Loading...
Αφιερώματα

Μάνος Κοντολέων: Ό,τι είναι να ειπωθεί, το γράφω πρώτα…

Όταν ήμουνα μικρός –από μωρό παιδί μέχρι που, πάνω κάτω, έκλεινα τα έντεκά μου τα χρόνια- τον παππού μου δεν τον έβλεπα συχνά.
Αλλού έμενε αυτός, αλλού εγώ μαζί με τους γονείς μου.
Η μάνα είχε –τότε, στα δύσκολα για την πατρίδα χρόνια- δεχτεί τη θέση καθηγήτριας σε Πανεπιστήμιο άλλης χώρας και την ακολούθησε και ο πατέρας μου –αυτός έτσι κι αλλιώς γραφίστας ήταν, μπορούσε να βρίσκει δουλειά σε όποια πόλη ή και χώρα τον έφερνε η τύχη του να ζήσει.
Με είχαν πάρει μαζί τους.
Πίσω –στο μεγάλο πατρικό σπίτι- είχανε μείνει η γιαγιά και ο παππούς.
Μα σύντομα κι ο παππούς αποφάσισε να μετακομίσει. Τον έπνιγε –άκουσα- η ζωή στην πόλη, δεν άντεχε –αυτό μετά από χρόνια ο ίδιος μου το εξομολογήθηκε- να βλέπει τα άδεια δωμάτια ενός σπιτιού που είχε φτιαχτεί για να αγκαλιάζει παιδιά κι εγγόνια.
Έμεινε, λοιπόν, η γιαγιά στο πατρικό και ο παππούς πήγε και κούρνιασε στο εξοχικό που είχε πάνω σε ένα βουνό.

Σ’  εκείνο το πέτρινο το σπίτι, αν έβγαινε στην πίσω την αυλή  άφηνε το βλέμμα του να χάνεται μέσα σε πυκνό πευκοδάσος κι αν πάλι άνοιγε την εξώπορτα, τότε η ματιά του στριφογύριζε σε δυο σειρές από ψηλά κυπαρίσσια, προτού κατρακυλήσει κάτω προς τις ακρογιαλιές και τα λιμανάκια…
Σ΄ αυτό, λοιπόν, το σπίτι πήγε να μείνει ο παππούς –τότε στα δύσκολα για την πατρίδα χρόνια- και από εκεί μου έστελνε τα πρώτα παραμύθια που έγραψε για μένα –το πρώτο και μοναδικό του εγγόνι.
Συγγραφέας ήταν ο παππούς –ναι, όπως κι εγώ. Δυο συγγραφείς με το ίδιο όνομα –σας φαίνεται παράξενο; Κι όμως μπορεί κι αυτό να γίνει.
Από το πέτρινο σπίτι του βουνού, λοιπόν, ερχότανε στην πόλη που μέναμε κάθε μήνα κι από μια μικρή ιστορία.
Βέβαια, τα πρώτα χρόνια δεν ήξερα τίποτε για τις ιστορίες αυτές που φτάνανε σχεδόν κάθε μήνα κλεισμένες μέσα σε ένα μεγάλο, κίτρινο φάκελο, που πάνω του είχε γραμμένο δυο φορές το ίδιο όνομα –του αποστολέα στην πάνω αριστερή μεριά, του παραλήπτη κάπου προς το κέντρο.
Αλλά η μάνα τις έβαζε σε ένα συρτάρι και όταν πια άρχισα να λέω τις πρώτες φράσεις μου και επίμονα να ψαχουλεύω στις κρυφές γωνιές του διαμερίσματος που μέναμε, έπεσα πάνω στους κίτρινους φακέλους και ρώτησα να μάθω τι είχαν μέσα κι έτσι έμαθα πως μέσα τους κρύβανε ιστορίες που ο παππούς είχε γράψει για μένα και πως εγώ θα ήμουνα ο πρώτος που θα τις διάβαζε, μόλις μάθαινα μόνος μου να ξεχωρίζω το ένα γράμμα από το άλλο, το νόημα κάθε λέξης και το τι θέλει να πει άλλοτε η μια κι άλλοτε μια άλλη φράση.

