Loading...
ΕύρηκαΠεζογραφία

Τίνα Σπυράτου: Δύο πεζά

Τακ…τακ ….τα …τακουνάκια…

Τακ… τακ… τα… τακουνάκια…

Ισιώνει το φουστάνι της που τσιτώνει στην κοιλιά γιατί έχει και τα παχάκια της. Δεν είναι και παιδούλα πια..

Γκλιν…γκλαν… κουδουνίζουν τα βραχιόλια που τα κλειδώνει σε ερμάρια μπας και μπει κανένας κλέφτης και της τα βουτήξει…

Βάζει τα χέρι της μέσα από την βελούδινη βυσσινί της μπλούζα φτιάχνει τη ράντα απ’ τον στηθόδεσμο… Ένα νούμερο μικρότερο τους παίρνει πάντα, για να τουρλώνει το βυζί κι ας της κόβει την ανάσα στην πλάτη… Ανάθεμα το! Φτηνιάρικο το πήρε απ’ τη λαϊκή, δεν στρώνει…

Σταματά κάτω από μια λάμπα θαμπή του δρόμου, βγάζει απ’ την παλιά της τσάντα με τις ξεθωριασμένες άκρες ένα κοριτσίστικο καθρεφτάκι, κοιτά το είδωλό της, ανοίγει το στόμα της, το κραγιόν έχει πασαλείψει τα κίτρινα της δόντια, κάνει μια ανάποδη κίνηση με τα δάχτυλα, το καθαρίζει, περνά μια στρώση ακόμη, μια τούφα αδιάφορου χρώματος από εκατό περάσματα οξυζενέ πέφτει στα μάτια της, τη ρίχνει στο πλάι και συνεχίζει να περπατά…

Τώρα τα τακουνάκια τη χτυπούν στα δάχτυλα και στη φτέρνα αλλά είναι τα πιο καλά που έχει, λουστρίνια με χρυσή αγκράφα και κόκκινο βελούδο στο τελείωμα… Της αρέσει το βελούδο. Στα φόρτε της, μέχρι και βελούδινα βρακιά είχε. Τώρα δεν χωρά…

Η νύχτα έχει πέσει κ το κρύο έχει αρχίσει να γίνεται τσουχτερό… Τα..τα..τα..τα δόντια της χτυπούν… Πού της είπε πως είναι το μαγαζί, δεν βλέπει κ χωρίς τα γυαλιά της… Δεν θέλει να τα φορά όμως… «Τι μαβιά μάτια κοκόνα μου που έχεις, μάγισσας» της λέγανε στην γειτονιά κείνα τα χρόνια που ανηφόριζε με τα τσόκαρα και τα διάφανα μπλουζάκια, που έκανε πιτσιρικάδες, αλάνια και νοικοκυραίους να ξυπνούν με το πουλί τους ορθό για χάρη της και τις γειτόνισσες να την αναθεματίζουν… Να τα κρύψει τώρα πίσω από γυαλιά γριάς…

Σάμπως δεν ήταν γριά όμως…; Άτιμα νιάτα… πού είναι το μαγαζί, γαμώτο… Όλη την παραλία της πόλης έφερε βόλτα… θα ταν καινούργιο, δεν το ήξερε. Να ρωτήσει κανέναν άνθρωπο…

Μα όποιον και να ρώτησε τέτοιο μαγαζί δεν ξέρανε… Δύο ώρες έφερε βόλτα τα στέκια… Άσε που την κοιτούσαν περίεργα και κρυφογελούσαν… Θα τους φαινόταν παράξενα ντυμένη για την ηλικία της λες και έπρεπε να δώσει λογαριασμό στον καθένα τι θα φορά και πως θα περπατά, α ρε ντουνιά με τις υποκρισίες σου… Πουθενά δεν υπήρχε μαγαζί με το όνομα που της είχε πει…

