Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Κ. Ξ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ: ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ ΕΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ    

Α΄

 

Δεξιά μου μια αφράτη σαρανταπεντάρα με το βιβλίο της ανοιχτό, και το κεφάλι σκυμμένο σ’ αυτό. Ωραίο πρόσωπο. Σκούρο ταγιέρ, λευκό γιακαδάκι.

Η σχισμή ενός πλούσιου στήθους διαγραφόταν καθαρά.

Τη ρώτησα σκύβοντας προς τη μεριά της σε ποιο ευαγγέλιο είμαστε. Χαμογέλασε κι ψιθύρισε: στο τέταρτο. Γύρισα μπροστά μου αλλά την κοίταζα με την άκρη του ματιού μου. Ακίνητη με ανοικτούς τους λευκούς γιακάδες, μέσα από το σκουρόχρωμο ταγιέρ. Και η σχισμή του πλούσιου στήθους της να διακρίνεται καθαρά.

Εκείνη έβλεπε το προφίλ μου. Το κεφάλι της πρέπει να ήταν στο ύψος του βραχίονά μου κάπου στη μέση του.

Διόλου θλιμμένη. Ένα θερμό χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη της. Μια προσήνεια. Μια συγκατάβαση. Μια πραότητα. Ως εκείνη τη στιγμή κι όσο λοξοκοιτούσα δεν σήκωνε το κεφάλι απ’ το βιβλίο. Σε μια στιγμή την έπιασα ν’ αναψοκοκκινίζει. Ίσως να ‘χε σχέση με το πραιτόριο που ανέφερε εκείνη την ώρα ο παπάς. Χαμήλωσα το βλέμμα και την κοίταξα κατευθείαν σ’ αυτό το ντεκολτέ που με σκανδάλιζε. Ο Ιησούς πήγαινε προς το εκούσιον πάθος. Κι εγώ; Δεν έφταιγα εγώ. Φανταζόμουν αυτά που δεν έβλεπα. Αλλά… Εκείνη δεν σήκωσε στιγμή τα μάτια της από το βιβλίο. Αλλά υπέθεσα πως είχε καταλάβει και ντρεπόταν να το δείξει.

Μπροστά μου μια ψηλή κοπέλα με μακριά μαλλιά και κολλητό τζιν μου έκρυβε τη θέα προς το ιερό Βήμα. Μια πολύ κοντύτερη της ξανθιά στάθηκε για λίγο δίπλα της και την κοίταγε θαυμαστικά. Της μίλησε κιόλας, τη ρώτησε κάτι. Αλλά η κοπέλα ήταν ορθή κι αγέρωχη σαν να ’χε καταπιεί στειλιάρι. Άρχισα να ρίχνω το βάρος πότε στο ένα πόδι, πότε στο άλλο. Το αριστερό είχε αρχίσει να μουδιάζει. Αριστερά μου το χέρι της καντηλανάφτισσας έπιανε τα μόλις αναμμένα κεριά και τα ’σβηνε σ’ ένα τσίγκινο κουτάκι με νερό. Τα χέρια της ήταν άπληστα αλλά ικανοποιημένα. Λίγο πιο μπροστά από τα μανουάλια οι νεοεισερχόμενοι έκαναν ουρά για να προσκυνήσουν την εικόνα του αγίου του ναού. Πρώτα ένας μεσόκοπος φαλακρός με παιδικό ακόμη πρόσωπο, αλλά πολλές ρυτίδες. Έπειτα μια γηραιά κυρία με καρό φόρεμα με λευκά και μαύρα τετράγωνα, σαν να ήταν ντυμένη σκάκι χωρίς πιόνια.

Ύστερα ένα κοριτσάκι με μακριά μαλλιά, άλλο ένα πιο όμορφο και πιο αδύνατο από το προηγούμενο. Όλων το βλέμμα ήταν επικεντρωμένο στην εικόνα του αγίου. Έτσι εγώ μπορούσαν να τους κοιτώ χωρίς να με βλέπουν. Τα κεριά στο μεγάλο μανουάλι θόλωσαν το τοπίο.