Στο ενδιάμεσο, όλο και καταφέρναμε να κάνουμε μικρά σύντομα ταξιδάκια στην πατρίδα κι εκεί μου άρεσε να έχω τη γιαγιά συνέχεια δίπλα μου, να με παίρνει μαζί της στις αγορές, να με αφήνει να διαλέγω μόνος μου τα παιχνίδια που με ξετρελαίνανε και να μυρίζω την κολόνια με την οποία κάθε πρωί έβρεχε τα ανυπότακτα τσουλούφια των μαλλιών μου –άρωμα λεβάντας. Από τότε αυτό το άρωμα μου αρέσει.
Τις περισσότερες φορές –σ΄ εκείνες τις μέρες που είχαμε επιστρέψει στην πατρίδα- ο παππούς άφηνε το σπίτι στο βουνό και ερχότανε να μας δει κι αυτός… Ερχότανε να με αγκαλιάσει. Κι έτσι όπως άφηνα το κεφάλι μου να γέρνει πάνω στο ώμο του, ένα άλλο άρωμα με ταξίδευε… Με πήγαινε εκεί στο βουνό που είχε το πέτρινο το σπίτι ο παππούς. Δεν ήταν μυρωδιά από κολόνια… Όχι! Ήταν σαν το γιλέκο του παππού να είχε ξεμείνει για μέρες πολλές πάνω σε δέντρο και έτσι να είχε ποτιστεί με το άρωμα των κλαριών και του κορμού του…
Ρετσινιού μυρωδιά. Η μυρωδιά των πεύκων.
Μετά επιστρέφαμε στην δική μας πολιτεία και ο παππούς στο πέτρινο το σπίτι του, η γιαγιά έμενε να τριγυρνά στα δωμάτια ενός αρχοντικού που πάντα είχε την ελπίδα πως θα έρθουν να το κατοικήσουν ξανά αυτοί που κάποτε το είχαν εγκαταλείψει.
Επιστρέφαμε, λοιπόν, στον ξένο τόπο και στο νοικιασμένο διαμέρισμα και μια μέρα αποφάσισα πως τώρα πια ξέρω όλα τα γράμματα της γλώσσας που ο παππούς έγραφε τις ιστορίες του και έτσι –μα γιατί όχι;- μπορούσα να ανοίξω έναν, έναν τους κίτρινους φακέλους και να διαβάσω αυτά που εγώ θα ήμουνα ο πρώτος που θα τα διάβαζε.
Αλλά δεν πρόλαβα.
Γιατί στην τηλεόραση που πάντα ένα από τα κανάλια της ήταν κι εκείνο που έδειχνε τα νέα της πατρίδας, είδαμε να έχουν ξεσπάσει πυρκαγιές στα βουνά… Ναι, σε βουνά πολλά… Ανάμεσά τους κι αυτό που παππούς ζούσε.
Και πέσαμε πάνω στο τηλέφωνο και ρωτούσαμε τη γιαγιά αν ξέρει κάτι μιας και ο αριθμός του παππού  δεν απαντούσε.
Τίποτε δεν ήξερε κι εκείνη και έτσι πέρασαν κάμποσες ώρες κι εγώ καθώς έβλεπα μέσα στην τετράγωνη μικρή οθόνη τις φλόγες που ζώνανε τα δάση από έλατα και πεύκα, θυμήθηκα τη μυρωδιά του γιλέκου του παππού και δάκρυσα.
«Μα πιστέψατε πως μπορεί να είχα κάτι πάθει;» με ανακούφιση η μάνα άκουγε τον παππού να της μιλά –την άλλη μέρα- στο τηλέφωνο.
Έτρεξα κι άρπαξα το ακουστικό και με φωνή που τη ράγιζε ο τρόμος και το ξελάφρωμα  συνάμα, είπα,
«Παππού… Το γιλέκο σου τώρα μυρίζει ρετσίνι ή κάπνα;»
Από την άλλη άκρη της γραμμής, άκουσα την ανάσα του παππού και μετά τη φωνή του, να διστάζει στην αρχή και μετά να γίνεται σταθερή και να μου λέει,
«Καιρός να διαβάσεις την ιστορία που κάποτε σου έγραψα και που μιλά για το τι ήταν το πεύκο προτού γίνει πεύκο…»
Ανάμεσα σε τόσους φακέλους κίτρινους, πώς να ξεχώριζα αυτόν που είχε μέσα του φυλαγμένη την ιστορία που ο παππούς μου είχε ζητήσει να διαβάσω; Δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο… Να άρχιζα έναν, ένα να τους ανοίγω τους κίτρινους φακέλους;…  Όχι! Προτίμησα να τους μυρίσω… Πολύ γρήγορα ανακάλυψα αυτόν που είχε ποτιστεί με τη μυρωδιά ρετσινιού…
Ναι, από τότε είχα καταλάβει πως οι όμορφες ιστορίες έχουν πάντα και το δικό τους άρωμα η κάθε μια.
Βρήκα τον φάκελο και τον άνοιξα και διάβασα…

