Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠρωτοσέλιδο

Χρ. Δ. Αντωνίου: Ιωάννης Βηλαράς – γλωσσικός επαναστάτης  και τεχνίτης ποιητής. Α΄ΜΕΡΟΣ

Ένας από τους προδρόμους της πνευματικής αναγέννησης του Ελληνισμού στα χρόνια πριν από την Επανάσταση του 1821 είναι ο Ηπειρώτης ποιητής Ιωάννης Βηλαράς. Άνθρωπος απλός, ανιδιοτελής ιδεολόγος, πολυμαθής και φωτισμένος. Γεννήθηκε το 1771, ένα χρόνο δηλαδή πριν από τον Χριστόπουλο, και σπούδασε κι αυτός στη Πάντοβα ιατρική. Όταν γύρισε στα Γιάννενα  έγινε γιατρός του γιου του Αλή Πασά Βελή, τον οποίο και ακολούθησε σε διάφορες εκστρατείες μέσα στον ελληνικό χώρο, στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία και στην Πελοπόννησο. Όταν στα 1820 ο σουλτανικός στρατός πολιορκούσε τα Γιάννενα, ο Βηλαράς κατέφυγε σ΄ένα ορεινό χωριό των Ζαγοροχωρίων, στο Τσεπέλοβο, όπου και πέθανε το 1823, σε ηλικία μόλις πενήντα δύο ετών, έρημος και φτωχός, γιατί όλη του η περιουσία είχε καεί στη μεγάλη πυρκαϊά των Ιωαννίνων (1820).

Έζησε λοιπόν ο Βηλαράς, αντίθετα προς τον Χριστόπουλο, μακριά από τους Φαναριώτικους κύκλους, σε μια επαρχιώτικη πόλη. Εκεί, αλλά και στις διάφορες περιοδείες του,  τού δόθηκε η ευκαιρία να  έρθει κοντύτερα στο λαό της υπαίθρου, να γνωρίσει καλύτερα τη γλώσσα του, τον πολιτισμό του και την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού. Θεωρήθηκε, σε σχέση με τον Χριστόπουλο, «τεχνικότερος στιχουργός» (Ιάκ. Πολυλάς). Υπήρξε πολυσύνθετη προσωπικότητα, ένας διανοούμενος της εποχής του. Γλωσσομαθής, ιατροφιλόσοφος και λόγιος. Βαθύτατα επηρεασμένος από τις ιδέες του Γαλλικού διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης, είχε ενεργό συμμετοχή στην Ελληνική επανάσταση.

Δύο είναι τα πεδία της πνευματικής εισφοράς του Βηλαρά: οι γλωσσικές του ιδέες και η ποίησή του. Όσο αφορά το πρώτο πρέπει να πούμε ότι υπήρξε ένας από τους προδρόμους του δημοτικισμού και, όπως σημειώνει ο Μιχ. Περάνθης, και ένας «καλλιτέχνης της αισθητικής δημοτικής». Πίστευε στη ζωντανή γλώσσα του λαού γιατί αυτή και μόνο μπορούσε να οδηγήσει στο φωτισμό του έθνους, αλλά και γιατί ήταν μια «γλώσσα διαμορφωμένη, εύηχη, πλαστική, αρμονική, με άφθονες δυνατότητες δημιουργίας ύφους». Κάποιες από τις θέσεις του για το γλωσσικό ζήτημα συναντάμε σε παραπλήσια μορφή λίγο αργότερα στον «Διάλογο» του Διονυσίου Σολωμού. Στενή πνευματική σχέση όμως με τον Σολωμό πρέπει να υπήρχε όχι μόνο στο θέμα της γλώσσας, αλλά και της ποίησης.

Το 1814 στην Κέρκυρα δημοσιεύει ο Βηλαράς ένα μικρό βιβλιαράκι με τίτλο: «Η ρομέηκη γλόσα» που ήταν ολόκληρο γραμμένο σ΄ένα σύστημα ορθογραφίας επαναστατικό, σχεδόν φωνητικό, χωρίς τόνους και πνεύματα. Καταργούσε την ιστορική ορθογραφία και τα περιττά ομοιόηχα φωνήεντα και ζητούσε να γράφουμε με τρόπο τέτοιο, «ώστε να φυλάμε εκείνο το ρυθμό όπου τόσο γλυκά μας φχαριστάει την ακοή…Ορθογράφουμε εκείνο που θέλουμε, αν βάλωμε στο γράψιμό μας τα παραστατικά σημάδια των φωνών. Κάθε άλλο περίσσιο ψηφίο κάνει το γράψιμο ανορθόγραφο». Το σύστημα της ορθογραφίας που προτείνει το εξηγεί σε μια «Μηκρη ορμηνια για τα γραματα κε ορθογραφια της ρομεηκης γλοσας», που περαθέτει στις πρώτες σελίδες του βιβλίου του.

Αλλά ας δούμε τι άλλο περιλαμβάνει «Η ρομεηκη γλοσα» στην οποία ο Βηλαράς παρουσιάζεται ως γλωσσικός επαναστάτης.

