Loading...
Αφιερώματα

ΜΙΝΙ ΜΑΓΙΣΣΟΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙΟ

Η Συντακτική Ομάδα του Περί ου καλωσορίζει το Καλοκαίρι

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ: Ο Μέρλιν, η Μάρλεν και ο Μούρλεν

Μια φορά ήταν ένας μάγος, μια μάγισσα κι ένα μαγισσάκι, που μένανε σε μια μεγαλόπρεπη, μοναχική μονοκατοικία στο Μεξικό. Τον μάγο τον έλεγαν Μέρλιν, την μάγισσα Μάρλεν και το μοναχοπαίδι τους, το μαγισσάκι, το έλεγαν Μούρλεν.

Ο μάγος Μέρλιν ήταν μουρτζούφλης, μονόχνωτος και μυγιάγγιχτος, και από το μεσημέρι ως τα μεσάνυχτα έμενε μόνος, μανταλωμένος, μέσα στο μαγικό του εργαστήριο, που ήταν γεμάτο μαγικά σύνεργα και μυστηριώδη μηχανήματα (μπουκάλια με μαύρα μπλε και μωβ ματζούνια, μανόμετρα, μανιβέλες, μετασχηματιστές, μικρόφωνα, μεγάφωνα, μικροσκόπια, κ.λπ.)

Η μάγισσα Μάρλεν πάλι, ήταν μια μέγαιρα μελαχρινή, μικροκαμωμένη και μισοπάλαβη. Μουρμούριζε όλη μέρα και μαγείρευε φριχτά (μπριζολάκια μυρμηγκιών με μουχλιασμένα μανιτάρια, μισοζώντανα μακαρόνια, μελιτζάνες με μαρμελάδα από μπιμπίκια, μάλλινα μπιφτέκια, μουσακά μπάμιες με μουρουνέλαιο, κ.ά.)

Τέλος, το μικρό μαγισσάκι, ο Μούρλεν, που είχε μαύρα μάτια, μαύρες μπούκλες και μεγάλη μύτη, ήταν ακόμα μαθητευόμενος μάγος και έπαιρνε μαθήματα από τον μπαμπά και τη μαμά του. Δεν ήταν όμως καλός μαθητής και, συνήθως, τα μπουρδούκλωνε όλα, τα έκανε μαντάρα και τα άφηνε μισοτελειωμένα.

Π.χ. στο δωμάτιό του υπήρχε ένα μαραφέτι που είχε μερικά μενεξελιά ποδαράκια, μια μηχανή μηδέν κυβικών, μια μοντέρνα μασέλα, μανίκια από μαρουλόφυλλα και μου από μουστάκι, και που μαρσάριζε, μονολογούσε και έσταζε μέλι: ήταν ο μανάβης και μια μέλισσα, που ο Μούρλεν είχε προσπαθήσει να μεταμορφώσει και τους δυο μαζί σε μοτοσυκλέτα, και τα είχε κάνει μούσκεμα!    

Υπήρχε επίσης ένας μεγάλος μπόγος με μπάσα μουρμουρητά, μεταξωτά μανταλάκια, μηχανικά μαντιλάκια και μελαγχολική μουσική από μαντολίνο, που μούγκριζε και μαλλιοτραβιόταν: ήταν ένα μοσχάρι, ένα μαγνητόφωνο και μια μοδίστρα μονοκονδυλιά, που ο Μούρλεν είχε προσπαθήσει ματαίως να μετατρέψει σε μυγοπαγίδες.

Υπήρχαν και μυριάδες άλλα μπερδεμένα πράγματα σ’ αυτό το μισοσκότεινο δωμάτιο: λ.χ. μια μπόμπα-μωρό, ένα μαλακό, μισολιωμένο μπαστούνι,  μισό μέτρο μουσαφίρηδες,  ένα μπαούλο με μπακαλιάρους, μενεξέδες και μαργαρίτες, κάτι που το μισό ήταν μαϊμού και το μισό μαϊντανός, κάτι που το μισό ήταν μαγιό και το άλλο μισό μαρτυριάρης, κ.ο.κ. Το μόνο που είχε καταφέρει να φτιάξει καλά ο Μούρλεν (χρησιμοποιώντας μόνο μερικά μασημένα μη κι ένα μι ματζόρε) ήταν ένα μαγικό μαχαίρι που έκοβε τον βήχα, την όρεξη και την φόρα.

Μια μέρα, η Μάρλεν είχε γυαλίσει το μωσαϊκό στο μπάνιο. Και για να μην της το λερώσουν, μάγεψε τον Μέρλιν και τον Μούρλεν και τους έκανε να μην μπορούν να μετακινηθούν παρά μόνο μετέωροι, μισό μέτρο πάνω απ’ το πάτωμα.