Μέσα στα δάση κάποτε, τα χρόνια που οι άνθρωποι βλέπανε τον κόσμο με τα μάτια της ίδιας της Φύσης, στα δάση, λοιπόν, κάποτε ζούσαν πλάσματα πανέμορφα, μα κι άλλα που ήταν δύσμορφα, άσχημα…
Ένα από τα όμορφα και μια νύμφη, μια νεράιδα πες που τη λέγανε Πίτυς.
Αυτή την γλυκιά νεράιδα, έτυχε να τη δούνε και να την ερωτευθούν δυο από τα άλλα τα πλάσματα, τα δύσμορφα που λέγαμε και τα άγρια.
Ο Πάνας ήταν ο ένας. Ο άλλος ο Βοριάς.
Αυτός ο τελευταίος, ήταν άγριος στην όψη και το ίδιο άγριος στα φερσίματα. Ξέπλεκα μαλλιά και γένια, φωνή βροντερή κι έτσι κι αποφάσιζε να σε αγκαλιάσει μπορεί και να σ’ έπνιγε με το πάθος του.
Η Πίτυς ήταν μια νεράιδα, της άρεσαν τα χαμηλόφωνα τραγούδια και οι ανάλαφροι χοροί.
Ο Βοριάς την φόβιζε. Όχι όμως και ο Πάνας. Κι ας ήταν αυτός άσχημος πολύ κι ας υπήρχαν τόσοι που τον κοροϊδεύανε πως τους θύμιζε η ασχήμια του αρσενική κατσίκα.
Η Πίτυς τον είχε ακούσει να παίζει με τη φλογέρα του πανέμορφους σκοπούς, τον είχε καμαρώσει να χοροπηδά ανάλαφρα από τη μια μεριά του ρυακιού στην άλλη.
Κι έτσι αυτόν προτίμησε για σύντροφο.
Αλλά τότε ο Βοριάς θύμωσε, αγρίεψε, πήρα να λυσσομανά και η δυστυχισμένη η νεράιδα έτσι ανάλαφρη όπως ήταν παρασύρθηκε από την ορμή του ανέμου και έχασε την ισορροπία της και γκρεμίστηκε σε άγρια βράχια και…
Έτρεξε ο Πάνας πάνω από το άψυχο σώμα της και το αγκάλιασε και πήρε με τη φλογέρα του να παίζει το κλάμα του και τους λυγμούς του.
Και τότε ο Δίας, ο βασιλιάς όλων των θεών, τον λυπήθηκε και αποφάσισε να μετατρέψει το νεκρό σώμα της νεράιδας σε ένα ολοζώντανο δέντρο. Δέντρο με λεπτά φυλλαράκια που καθώς θα τα φυσά το αεράκι αυτά θα βγάζουν ήχο τρυφερό και ήρεμο. Κι έγινε η Πίτυς… Πεύκο.
Και από τότε ο Πάνας κυκλοφορεί μέσα στα δάση φορώντας πάνω στο κεφάλι του στεφάνι φτιαγμένο από κλαράκια αυτού του δέντρου. Και παίζει με τη φλογέρα του τον έρωτά του που πάντα ζει…
Άφησα από τα χέρια μου τα χαρτιά με την ιστορία του παππού. Είχα καταλάβει τι ήθελε να μου πει…

