ευριπίδης ανοίγει το δρόμο της κωμωδίας). Ο Νίτσε μας διαβεβαιώνει πως ρασιοναλιστές σαν το Σωκράτη έκαναν ζημιά και ας ακολούθησε ο ίδιος τις επιταγές του.

Ο Ρίπλεϋ δεν είναι τραγικός ήρωας, ωστόσο έχει πρόβλημα ταυτότητας. Έχει διχασμό προσωπικότητας. Του αρέσει να δανείζεται και να χρησιμοποιεί τις ταυτότητες των άλλων. Η σεξουαλική του ταυτότητα βρίσκεται σε σύγχυση, ρέπει προς την ομοφυλοφιλία. Αλλά σ’ αυτή την κατάσταση η διαύγεια και η ζηλευτή ευφυΐα που διαθέτει τον ωθούν να πραγματοποιήσει ένα έγκλημα για να κλέψει την ταυτότητα του, ταξικά ανώτερου, θύματός του.

Όλα τα πράγματα που είχαν αξία και κύρος κάποτε, σήμερα δεν τα αντιμετωπίζουμε με τον ίδιο τρόπο. Ο πολιτισμός κατέληξε να είναι πηγή δυστυχίας (Φρόυντ), ο Γιόζεφ Κ. τιμωρήθηκε χωρίς ποτέ να μάθει γιατί κατηγορείται (Κάφκα). Ο Διαφωτισμός κατέληξε στο Ολοκαύτωμα. Εν ολίγοις ο κόσμος γύρισε ανάποδα στον 20ο αιώνα, ανέτρεψε τη δικαιοσύνη και την ηθική και όρθωσε τον ανορθολογισμό απέναντι στην ηθική και την πίστη. Έφτιαξε λοιπόν η Χάισμιθ έναν ήρωα στα μέτρα ενός τέτοιου κόσμου, αήθη και παρηκμασμένου. Ο Ρίπλεϋ φαινομενικά τουλάχιστον είναι ένας επιπόλαιος, λίγο τσαχπίνης νεαρός, που στοχεύει στο εύκολο και γρήγορα κέρδος και σκοτώνει γι’ αυτό, αλλά ως γνήσιος σαλτιμπάγκος διαφεύγει από τις ρωγμές του χρόνου και της τιμωρίας.  

Ο αγαπημένος της φιλόσοφος ο Κίρκεγκωρ ισχυριζόταν πως όταν χαθεί η Πίστη από τον κόσμο θα έρθει η Μεγάλη Νύχτα, πράγμα που συνέβη. Ο θεός του Νίτσε έχει πεθάνει κι ο άνθρωπος είναι ολομόναχος σ’ αυτό το κοσμικό χάος. Ο Ρίπλεϋ λοιπόν δεν είναι τόσο δημιούργημα της Χάισμιθ όσο των καιρών μας.

            Τα άλλα μυθιστορήματα

Η Χάισμιθ εκτός από τους Ρίπλεϋ έγραψε άλλα 16 μυθιστορήματα και 7 συλλογές διηγημάτων.

Ξεκίνησε μ’ ένα ομοφυλοφιλικό μυθιστόρημα με ατυχές τέλος την «Τιμή του αλατιού» και τελείωσε μ΄ ένα ευφρόσυνο «Καλοκαιρινό Ειδύλλιο». Ενδιάμεσα μετά την «Κάρολ» μια άτυχη ερωτική ιστορία ανάμεσα σε μια μεγάλη και σε μια νεότερη γυναίκα έγραψε τους « Ξένους στο τραίνο» που την έκανε διάσημη στα 30 της, επειδή ο Χίτσκοκ διασκεύασε το βιβλίο για τον κινηματογράφο. Στην ιστορία αυτή δυο άγνωστοι που συναντιούνται τυχαία αναλαμβάνουν ο ένας το φόνο του άλλου, δηλαδή τα θύματά τους δεν έχουν σχέση μ’ αυτούς. Οπότε δεν υπάρχει κίνητρο.

Δύο συλλογές διηγημάτων της δεκαετίας του ‘70 παρουσιάζουν ιδιαίτερο θεματολογικό ενδιαφέρον.

17 διαφορετικοί τύποι γυναικών (ναζιάρα, ανάπηρη, τροφός, σεμνότυφη κ.ά.) με τις πράξεις τους στρέφουν τους άντρες εναντίον τους στο «Ιστορίες για μισογύνηδες». Η τολμηρή εικονογράφηση οφείλεται στον ευφάνταστο Ρολάν Τοπόρ.

Στο «Εγχειρίδιο του κτηνώδους φόνου για ζωόφιλους» τα ζώα παίρνουν το αίμα τος πίσω εκδικούμενα τους ανθρώπους. Κι οι δύο συλλογές ανήκουν στο είδος του μαύρου χιούμορ.

Δημοσίευσε ακόμη άρθρα για αγαπημένους της συγγραφείς όπως τον Τσάντλερ που έγραψε το σενάριο των «Ξένων στο τραίνο», τον Γκράχαμ Γκρην που την χαρακτήρισε «ποιήτρια της μη προσδιορίσιμης δυσθυμίας», τον Σαούλ Μπελόου, τον Πόε, τον Σιμενόν αλλά και για δύο μεγάλους ζωγράφους τον Σεζάν και τον Βαν – Γκογκ καθώς και για την Γκρέτα Γκάρμπο.

Το 1977 ο Βιμ Βέντερς διασκευάζει για το σινεμά το ”Παιχνίδι του Ρίπλεϋ” με πρωταγωνιστές τους Μπρούνο Γκαντζ και Ντένις Χόπερ.

Τα επόμενα χρόνια διασκευάστηκαν για το σινεμά και το θέατρο πολλά από τα μυθιστορήματα και τις ιστορίες της.

Μετά τον πρώτο αμερικανό εκδότη Harper’s and Sons, τα βιβλία της εκδίδονταν ταυτόχρονα από δύο εκδοτικούς οίκους, τον Χάινεμαν και τον Diogenes στον οποίο παραχώρησε τα δικαιώματα ολόκληρου του έργου της.

Πέθανε στο Λονδίνο το Φλεβάρη του 1995 στα 74 της χρόνια.πορτραιτα στο νερό, μυθιστορήματα, ποιητική,

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.