Την γέλασε κι αυτός… Δεν ήθελε να το παραδεχτεί. Την κορόιδεψε. Μπορεί να είναι και σε καμιά γωνιά να γελά μαζί της… «Είστε όμορφη και τόσο διαφορετική»… Σαράντα χρονών παλίκαρος ήταν. Πως δεν το κατάλαβε; Μόνο το όνομα του ήξερε και πως δούλευε σε μια τράπεζα. Σε ποια δεν ήξερε…. Δεν ρώτησε λες και ήταν πρωτάρα… Τώρα πονούσαν τα πάντα… Πόδια, χέρια, μέση, το κεφάλι της… Το κραγιόν της έκαιγε το στόμα, από το σουτιέν είχε κοπεί η ράντα και το βελούδινο μπλουζάκι τη στένευε αλλόκοτα…

Μπήκε σ ένα μαγέρικο. Λεφτά είχε ίσα ίσα για μια σούπα κ ένα ποτήρι κρασί… Δεν θα βάλει τα κλάματα, όχι. Έχει στερέψει χρόνια από δαύτα. Λεφτά δεν είχε… Τι να βγάλει εξήντα χρονών γυναίκα από τα κεριά και λιβάνια που πουλούσε στη λαϊκή αγορά… Τόσα λεφτά και άντρες από την ζωή της και τώρα ήταν το καλαμπούρι κάποιου… 

Μπήκε στο φαγάδικο. Παράγγειλε μια κρεατόσουπα και ρετσίνα… Κανείς δεν της έδωσε σημασία από τους θαμώνες. Ένα κουτάβι εμφανίστηκε στα πρησμένα πόδια της την ώρα που πήγε να φάει την πρώτη κουταλιά… Την κοιτούσε παρακαλεστά… Πήρε μια φέτα ψωμί, την βούτηξε στην σούπα και έβαλε το πιάτο στα πόδια της… Το ζωντανό το έφαγε με βουλιμία. Εκείνη ήπιε την φτηνή ρετσίνα, κάπνισε ένα τσιγάρο, πλήρωσε και έκανε να φύγει…

Το κουτάβι την ακολουθούσε βουβά… Η πόλη ήταν έρημη… Το κοίταξε… Τακ, τουκ, τακ έκανε η καρδιάς της… «Αν έρθεις μέχρι την πόρτα μου βρε μικρέ που με κοιτάς έτσι, θα σε κρατήσω και να δω πως θα σε ταΐζω..» Γαβ γαβ, έκανε το κουτάβι και κούνησε την ουρά…

—————————————-

Η Μπλε – ένα παραμύθι

Έφτασε η μέρα λοιπόν. Όλο το προηγούμενο βράδυ δεν είχε κοιμηθεί. Για να λέμε και την αλήθεια είχε να κοιμηθεί καλά βδομάδες τώρα. Η μάνα της είχε ετοιμάσει τη μικρή της βαλίτσα με τα πιο καλά της ρούχα. Ποια ρούχα δηλαδή, ένα φουστανάκι μπλε σκούρο με λίγη κοφτή δαντέλα στο σημείο του γιακά και στο στρίφωμα, βαρύ ύφασμα, δύο ασπρόρουχα, δύο αλλαξιές, μια ζακέτα για τα κρύα του χειμώνα και μια εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας. Την βαλίτσα την είχε δανειστεί η μάνα από την κυρά Μαρίκα, την γειτόνισσα που είχε άντρα ναυτικό και της είχε γεμίσει το σπίτι με υφάσματα, ασημικά και μπακίρια.

Η Μπλε κοίταξε την βαλίτσα. Μέσα στο μισοσκόταδο της φάνηκε σαν μικρό πλεούμενο. Σαν βαρκούλα που έμεινε ακυβέρνητη σε τρικυμία. Το λιγοστό φως που έμπαινε στο φτωχικό δωμάτιο που μοιράζονταν με τις τρεις μικρότερες αδελφές της σχημάτιζε στο ξύλινο ταβάνι σκιές αστερισμών. Θυμήθηκε τότε εκείνη την βραδιά που ήταν βγαλμένη λες από παραμύθι θαλασσινό, ένα γλυκό καλοκαίρι, εκεί στην ακροθαλασσιά, νύχτα με πανσέληνο να κοιτάζει, μια τα μάτια του δειλά, μια το ολόγιομο φεγγάρι και απέναντι τα φώτα από τα παράλια της Τουρκίας που φάνταζαν πολιτεία μεγάλη. Είχε εκεί δα μαζέψει κοχύλια και της τα έβαλε στα χέρια απαλά, σα να ντράπηκε για το θάρρος του. Ντράπηκε κι εκείνη να τον ρωτήσει πώς είδε μες τη νυχτιά τα μικρά εκείνα περίτεχνα στολίδια της ακρογιαλιάς.