Και τον πήρα τηλέφωνο –είχε επιστρέψει στο παλιό αρχοντικό, μαζί με τη γιαγιά οι δυο τους μένανε στο μεγάλο –και πάντα άδειο – σπίτι.
«Θα ξαναγίνει το δάσος παππού!… Όπως η νεράιδα η Πίτυς, έτσι κι αυτό θα…» είπα και ένας κόμπος συγκίνησης μου έκλεισε το λαιμό.
«Ναι, αγόρι μου!» η φωνή του παππού βραχνή, μα σταθερή ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής, «Ναι αγόρι μου… Κι όπως ο Πάνας φορούσε στο κεφάλι στεφάνι φτιαγμένο από το νεκρό το σώμα της καλής του, έτσι κι εμείς… Εγώ και άλλοι, θα το ξαναφτιάξουμε το δάσος…  Θα έρθεις κι εσύ;»

Μετά από μερικούς μήνες ήμουνα μαζί με τον παππού και άλλους ανθρώπους και φυτεύαμε μικρά δεντράκια εκεί που κάποτε η φωτιά είχε περάσει και είχε καταστρέψει… Μικρά πεύκα και κυπαρίσσια.
Πεύκα στην πίσω αυλή του πέτρινου σπιτιού. Κυπαρίσσια από την πλευρά της εξώπορτας.
Κοίταξα –θυμάμαι- το πέτρινο το σπίτι. Πάνω του υπήρχαν τα σημάδια της καταστροφής.
«Εγώ θα φτιάξω το σπίτι μου ξανά… Και η Φύση το δικό της!… Και τότε και οι δυο θα σε φωνάξουμε να έρθεις και πάλι…» μου υποσχέθηκε ο παππούς.
Τον πίστεψα κι όσο κι αν περνούσαν τα χρόνια, εγώ δεν είχα πάψει να περιμένω μια νέα ιστορία του, μέσα σε ένα ακόμα κίτρινο φάκελο κλεισμένη. Α, ναι! Ήμουνα σίγουρος πως το μήνυμά του ο παππούς  με ένα παραμύθι θα μου το έστελνε πάλι.