Έγινε της μουρλής! Ο Μέρλιν, μανιασμένος, μεταμόρφωσε το μωσαϊκό σε μπακλαβά και το έφαγε, ο Μούρλεν, ακόμα πιο μανιασμένος, μεταμόρφωσε την μαμά του σε κάτι που ήταν μισή μαστίχα και μισή μπαλκονόπορτα. Και η Μάρλεν, μισότρελη όπως πάντα, τους μεταμόρφωσε και τους δυο σ’ ένα ζευγάρι μπότες.

Τις επόμενες μέρες, συνέχισαν να μαλώνουν, να γίνονται μαλλιά κουβάρια και να μεταμορφώνουν στα μουλωχτά, συνέχεια, ο ένας τον άλλον.

Αυτό ήταν μάλλον κακό: μόλις το έμαθε η Διεθνής Ένωση Μάγων, τους τιμώρησε και τους διέγραψε από μέλη της, γιατί απαγορευόταν αυστηρά ένας μάγος να μεταμορφώνει άλλον μάγο.

Έτσι, ο Μέρλιν, η Μάρλεν και ο Μούρλεν έχασαν την μαγική τους δύναμη και αναγκάστηκαν να αφήσουν την μονοκατοικία τους και να μετακομίσουν μακριά. Ο Μέρλιν μετανάστευσε στο Μανχάταν και έγινε μπεστσελερίστας (είχε καταφέρει να περισώσει ένα μαγικό Μάκιντος που έγραφε μόνο του μυθιστορήματα). Η Μάρλεν μετανάστευσε στο Μικρολίμανο και έγινε μαγείρισσα σε ένα μοδάτο μπαρ -ρεστοράν. Και ο Μούρλεν πήγε στο Μοντεβίδεο και σπούδασε μηχανολόγος- μηχανικός.    

 (Από το: 24 παραμύθια για γέλια και για γράμματα)

 

 ΓΕΩΡΓΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ: Οι γητειές της Μήδειας

 

                                                                               Με μάγεψε μια μάγισσα

                                                                               με τα γλυκά της λόγια…

                                                                     Αρχή τραγουδιού σε δίσκο του 1940(;) με το όνομα του Μ. Βαμβακάρη                                                                                       

 

          Η Μήδεια, η περιώνυμη μάγισσα της αρχαίας μυθολογίας, ήταν κόρη του βασιλιά των Κόλχων Αιήτη, εγγονή του ΄Ηλιου και ανεψιά της Κίρκης, μιας άλλης γυναικείας μυθικής μορφής με μαγικές δυνάμεις.

          Σύμφωνα με τον μύθο, όταν οι Αργοναύτες ήλθαν στην Κολχίδα για να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρας, η Μήδεια ερωτεύτηκε τον Ιάσονα και τον βοήθησε με τις μαγικές της ικανότητες να ξεπεράσει τα εμπόδια και τους κινδύνους που συνάντησε και να κερδίσει και το δέρας και εκείνη.

         Την αργοναυτική εκστρατεία με επίκεντρο τον έρωτα της Μήδειας για τον Ιάσονα αφηγούνται τα  Ἀργοναυτικά, το μυθολογικό έπος των ελληνιστικών χρόνων, έργο του ποιητή Απολλώνιου του Ρόδιου (3ος αι. π. Χ.), το οποίο σώθηκε ακέραιο.

         Στην αρχή της 4ης και τελευταίας ραψωδίας των Ἀργοναυτικών παρακολουθούμε την αρπαγή του δέρατος. Ο Απολλώνιος ιστορεί ότι ο Ιάσονας έφτασε μαζί με τη Μήδεια στο ιερό άλσος όπου ήταν κρεμασμένο από μια βελανιδιά το δέρμα, που το φύλαγε όμως ένας τρομερός δράκος, ένα πελώριο φίδι· ότι μόλις αυτό τους είδε, έβγαλε έναν τόσο δυνατό συριγμό που αντήχησε σ’ ολόκληρο το δάσος, ενώ συγχρόνως το σώμα του περιστρεφόταν με αμέτρητους ελιγμούς. Και συνεχίζει ο ποιητής περιγράφοντας ανάγλυφα τη  μαγική δύναμη, τις γητειές της μάγισσας Μήδειας που νίκησαν το φοβερό τέρας:

 

Κι ως τούτο συστρεφόταν, η κόρη όρμησε

κι ήρθε και στάθηκε στα μάτια του μπροστά,                                                                                                                              

καλώντας με γλυκιά φωνή τον Ύπνο βοηθό της,

τον κορυφαίο των θεών, το τέρας να μαγέψει,

 και φώναζε τη νυχτοπλάνητη βασίλισσα,1

την καταχθόνια, ευνοϊκή παρέμβαση να κάνει.