Από μικρό παιδί, χειμώνες, καλοκαίρια, όταν τελείωνε με τα θελήματα, τα διαβάσματα και τις υποχρεώσεις του σπιτιού κατηφόριζε στην θάλασσα. Όταν είχε θαλασσοταραχή καθόταν με τις ώρες και κοιτούσε το μαβί πλάτος που δάμαζαν οι άνεμοι. Και όταν κάποτε κόπαζε η βουή και το ανεμοδούρι γέμιζαν τα βράχια και τα αμμουδερά σημεία με όστρακα, πεταλίδες, αστερίες και όλων των λογιών τα μωσαϊκά των ωκεανών. Κι η Μπλε τότε έσκυβε και τα μάζευε ευλαβικά γιατί θαρρούσε πως στα χέρια της κρατούσε όλη την υγρή ιστορία του κόσμου. Αν είχαν στόμα τούτα τα πολύχρωμα στολίδια θα ξεστόμιζαν μυστικά αφανέρωτα και ιστορίες με γοργόνες, πειρατές, αδικοχαμένους ναύτες, βασίλισσες, αμαζόνες, φάρους, λιμάνια, πνιγμένους και καημούς. Μάζευε ώρες κι έπειτα, όπως επέστρεφε σπίτι της, τα χάριζε στα πιτσιρίκια που έπαιζαν στην αλάνα και στον χωματένιο δρόμο κι εκείνα φώναζαν «Να, έρχεται η Μπλε, το κοχυλοκόριτσο». Σπίτι δεν τα πήγαινε ποτέ, μια κι ο πατέρας όπως κ οι περισσότεροι κάτοικοι εκεί στο μικρό χωριό του ασπρόνησου που μεγάλωνε θεωρούσαν γρουσουζιά να τα έχουν μες στο σπίτι. Ποτέ δεν τους κατάλαβε, αλλά πάντα υπάκουε…

Και να τώρα, τούτη την νύχτα, εκείνος της τα έβαζε στολίδια στον κόρφο της. Πώς να τα δώσει, πώς να τα αφήσει, πώς να τα απαρνηθεί. Ποτέ δεν είχε νιώσει τόση ομορφιά μαζεμένη στην καρδιά της. Εκείνο το βράδυ σαν γύρισε σπίτι η Μπλε πήρε ένα μεταλλικό κουτί που έβαζε μέσα η μάνα της τις βελόνες, έσκαψε με τα χέρια σε μιαν άκρη κάτω από τη λεμονιά και τα έκρυψε κάτω από το υγρό χώμα. Κείνο το βράδυ ο άνεμος φύσηξε δροσερός και γαλήνιος μες στο κατακαλόκαιρο. Λίγους μήνες μετά, πάνω από το μέρος που η Μπλε είχε θάψει τα κοχύλια της καρδιάς της, φύτρωσαν κάτι άγρια πολύχρωμα λουλούδια. Άρωμα δεν είχαν αλλά ήταν απόκοσμα όμορφα. Παρεξενεύτηκε η μάνα της. «Πρώτη φόρα βλέπω τέτοιον ανθό» έλεγε με την γειτόνισσα την κυρά Μαρίκα, «αλλόκοτη η γης, τελικά».

Όταν εκείνος αποφάσισε να μπαρκάρει, τα λουλούδια μαράθηκαν ξαφνικά. Μαράθηκαν και σταμάτησαν να βγάζουν άλλους βολβούς. Όσο και να τα πότιζε η Μπλε, εκείνα δεν ανθούσαν άλλο. Κακό σημάδι το είδε μα το έβγαλε από το νου της. «Δεν θα με νικήσουν οι κακές σκέψεις» μονολογούσε.