Έτσι δεν μπορούσα να δω τίποτε από πίσω.

Λίγο πιο κάτω, σχεδόν δίπλα στο στασίδι της κυρίας με το βιβλίο στο χέρι που στο μεταξύ είχε φρονιμέψει κι είχε καλύψει κάπως το ντεκολτέ της μια μεσόκοπη γυναίκα κακοντυμένη και κακοφτιαγμένη έγδερνε με τα νύχια της μια άλλη εικόνα σαν να προσπαθούσε να τη γδύσει από το τζάμι που την προστάτευε. Μουρμούριζε ή απλώς ανοιγόκλεινε το άσχημο στόμα της περιμένοντας μια απόκριση στο αίτημα που είχε διατυπώσει.

Το πρόσωπό της ήταν τραβηγμένο στα πλάγια. Θαρρείς κι έκανε κι εκεί, ό, τι προσπαθούσε να κάνει με την εικόνα. Να το απογυμνώσει από τις έγνοιες και τα βάσανα. Να το καθαρίσει από τους ρύπους των αμαρτιών της. Δεν έδειχνε ωστόσο αμαρτωλή αλλά βασανισμένη.

Εκείνη θα πίστευε πως επειδή είχε υποπέσει σε πολλές αμαρτίες ο θεός της έστελνε στενοχώριες και δοκιμασίες.

Ένας κύριος κομψός και χαμογελαστός διέσχισε τον διάδρομο κάπως βιαστικός και την έσπρωξε άθελά του προς την εικόνα. Αλλά ήταν τόσο συνεπαρμένη που δεν το πρόσεξε καν.

Συνεπαρμένη ήταν και όταν πλησίαζε ο εσταυρωμένος κι ο παπάς από το φορητό του μικρόφωνο  διάβαζε τα λόγια μεγεθυμένα σ’ ένα χαρτί κολλημένο σε χαρτόνι και τυλιγμένο σε σελοφάν:

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου

Ο εν ύδασι την γην κρεμάσας

 

Στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται

ο των αγγέλων Βασιλεύς

 

Ήλοις προσηλώθει ο Νυμφίος

της Εκκλησίας…

 

Η πομπή με επικεφαλής, ένα πανύψηλο παπαδοπαίδι αδύνατο σαν τσίχλα την έκρυψε προς στιγμήν από τα μάτια μου.

Τόσο μόνο χρειάστηκε για να μη δω την γυναίκα μπροστά στην εικόνα να πέφτει στο δάπεδο. Για να μη δω –λες και τα είχα δει όλα– τις γυναίκες, μόνο αυτές, να την περικυκλώνουν, να της κόβουν το φως, τον αέρα, την Θεία Χάρη, τη συγχώρεση που τόσο επιθυμούσε. Τη γυναίκα που δεν άντεχε να περιμένει τον Εσταυρωμένο την ώρα που έδινε άφεση στο ληστή. Είναι αλήθεια. Δεν είδα την πτώση της, δεν αντιλήφθηκα τίποτα. Παρά μόνο πως η άφεση όχι μόνο δεν ήρθε αλλά την χτύπησε κεραυνός την άμοιρη…

Ώσπου κατέφθασε ένας καλοντυμένος κύριος –ποιος είπε πως τα πράγματα δεν είναι ταξικά και μέσα στις εκκλησίες, στους οίκους του Θεού- άργησε αλλά ήρθε, πλησίασε κι αποφάνθηκε: «Να μεταφερθεί επειγόντως. Αλλά δεν την πλησίασε πολύ. Μη λερωθεί από τις αμαρτίες της κακόμοιρης γυναίκας. Ήρθαν κι οι νοσοκόμοι. Τους είδα. Είδα τις άσπρες μπλούζες. Είδα να μαζεύουν ένα σωρό κακομοιριάς, μιζέριας από το δάπεδο του ναού, με τα ρομβοειδή πλακάκια. Η κοινωνική πυραμίδα αποκαλύφθηκε σ’ όλο της το μεγαλείο.