Και έτσι κι έγινε… Ήρθε…

Μέσα στα δάση κάποτε, τα χρόνια που οι άνθρωποι βλέπανε τον κόσμο με τα μάτια της ίδιας της Φύσης, στα δάση, λοιπόν, κάποτε ζούσε ένα παλικάρι πανέμορφο –ψηλό, λεπτό, βεργολύγερο… Είχε όνομα παράξενο –Κυπάρισσο, το λέγανε.
Ο Κυπάρισσος, λοιπόν, τριγύρναγε μέσα στα δάση και έψαχνε να βρει ένα άλλο πλάσμα που να του μοιάζει σε ομορφιά και που ίδια μ΄ αυτόν να τρέχει γρήγορα και ίδια μ΄ αυτόν να αγαπά τα δέντρα, τους θάμνους, τα λουλούδια, τα ποτάμια και τα ρυάκια, τις πράσινες ραχούλες των βουνών και τις ολόλευκες κορυφές τους.
Έψαχνε κι όπως ο καθείς που ψάχνει, έτσι κι αυτός στο τέλος τον βρήκε τον φίλο που μαζί του θα μοιραζότανε χαρές κι αγάπες. Ένα ελάφι ήταν.
Πανέμορφος άνθρωπος. Πανέμορφο ζωντανό.
Και ριγούσαν τα φύλλα των δέντρων όταν τους βλέπανε να παραβγαίνουνε στο τρέξιμο.
Και κελαηδούσαν τα πουλιά όταν τους καμαρώνανε να κολυμπούνε στις λιμνούλες.
Μα ότι και όποιον πολύ οι πολλοί θαυμάζουν, θα τύχει κάποιος να τους ζηλέψει, και η ζήλια φέρνει την κακοτυχιά…
Ποιος τάχα να ζήλεψε τους δυο φίλους;
Τα μοχθηρά ξωτικά που κυλιούνται στους βούρκους;
Τα ύπουλα πλάσματα της σκοτεινιάς που σέρνονται εκεί που ποτέ δε φτάνει έστω και μια μόνο ηλιαχτίδα;
Μπορεί όμως να μην ήταν μάτι κακό, αλλά η αστοχασιά του ίδιου του Κυπάρισσου που είχε πιστέψει πως σε όλα πρώτος πάντα αυτός είναι και πως ότι κι αν κάνει πάντα καλά καμωμένο θα ‘ναι…
Κι έτσι ανέμελα κι αφρόντιστα άρπαξε τόξο και βέλη και δίχως σωστά να σημαδέψει έριξε και το βέλος πήγε και καρφώθηκε στο λαιμό του ελαφιού και…
Απαρηγόρητος ο Κυπάρισσος ζητούσε να βρει από μόνος του πια κι αυτός τον θάνατο.
Μα οι θεοί, δε θέλανε να χαθεί μια τέτοια βεργολυγερή ομορφιά και έτσι τον μεταμορφώσανε σε δέντρο.
Από τότε είναι που το κυπαρίσσι υψώνεται ίσιο προς τον ουρανό και αργά, τρυφερά γέρνει στο φυσηματάκι του ανέμου και είναι σα να παρακαλεί να έρθει κοντά του ξανά ο φίλος του, το ελάφι…
Και όταν τύχει να σταθεί στη ρίζα του κυπαρισσιού ένα ελάφι, τότε το κυπαρίσσι υψώνει ακόμα πιο ψηλά την κορυφή του και δοξολογεί αυτόν που του χάρισε ξανά την συντροφιά ενός φίλου…

Άφησα να πέσει από τα χέρια μου και η τελευταία σελίδα.
Είχα καταλάβει. Είχα χαρεί. Κι έστειλα από το κινητό μου μήνυμα στον παππού.
«Έρχομαι!» -του έγραψα.
Και πήγα.
Και όσα χρόνια κι αν έχουν από τότε περάσει, τη θυμάμαι και ποτέ δεν την ξεχνώ εκείνη τη μέρα που στην εξώπορτα του πέτρινου σπιτιού δίπλα στον παππού στάθηκα και μαζί κι οι δυο είδαμε ένα ελάφι να πλησιάζει το κυπαρίσσι που ο παππούς κι εγώ –κι οι δυο μαζί- είχαμε κάποτε φυτέψει.
Ένα ελάφι να τρίβει τη μουσούδα του πάνω στον κορμό ενός δέντρου.
Ένα κυπαρίσσι  να υψώνει την λεπτή κορυφή του προς τα αστέρια του ουρανού.
Νύχτα ήταν.
Ο παππούς –θυμάμαι- μου είχε σφίξει με τα δάχτυλά του όλη μου την παλάμη.
«Βλέπεις;» μου ψιθύρισε, «Η ζωή πάντα νικάει… Η αγάπη, πάντα…»
Δεν είχα τίποτε τότε πει.
Μήτε και τώρα κάτι λέω.

Ό, τι ήταν να ειπωθεί, το έγραψε πρώτα ο παππούς. Και τώρα εγώ… Που έχω το ίδιο όνομα με ‘κείνον.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.