Της έδωσε όρκο. Θα μπάρκαρε για τρία χρόνια, θα μάζευε λεφτά και θα γύριζε να την ζητήσει από τον πατέρα της. Θα της έγραφε όσο πιο συχνά μπορούσε.Του έδωσε όρκο πως θα τον περιμένει ό,τι κι αν γίνει. Ό,τι κι αν γίνει, ψιθύρισε και ο άνεμος.

Εκείνο το απόγευμα την περίμενε ο πατέρας της στο σκαλόπορτο. Τον είδε από μακριά σκυμμένο. Κρατούσε ένα γράμμα. Το τελευταίο γράμμα εκείνου. Την κοίταξε θλιμμένα και της είπε κοφτά: «Μπορεί να είμαστε φτωχοί, αλλά δεν θα γίνουμε ποτέ ρεζίλι.Τι νταραβέρια έχεις με το γιο της πλύστρας;» Τι να του πει; Για ποιο από όλα να του πρωτοπεί; Για την βραδιά που έσμιξαν με τον άνεμο να ενώνεται ρυθμικά με τις αναπνοές τους, για τα μυστικά της πλανεύτρας θάλασσας που μοιράστηκαν, για την καρδιά της που πλημμύριζε ευτυχία ανείπωτη σαν την κοιτούσε. Τίποτα δεν είπε… Μόνο κατέβασε το βλέμμα…

Έκλαψε, παρακάλεσε, φώναξε, θύμωσε, ικέτευσε. Τίποτα. Η απόφαση είχε παρθεί. Η Μπλε την Τρίτη χαράματα θα άφηνε το νησάκι της με τα κάτασπρα σπίτια, τις καθαρές λουλουδιασμένες αυλές, τις αδελφές της, τα όνειρα της, τη θάλασσα της για να ταξιδέψει για την πρωτεύουσα. Αθήνα. Δεν ήθελε να πάει. Μια φορά είχε φύγει από το νησί της και είχε πάει στο Μεγαλονήσι που ήταν σαν πολιτεία. Τότε που έπρεπε εσπευσμένα να χειρουργηθεί στη σκωληκοειδίτιδα που από τύχη δεν έσπασε και η μάνα της ακόμη χρωστά τάματα. Μακάρι να είχε πεθάνει εκείνη την μέρα, σκέφτηκε.

Η ώρα του αποχαιρετισμού ήρθε. Η μάνα και οι αδελφές της την περίμεναν στην αυλή. Στην προβλήτα θα την συνόδευε ο πατέρας μόνο. Την κοίταξε τότε εκείνος. Η μεγάλη του κόρη. Η πιο όμορφη του μικρού νησιού. Με μάτια μαβιά σαν της συγχωρεμένης μάνας του, σαν τη θάλασσα που κοίταζε σαν έπλεκε δίχτυα. Όμορφη, καλοσυνάτη, ξύπνια, πανώρια σαν να την είχε φιλήσει ο ήλιος στο στόμα όταν γεννήθηκε. Κάτι μέσα του σκίρτησε. Μήπως δεν έπρεπε να την στείλει; Η ξαδέλφη του το είπε ξεκάθαρα. Θα της έβρισκε ένα καλό παλικάρι, τίμιο, θα μάθαινε μοδίστρα, θα ξεχνούσαν και τη ντροπή και όλα μέλι γάλα.

Έκλαψαν βουβά οι αδελφές αγκαλιασμένες για μερικά λεπτά, η μάνα την σταύρωσε και της φιλούσε τα χέρια, η κυρά Μαρίκα η γειτόνισσα τής φώναξε μια ευχή που ποτέ δεν έφτασε στα αυτιά της. Η Μπλε σήκωσε το βλέμμα στα γαλάζια ξεθωριασμένα παράθυρα του σπιτιού της. Ποτέ άλλοτε δεν της είχε φανεί τόσο όμορφο και τόσο ξένο μαζί. Έσφιξε τη ζακέτα της γιατί το πρωινό αγιάζι την έκανε να ανατριχιάσει από την κορφή μέχρι τα νύχια και κράτησε με περίσσια ένταση την δανεική βαλίτσα κοντά στο στήθος της.