Η αφράτη κυρία με το βιβλίο στο χέρι είχε σηκωθεί όρθια στο στασίδι, της και κοιτούσε μ’ εκείνο το ύφος που πριν ήταν συγκαταβατικό τώρα πονεμένο, γεμάτο οίκτο, ίσως συμπόνια. Πριν με είχε σκανδαλίσει. Τώρα την συμπαθούσα. Έδειχνε να συμπάσχει. Η όρθια σαν ξυλάγγουρο κοπέλα, αυτή που μου έκρυβε τη θεά προς το ιερό βήμα δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Την άγγιξα κι έπεσε. Αλλά δεν ήταν πραγματική κοπέλα έπεσε ορθή όπως καθόταν ώρες εκεί μέσα. Αγέρωχη, με το κεφάλι ψηλά χωρίς, φαντάζομαι ούτε μια γκριμάτσα στο παγωμένο της πρόσωπο.

Η ξανθιά που την είχε πλησιάσει είχε βγει στον περίβολο του ναού. Πολλοί είχαν εξέλθει. Είχε σχεδόν αδειάσει η εκκλησία ωστόσο.

 

«Προσκυνούμεν σου τα Πάθη Χριστέ. Δείξον ημίν κι την ένδοξόν σου Ανάσταση.» Οι εκκλησιαζόμενοι είχαν ταραχθεί. Δεν μπορούσαν να συνεχίσουν ν’ ακούσουν και τα υπόλοιπα 7 ευαγγέλια. Έφυγαν.

«Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός

 Καπνός, λιβάνι, θυμίαμα κατέκλυσαν το ναό σαν κάποιος ν’ αμόλησε τοξικά αέρια, δακρυγόνα, μπλε και κόκκινους καπνούς και φωτορρυθμικά μαζί.

Η Ακολουθία της Μεγάλης Πέμπτης συνεχίστηκε κεκλεισμένων των θυρών.

Β΄

 

Θαρρώ πως κάθομαι δίπλα στην Ανούκ Αιμέ, πενήντα χρόνια μετά. Κάθεται στο δεξί μου πλευρό. Γριά ζαρωμένη αλλά λαμπερή όπως μόνο μια σταρ του σινεμά μπορεί να είναι. Κοιτάζω το αριστερό της προφίλ. Θαρρώ πως είναι πλάι μου.

Σίγουρα όμως είναι στο πανί.

Παίζει το ρόλο της γυναίκας στο φιλμ του Λελούς, Ένας άνδρας και μια γυναίκα. Δεν είναι βέβαια παρά εκείνη 51 χρόνια νωρίτερα, 34 ετών. Πανέμορφη, ψευδώνυμη, ερωτευμένη κάθεται στη μια πλευρά του κρεβατιού. Στη δεξιά, αριστερά της ο Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Συνομήλικος. Ωραίος. Στα  μεγάφωνα το λάιτ μοτίφ του Φράνσις Λαί.

Η ταινία απογειώνεται. Τα συναισθήματα των θεατών απελευθερώνονται. Αιωρούνται στο χλιαρό βραδινό αέρα. Γυρίζω στο πλάι η γριά Ανούκ δεν είναι πια πλάι μου είναι όμως εκείνη. Η φίλη μου. Αυτή που είμαστε καιρό μαζί.

Ο κόσμος εκείνη την νύχτα καθόταν στις ταράτσες, στα μπαλκόνια, ευρύχωρα και μη. Άλλοι καταπτοημένοι αγκαλιά με το ρόγχο του κλιματιστικού τους. Όλα τα κλιματιστικά αναμμένα έκαναν την ατμόσφαιρα έξω, ακόμα πιο χλιαρή. Ακόμα πιο υγρή.

