Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Νάνσυ Εξάρχου: Κεραμιστάν 

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα μικρό κορίτσι που δεν πήγαινε σχολείο γιατί δεν ήθελε να γίνει σαν τον αδελφό της τον ξερόλα.
Έτσι καθόταν στο σπίτι και από το πρωί μέχρι το βράδυ το φρόντιζε. Σκούπιζε,  ξεσκόνιζε, σφουγγάριζε, καθάριζε τα τζάμια, τίναζε τα σεντόνια, έστρωνε τα κρεβάτια, έπλενε τα πιάτα, μαγείρευε, έστρωνε το τραπέζι και δεν έβλεπε την ώρα να αρχίσει και πάλι από την αρχή.
Έλεγε ξανά και ξανά την φράση practice makes perfect, practice makes perfect και γυάλιζε τα ασημικά και έστυβε τη μπουγάδα με τα χέρια της.

Η γιαγιά της έβλεπε την μικρή που εκπαίδευε τον εαυτό της για να γίνει μια άριστη νοικοκυρά και στεναχωριόταν. «-Τι θα γίνει, τι θα γίνει, Αχ αμόρφωτο θα μείνει» έλεγε και έψαχνε να βρει τροπο να της ανοίξει τους ορίζοντες με παραμύθια. Ενα βράδυ, αφού κύλησε  ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι, η σκούπα έκλαιγε γοερά πίσω από την πόρτα γιατί το σπίτι ήταν πεντακάθαρο και η μικρή ανυπομονούσε να πέσει για ύπνο, ώστε να έρθει μια ώρα γρηγορότερα η αυριανή μέρα με όλες τις δουλειές που θα έπρεπε να κάνει και πάλι από την αρχή, η γιαγιά πήγε και κάθισε στην άκρη του παιδικού κρεβατιού και άρχισε να μιλάει:

«Στη χώρα μου, το Κεραμιστάν, τα σπίτια δεν έχουν στέγη γιατί δεν βρέχει, ούτε χιονίζει ποτέ. Οι ψηλοί χρωματιστοί  τοίχοι αναπνέουν, αισθάνονται κι ανατριχιάζουν από συγκίνηση. Αντί για  παράθυρα έχουν  μάτια που ανοιγοκλείνουν και βλέπουν. Οι πόρτες των σπιτιών μας είναι πάντα μισάνοιχτες να μπαινοβγαίνει ελεύθερα οποίος θέλει. Άλλωστε δεν υπάρχει φόβος για κλοπές γιατί δεν έχουμε τίποτα. Δουλειά όλων μας είναι να διαβάζουμε και να γράφουμε στο πόδι, συχνά περπατώντας. Στο τέλος της ημέρας, όταν έχουμε χορτάσει το διάβασμα και καμία φορά μεθύσει από τις ιστορίες της ημέρας, αφήνουμε τετράδια, βιβλία και χαρτιά στο Αλφαβητάριο Μέλαθρο, μαζευόμαστε στις πλατείες και  κουβεντιάζουμε για όσα έχουμε γράψει και διαβάσει. Τις νύχτες ξαπλώνουνε στο χώμα των σπιτιών μας και μετρώντας τ’ άστρα στο στερέωμα, αποκοιμιόμαστε. 

Είναι φορές που οι ματιές που ρίχνουν τα σπίτια μεταξύ τους ανάβουν πάθη κι έρωτες. Τότε οι τοίχοι από ίσιοι που είναι, λυγίζουν και γέρνουν για να πλησιαστούν. Όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όλοι τρέχουμε στην πλατεία Γραμματικής αφήνουμε χαρτιά, μολύβια, τετράδια και βιβλία και μαζευόμαστε κοντά στα ερωτευμένα κτίρια. Παρατηρούμε σιωπηλοί τις ματιές που ανταλάσσουν. Απο την ένταση της ανατριχίλας των τούβλων, τους αναστεναγμούς που βγάζουν οι μεντεσέδες και την κλήση των τοίχων καταλαβαίνουμε αν θα αλλάξουμε ή όχι τη ρημοτομια. 

Αν ο έρωτας είναι σοβαρός, οι τοίχοι των σπιτιών ν´ ανατριχιάζουν και να γέρνουν για να συναντηθούν, αν αψηφούν τους νόμους της βαρύτητας και της στατικής, τότε όλοι μαζί ψέλνουμε ρυθμικά τη μαγική λέξη: «αμέποσαμέργον» πενήντα πέντε φορές. Τόσες ακριβώς χρειάζονται για κουνηθούν τα αλλά σπίτια από τον τόπο τους, για να κάνουν χώρο στα ερωτευμένα κτίρια να συναντηθούν. Να σταθούν κοντά, αλλά ποτέ με μεσοτοιχία, γιατί ο έρωτας είναι φτερωτός και τα μάτια, ακόμα κι αν είναι παράθυρα, παίζουν παιχνιδιάρικα και οι καιροί αλλάζουν.»

Η μικρή αποκοιμήθηκε πριν καλά καλά τελειώσει η γιαγιά την ιστορία της. Την άλλη μέρα όμως, αφού έφαγε το πρωινό που είχε ετοιμάσει για όλη την οικογένεια, πήγε στο αυτί της γιαγιάς και ψιθύρισε να μην την ακούσει ο αδελφός της ο ξερόλας: «-Γιαγιά, μπορείς να μου μάθεις να διαβάζω;»

Και έζησαν αυτοί καλά, και η υπηρέτρια που προσέλαβαν, καλλίτερα. 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.