Α). Καταρχάς, επειδή το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον Ψαλίδα, περιέχει μια σύντομη επιστολή «Προς το Σοφολογιοτατο κηρ Αθανασηον Ψαληδα αρχηδασκαλον κε επιστημονα του ελληνηκου σχολιου τον Γιανηνον» (Το βιβλίο δεν μπόρεσα να το βρω στο εμπόριο και γι΄αυτό συμβουλεύομαι ένα ψηφιοποιημένο και όχι τόσο ευδιάκριτο κείμενο στο https://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php/).  Στην αρχή του γράμματος γράφει στον Ψαλίδα: «Το θαρος μου να βαλο τουτον το μηκρο μου κοπο στη σκεπη σου προερχετε από τη γνοριζο την κληση σου για οσα απογλεπουν στο κηνο οφελος του γενους». Αυτός είναι λοιπόν ο σταθερός σκοπός του διαφωτιστή  Βηλαρά, η ωφέλεια του γένους.

Β). Ακολουθεί, όπως συνηθιζόταν τον καιρό εκείνο, ένα σημείωμα προς τους αναγνώστες. Σ΄αυτό ο συγγραφέας αφηγείται ένα περιστατικό, πώς δηλαδή ένας «αυτοδίδακτος βιολιτζής έπαιζε με περισσότερη γλύκα, με περισσότερο αίσθημα από τον σοφό δάσκαλο της μουσικής. Κάποιος που είχε αρχίσει να μαθαίνει μουσική προτιμάει τον αυτοσχέδιο βιολιτζή. ‘Αφοντότες λοιπόν άφηκε σε μιαν άκρα την περίσσεια πολυμάθεια του σοφού δασκάλου του, ακολούθησε τον άτεχνο τρόπο του γείτονά του, και σ΄ολίγον καιρό έφτακε να νιώθη κι αυτός χάρη στο λάλημά του, κι όσοι τον άκουγαν’» (Κ.Θ. Δημαράς: Ιστορία ΝΕΛ). Προβάλλει δηλαδή ο Βηλαράς με την παραπάνω απλή αφήγηση τη δύναμη της παραδοσιακής τέχνης που βγαίνει μέσα από τη λαϊκή ψυχή κι όχι από έξωθεν περιττές οδηγίες, από κανόνες που καταντούν βασανιστικές προλήψεις. Γι΄αυτό και τελειώνει την αφήγησή του μ΄ένα τετράστιχο που κλείνει το παραπάνω νόημα της αφήγησης:

Ω πρόληψες του κόσμου/τύραννοι της ψυχής,

ο κόσμος σας λατρεύουν/για να ΄ναι δυστυχείς.

Γ). Στη συνέχεια παραθέτει πέντε ποιήματά του: Ύμνος στον Έρωτα, Άνοιξη, Μελίσσι, Πουλάκι, Στον πλούτο κι ένα ακόμη ποίημα μεταφρασμένο από τον Ανακρέοντα, για να δώσει παραδείγματα γραμμένα στη γλώσσα που προτείνει και να δείξει την ευελιξία και τις δυνατότητες της λαϊκής ρωμέϊκης γλώσσας. Τα πρώτα τέσσερα  ποιήματα  παραθέτω παρακάτω (εν μέρει αποσπάσματα) για πραγματική απόλαυση του αναγνώστη, στη σύγχρονη βέβαια ορθογραφία:

Ύμνος στον έρωτα

Ω τρυφερότατ’ Έρωτα,

γλυκύ ψυχής μου πάθος

θνητός δεν έχει λάθος

εσέ να προσκυνάει.

Εσύ στιγμή να λείψεις,

μαραίνεται όλη η φύση

νεκρώνει πάσα χτίση,

Το παν διαλιέται, σβυεί.

Το δυνατό σου χέρι

νομοθετάει, μορφώνει,

τον κόσμον εμψυχώνει,

κινεί και κυβερνάει.

Εσύ ’σαι που λαμπρύνεις

των ουρανών τους θόλους

με τους ακτινοβόλους

αστέρες φωτεινούς.

Της θάλασσας τα βάθη

μακρυά όχι τα΄εσέ δε μνήσκουν

και οι στεριές ευρίσκουν

ζωής αναπνοή.

                                                               

 

Άνοιξη

 

Η γλυκυτάτη άνοιξη

με τ΄άνθη στολισμένη,

ροδοστεφανωμένη

τη γη γλυκοτηράει.

Κι η γη τη χλόη ντύνεται

τα δάση της ισκιώνουν

τα κρύα χιόνια λιώνουν

ο ουρανός γελάει.

Τα λουλουδάκια βάφουνται,

τα πλάγια χρωματίζουν

κ’ ηδονικές φωτίζουν

οι δροσερές αυγές.

Στ΄αγκαθερό τριαντάφυλλο

γλυκολαλάει τ’ αηδόνι,

το ξένο χελιδόνι

ταιριάζει τη φωλιά.