Βρισκόμαστε στο νότο. Άνθρωποι που ζεσταίνονται στον ήλιο τη μέρα. Άνθρωποι που τους καίει το φως. Αιώνιο φως. Ανελέητο με τις πλάγιες και τις κάθετες ακτίνες του. Σύγχυση. Να δροσίσει λίγο το βράδυ προσδοκούσαμε.

Δεν μας έκανε τη χάρη αυτή ο καιρός.

Οι καύτρες των τσιγάρων έκαναν  ελλειπτική διαδρομή από τα στόματα στο μπράτσο της καρέκλας και πάλι πίσω. Πήρα το χέρι της φίλης μου στα δικά μου χέρια. Γλίστρησε το δικό της ανάμεσα στα δικά μου. Καίγανε. Το δικό της σαν να ‘χε κοκαλώσει. Πού έβρισκε άραγε τόσο ψύχος μια νύχτα καύσωνα σε κεντρικό δρόμο της Αθήνας. Μια ταράτσα με χαλίκια στο δάπεδο. Με πέργολες στα πράσινα ρομβοειδή καφασωτά.

Αυτά στα οποία σκαρφαλώνουν τα αναρριχώμενα φυτά και κρέμονται οι μυρωδιές με τα λευκά ανθάκια στους πλαϊνούς τοίχους του σινεμά για να φωτίζουν αμυδρά τη νύχτα. Αυτή που στο πανί διαδραματίζεται και τους ρόλους παίζουν οι χρωματιστές σκιές. Σαν αυτή που πριν καθόταν δίπλα μου η επιβίωση μιας όμορφης σταρ.

Της μαντάμ Ντρέυφους, κατά κόσμον Ανούκ Αγαπημένη. Όλα μπερδεύονται στο κεφάλι μου. Το έργο είναι στο πανί ή πλάι μου. Η φίλη μου, η ερωμένη μου κι εγώ μαζί της. Που της πιάνω το δεξί της χέρι. Που βλέπω το βουρκωμένο της προφίλ.

Διάλειμμα. Συνέρχομαι. Ένα χλιαρό επίμονο αεράκι φυσά και παίρνει τις σκέψεις μας και μας ωθεί προς το μπαρ, κρύες μπίρες, τσιπς. Φιστίκια. νερό σε μπουκαλάκια των 50 λεπτών. 

Τουαλέτες που στάζουν δροσοσταλίδες. Στα πράσινα καθίσματα έχουν μείνει μόνο αυτοί που θέλουν να στείλουν τη συγκίνησή τους μέσω των κινητών τους. Στις πέργολες τα αναρριχώμενα όρθια όπως οι νεραντζιές στους δρόμους με το πορτοκαλί φως τους. 

Το διάλειμμα τελειώνει. Τα φώτα ξανασβήνουν. Ανάβει η οδύνη. 

Μέρος Β΄. Προσεχώς. «Θα ’ρθούμε να το δούμε αυτό» μου λέει στ’ αυτί. Κι η ανάσα της πιο καυτή από τον άνεμο, πιο ηχηρή από την καρδιά της γαργαλάει το έσω ους, τον ακουστικό μου πόρο, πυρώνει τη γλώσσα μου, ανατριχιάζει την ήβη μου. Φτάνει τρεμουλιαστή στα φυλλοκάρδια μου η βραχνή φωνή της. Σκύβω και της φιλώ το λαιμό. Στην οθόνη τώρα για μένα τίποτα δεν διαμείβεται –τ’ αγαπημένο της ρήμα. Όλα συμβαίνουν πλάι μου ξετυλίγονται εντός μου. Βάζω το αριστερό μου χέρι ανάμεσα στους μηρούς της που ανεβαίνει αυτόνομο πια από τη μέση των μηρών της στο σημείο που αυτοί ενώνονται, στην κοιλάδα με τους ροδώνες. 