Κι ο γιος τού Αίσονα 2 ακολουθούσε φοβισμένος.

Όμως εκείνο, όντας πλέον μαγεμένο απ’ το τραγούδι της,

χαλάρωνε τη μακριά τη ραχοκοκαλιά της σπείρας που απ’ τη γη γεννήθηκε

και τέντωνε σε μήκος τις αναρίθμητες κουλούρες του,

όπως όταν το σκοτεινό το κύμα επάνω στο γαλήνιο πέλαγο

κυλάει βουβό κι αθόρυβο· και μολοντούτο,

συνέχιζε ψηλά το φρικαλέο του κεφάλι να σηκώνει,

θέλοντας μες στα φονικά σαγόνια του να κλείσει και τους δυο τους.

Ωστόσο αυτή, μ’ ένα νεόκοπο βλαστάρι αγριόκεδρου,

που το βουτούσε μέσα σε χυλό από κρασί, τυρί τριμμένο και κριθάλευρο,

του ράντιζε τα μάτια ψάλλοντας ξόρκια που ’χανε τη δύναμή τους ακατάβλητη,

κι η μυρουδιά του μαγικού βοτάνου

ολόγυρά του απλωμένη, ολούθε και παντού, το έριξε σε ύπνο·

και εκειδά, στο ίδιο μέρος που βρισκόταν, αφήκε ν’ ακουμπήσει το σαγόνι του,

κι οι άπειρες κουλούρες του πολύ σε μάκρος κατά πίσω τεντωθήκαν

περνώντας μέσ’ απ’ το πολύδενδρο το δάσος.

Και τότε ο Ιάσονας πήρε το χρυσαφένιο δέρμα απ’ τη βελανιδιά

με προτροπή της κόρης, ενώ εκείνη, μένοντας σταθερή στη θέση της,

με το βοτάνι της το μαγικό και μ’ απαλές κινήσεις άλειφε το κεφάλι του θεριού…

 

 

1) Εννοείται η Εκάτη, η θεότητα που είχε σχέση με τον κόσμο των νεκρών και της μαγείας.
2) Δηλαδή ο Ιάσονας.  

 

ΣΥΛΒΙΑ ΠΛΑΘ: Καίνε τις μάγισσες. Μετάφραση, ΕΦΗ ΦΡΥΔΑ

Στην αγορά στοιβάζουν τα ξερόκλαδα.

Μια συστάδα ίσκιων επίστρωμα φτωχό. Κατοικώ

Την κέρινη εικόνα του εαυτού μου, ένα κουκλίστικο σώμα.

Η αρρώστια ξεκινά εδώ˙ είμαι στόχος σκοποβολής για μάγισσες.

Ο διάβολος μόνο μπορεί να παραβγεί τον διάβολο.

Το μήνα τούτο των κόκκινων φύλλων σε κλίνη πύρινη χώνομαι.

 

Εύκολο είναι να ψέγεις το σκοτάδι˙το στόμιο μιας πόρτας,

Του υπόγειου την κοιλιά. Φύσηξαν κι έσβησαν το πυροτέχνημά μου.

Μια μαυροκαύκαλη γυναίκα μ’ έχει κλεισμένη σε παπαγάλου κλουβί.

Μεγάλα που είναι τα μάτια των νεκρών!

Στενές είναι οι σχέσεις μου με πνεύμα μαλλιαρό.

Καπνός στροβιλίζεται απ’ το λαιμό της άδειας τούτης φιάλης.

 

Μικρούλα αν είμαι, να βλάψω δεν μπορώ.

Αν δεν πολυκινούμαι, τίποτα δεν θ’ αναποδογυρίσω. Αυτά είπα,

Καθισμένη κάτω απ’ το καπάκι, μικρόσωμη και αδρανής σαν σπυρί ρυζιού.

Ανάβουν τις εστίες, τη μια μετά την άλλη.

Γεμάτοι άμυλο είμαστε, λευκά μικρά μου. Μεγαλώνουμε.

Πονάει στην αρχή. Οι κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.

 

Μητέρα σκαθαριών, μόνο χαλάρωσε το χέρι.

Σαν πεταλούδα άτρωτη μες απ’ τη μπούκα του κεριού θα πετάξω.

Το σχήμα μου δώσε πίσω. Είμαι έτοιμη τις ημέρες να ερμηνεύσω

Ζευγάρωσα με τέφρα στον ίσκιο ενός βράχου.

Οι αστράγαλοί μου λάμπουν. Η λάμψη ανεβαίνει στους μηρούς.

Χαμένη είμαι, χαμένη, μες στο μανδύα τόσου φωτός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.