Ήταν απόγευμα όταν έφτασε στο λιμάνι του Πειραιά. Ήταν τόσο κουρασμένη, φοβισμένη και μόνη. Πόση μοναξιά ένιωθε. Θυμήθηκε κάποτε που η μάνα της, όταν ήταν μικρή, είχε χαρίσει σε μια παπαδιά ένα γατάκι από τα τρία μικρά που είχε κάνει η γάτα τους. Τα αγαπούσε τόσο εκείνα τα μικρά τρυφερά γατάκια. Πότε δεν κατάλαβε πώς η μάνα της είχε το κουράγιο να χωρίσει ένα μωρό από τη μάνα και τα υπόλοιπα αδέλφια του. Ούτε τώρα καταλάβαινε διόλου. Τώρα που ήταν αυτή το γατί που έδιναν.

Κι εκείνος. Πόσο τον αγάπησε. Πόσο την αγάπησε. Δεν μπόρεσε ποτέ να του γράψει πως έγιναν τα πράγματα, πως ο πατέρας είδε το γράμμα και τα έμαθε όλα. Θα νόμιζε πως πάτησε τον όρκο της. Μα πως είναι δυνατόν να πατήσει τον όρκο της; Εκείνος δε θα πίστευε ποτέ κάτι τέτοιο, όχι! «Θα ‘ρθει να με βρει. Αφού δεν του απάντησα στα γράμματα του, δεν μπορεί, θα κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά. Και αν δεν κατάλαβε;». Πόση απελπισία μπήκε μες στην ψυχή της… Έπιασε με μανία το μεταλλικό κουτάκι που όσο κι αν το καθάρισε δεν ξεκολλούσε το τραχύ χώμα του νησιού της από πάνω του. Το έβγαλε από τη βαλίτσα και το άνοιξε. Ένα αεράκι από το νότο τρεμόπαιξε στο γύρισμα κι έπειτα κόπασε, λίγα λεπτά πριν το πλοίο της άγονης γραμμής πιάσει ντόκο στο τεράστιο λιμάνι. Τα κοχύλια της στριμωγμένα μέσα στο κουτί κουδούνιζαν ζωηρά σα να της μιλούσαν. Τότε εκείνη έβγαλε από την τσέπη της το μαντήλι της αγκαλιάζοντας τα πριν κλείσει το καπάκι.

Το σπίτι που έμελλε να κατοικήσει ήταν πολύ μεγάλο, πολύ καθαρό, πολύ φωτεινό και πολύ ψυχρό. Ζωσμένο από δέντρα και λουλούδια χωρίς άρωμα και με χρώμα θαμπό, στα μάτια της έμοιαζε σαν τα σκοτεινά κάστρα των παραμυθιών. Σαν τους ανθρώπους που ζούσαν μέσα. Η εξαδέφλη του πατέρα με σύζυγο μεγαλογιατρό και με σφιγμένα χείλη, μιλούσε περίεργα τα ελληνικά βάζοντας ανάμεσα στις προτάσεις πάντα και μερικές λέξεις από μιαν άλλη ξενική γλώσσα. Οι κόρες της σαν γυάλινες κούκλες και ο αδελφός τους ένα ροδαλό κακότροπο αγόρι. Την υποδέχτηκαν τυπικά μην ξεχνώντας να της υπενθυμίσουν πόσο τυχερή είναι που ήταν εκεί και της δήλωσαν καθαρά πως δεν ανεχθούν συμπεριφορές μη ηθικές.