Απογειώνεται η σκηνή. Η οθόνη της πάνω από τα κεφάλια μας. Κι εμείς πιο ψηλά ακόμη. Ένα όνειρο. Το έργο. Η δραματουργία του. Κι η Ανούκ που μόνη της καταλαμβάνει την οθόνη επιστρέφουμε σ’ αυτήν. Ακουμπάμε τα κεφάλια μας. Βλέπουμε κι οι δυο διαγωνίως. Διατρέχουμε μια ίδιας φοράς τροχιά. Τα σώματά μας αναπαύονται στα μπράτσα των καθισμάτων μας. Ο έρωτας της οθόνης τους μας συναρπάζει. Είμαστε συμμέτοχοι του νυκτερινού εγκλήματος. Προσκυνούμε τη χάρη του, την ομορφιά του. Την αλκή του. Το βάρος του. Τη σκοτεινιά του. 

Τρεις σειρές μπροστά μας κι ενώ τα κεφάλια μας έχουν σταθεί στη θέση τους. Βλέπουμε ένα κεφάλι χωρίς πλούσια κόμη να γέρνει στο αριστερό πλάι. 

Με μιας έπεσε στο διπλανό κάθισμα και το έσπρωξε πίσω. Το κάθισμα ήταν άδειο. Ένας στην πίσω ακριβώς σειρά από το κεφάλι του πεσμένου άνδρα φώναξε: «Ένα γιατρό!» Ένας άλλος άγγιξε το κεφάλι του. Όσοι δεν είχαν καταλάβει τι είχε συμβεί φώναζαν στους όρθιους να καθίσουν. Η προβολή διακόπηκε. Παγώσαμε. Προς στιγμήν. Όλα μια στιγμή δεν είναι;  Δεν μπόρεσαν να τον μετακινήσουν τρεις θεατές. Δύο από μπροστά κι ένας από πίσω. Όλοι οι άλλοι όρθιοι. Όλος ο κινηματογράφος πατά στη γη. Βλέπει να παίρνουν τον πεσμένο δυο νοσοκόμοι στα λευκά. Ακούμπησαν ο πρώτος το δεξί χέρι του πεσμένου στον ώμο του το άλλο κρεμόταν σαν χέρι μαριονέτας, ξερό. 

Ένας γενικός ψίθυρος σκέπασε το τρίο που προχωρούσε στο διάδρομο κουτσαίνοντας. Ακούγαμε τον θόρυβο που έκαναν τα χαλίκια. Η πομπή καθυστέρησε να φθάσει στην έξοδο. Όταν έφθασε εκεί κάθισαν όλοι σχεδόν ταυτόχρονα. Η προβολή ξανάρχισε από κει ακριβώς που είχε διακοπεί. 

Μερικοί είχαν χάσει το ενδιαφέρον τους και αποχώρησαν. Το ίδιο κι εμείς. Είχε δροσίσει κάπως. Είμαστε ακόμη μουδιασμένοι. Πιθανολογήσαμε την αιτία της πτώσης του θεατή και καταλήξαμε σε καρδιακή προσβολή. Μετά δεν μιλήσαμε για ώρα. Περπατήσαμε. Στο τρίτο τετράγωνο μου έδωσε το χέρι της. 

Την άλλη μέρα είπαμε να πάμε να δούμε ξανά την ταινία. Δεν πήγαμε. Ούτε στον ίδιο κινηματογράφο ξαναπήγαμε.

 Δεν μάθαμε τι απέγινε ο θεατής. Ίσως η ταινία  ανακάλεσε κάτι οδυνηρό, ή δεν άντεξε τη ζέστη η πληγωμένη καρδιά του.Τρεις μέρες αργότερα αρχίσαμε να ξεχνάμε το γεγονός. Λένε πως η φωτογραφική μνήμη είναι το χειρότερο είδος μνήμης.

Δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ γι αυτό. 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.