Όταν την πήγαν στο δωμάτιο της με δυσφορία και μια μικρή αδιαφορία διαπίστωσε πως ήταν πιο στενό κι από τη φτωχική πατρική της κάμαρα. Οι τοίχοι ήταν γκρίζοι και λίγο φθαρμένοι στην κολώνα που κρατούσε το χαμηλό ταβάνι. Ένα δωμάτιο που ήταν άταιρο με το υπόλοιπο πολυτελές σπίτι. Το μόνο καλό ήταν πως ο μικρός φεγγίτης είχε θέα μια γκρίζα θάλασσα. Ένα δωμάτιο νεκρό. Το μόνο που είχε ζωή εντός του ήταν ένα ποτήρι μισογεμάτο με νερό. Πόσο καιρό να ‘ταν εκεί, άραγε…

Καθώς έβγαζε τα λιγοστά της υπάρχοντα από την δανεική βαλίτσα της κι αφού η κυρία εξαδέλφη την ενημέρωσε πως ναι μεν την φιλοξενούν αλλά θα πρέπει να εργαστεί σαν υπηρεσία στο σπίτι για να μπορεί να πληρώνει το φαγητό και τον ύπνο της, της έπεσε κάτω το μεταλλικό κουτάκι με τα πολύχρωμα αγαπημένα κοχύλια. Ένας αέρας δαιμονισμένος φύσηξε έξω από το παράθυρο που παραλίγο να σπάσει το μικρό διπλό τζάμι. «Χριστός και Παναγία» μονολόγησε τρομαγμένα η εξαδέλφη. «Κατακαλόκαιρο, τι άνεμος είναι αυτός! Και να σου πω, τι είναι τούτα εδώ, δεν θέλω σκουπίδια. Μαζεψέ τα από το πάτωμα και πέταξε τα σε παρακαλώ. Εδώ δεν είναι το χωριό με τα κατσάβραχα. Εδώ είναι οικία ιατρού με κύρος και πρέπει να φέρεσαι ανάλογα. Κάτι πρέπει να κάνουμε και με τα ρούχα σου»…

Η Μπλε έσκυψε χωρίς να πει λέξη, μάζεψε ένα-ένα τα πετράδια της, τα άγγιξε σαν να ήταν ό,τι πολυτιμότερο είχε ακουμπήσει ποτέ της, τα έβαλε στην σειρά ανάλογα το μέγεθος τους, από το μικρότερο στο μεγαλύτερο, και μόλις η άλλη έκλεισε την πόρτα δυνατά πίσω της, με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις τα κατάπιε όλα ένα προς ένα… Ο άνεμος έξω κόντευε να ξεριζώσει το σπίτι από τα θεμέλια του…

———-

Τίνα Σπυράτου

Γεννήθηκα στο Πασαλιμάνι του Πειραιά μια Κυριακή του 1974. Η μάνα μου λέει πως από τον έξω κόσμο ακούγονταν ιαχές από φιλάθλους του Θρύλου, ψαλμωδίες από ρεμπέτικα και κάπου πιο μακριά, η φωνή ενός παλιατζή. Αυτή προφανώς ήταν η πρώτη πλέξη από το μοτίβο της ζωής μου. Αγάπησα τον Πειραιά πολύ, το ποδόσφαιρο, αλλά τα ρεμπέτικα περισσότερο. Ξέρω ελάχιστα και νιώθω σχεδόν τα πάντα. Αγαπώ τους ποιητές, αλλά διαβάζω τους πεζογράφους. Από το 1992 που αποφοίτησα απο το 5ο Λύκειο της Καστέλας, δουλεύω ασταμάτητα, μαθαίνω, φωτογραφίζω, χορεύω, ταξιδεύω, αποτυπώνω κάθε σκέψη μου σε χαρτί και δεν σταμάτησα ποτέ να πιστεύω σ’ ένα δίκαιο αύριο. Αγαπώ τα θάματα και τα τραύματα των ανθρώπων και γράφω γι αυτά. Έχω τρία παιδιά που είναι η περηφάνια και η ευλογία μου και τα τελευταία χρόνια κατοικώ στην νήσο Κεφαλονιά, σ’ έναν τόπο που κουμάντο κάνει μόνον ο άνεμος. Μαζεύω τα γραπτά μου εδώ: https://spyrtina1.blogspot.com/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.