Στους κάμπους πλούσια κι άκοπα

στα πράσινα λιβάδια

τα ζωντανά κοπάδια

βελάζουν και πηδάν

Κι ο νιός βοσκός χαρούμενος

φυσώντας τη φλογέρα

γιομίζει τον αέρα

με τραγουδιών φωνές.

Κάθε ψυχή ευφραίνεται

την άνοιξη γιορτάζει

ο Θύρσης σκυθρωπιάζει

στη γενική χαρά.

Όμορφη Δάφνη, πρόβαλε

να την αποστολίσεις

και τότες ειν΄ ο Θύρσης

ο πλέον ευτυχής.

 

 

Φιλόπονο Μελίσσι

 

Φιλόπονο μελίσσι,

που σ’ εκαμεν η φύση

το μέλι να τρυγάς,

το μέλι που γυρεύεις

μη κόπους εξοδεύεις

να πας ν’ ανθολογάς.

Στα πορφυρένια χείλη

το έχει πλούσιο η Φύλλη,

κι ασύγκριτο γλυκύ.

Μον΄ τολμηρό αν ορμήσεις

το μέλι να ρουφήσεις

σαν τ’ άνθια κι αποκεί΄

μάθε κι η λιγερένια,

χείλη τα κοραλλένια

παράχει τρυφερά

 και πρόσεχε, μαζύ σου,

μη πάρης το κεντρί σου

και βλάψης τρομερά.

 

 Το πουλάκι

Πουλάκι ξένο,
ξενιτεμένο,
πουλί χαμένο,
πού να σταθώ;
Πού να καθίσω
να ξενυχτήσω,
να μη χαθώ;
Βραδιάζ’ η μέρα,
σκοτάδι παίρει,
και δίχως ταίρι
πού να σταθώ;
Πού να φωλιάσω,
σε ξένο δάσο
να μη χαθώ;
Η μέρα φεύγει.
Η νύχτα βιάζει
να ησυχάζει
κάθε πουλί.
Εγώ στενάζω,
το ταίρι κράζω,
ξένο πουλί.
Κοιτάζω τ’ άλλα
πουλιά ζευγάρι
αυτήν τη χάρη
δεν έχω πλια.
Νύχτα με δέρει
με δίχως ταίρι,
χωρίς φωλιά.
Γυρίζω να ’βρω
πού να καθίσω
να ξενυχτήσω
καν μοναχό.
Κάθε κλαράκι
βαστάει πουλάκι
ζευγαρωτό.
Δεν με γνωρίζουν,
κι εδώ με διώχνουν
κι εκεί μ’ αμπώχνουν.
Πού να σταθώ;
Αχ, πώς να γένω,
πού να πηγαίνω,
να μη χαθώ;

Λυγάν οι κλάδοι,
τα φύλλα σειούνται,
γλυκοτσιμπιούνται
τ’ άλλα πουλιά.
Κι εγώ το ξένο
το πικραμένο,
χωρίς φωλιά.

 

Αυτά ειδικά τα ποιήματα που περιέχονται στη Ρομεηκη Γλοσα, καθώς και στην πρώτη μεταθανάτια έκδοση των έργων του (Κέρκυρα 1827), άρεσαν πολύ στους ιστορικούς της λογοτεχνίας μας. Ειδικότερα το ποίημα «Άνοιξη» το συμπεριέλαβαν οι νεοελληνικές ανθολογίες, από τις παλαιότερες ( Α. Κορομηλά, 1835) μέχρι τις νεότερες (Λ. Πολίτη), ως  ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα ποιήματα του Βηλαρά. Πέρασε ακόμη και σε σχολικά βιβλία. Ο Κ. Θ. Δημαράς στην Ιστορία της Ν. Ε. Λογοτεχνίας (1975) μιλάει για το ποίημα αυτό με πολύν ενθουσιασμό. «Χάρη και επισημότητα έχει το παρουσίασμα της Άνοιξης· η πρώτη ανατριχίλα ύστερ’ από τον χειμώνα περνάει από τη φύση και φθάνει στην ψυχή του ποιητή, για να πάρει τελικά μιαν άψογη μορφή μέσα στον ελληνικό στίχο…..Ο λόγος του Βηλαρά παίρνει αντίστοιχη πληρότητα: σύνθετες λέξεις, ταίριασμα με την γλωσσοπλαστική δύναμη του λαού, δίνουν με το μάκρος τους μια πλαστική ροή στον στίχο. Τα επίθετά του δεν είναι ποτέ ψυχρά, αποτελούν μια συμπλήρωση του ουσιαστικού ή μια επίτασή του, όπως και στο δημοτικό τραγούδι: αγκαθερό τριαντάφυλλο, μαλακωμένο στήθος· η περιγραφή παρέχεται μέσα από το αποτέλεσμα της πράξης: τα δάση που ισκιώνουν, αντί τα δέντρα που βγάζουν καινούργια φύλλα».

Αλλά κι ο Λ. Πολίτης στην Ιστορία της Ν. Ε. Λογοτεχνίας (1980) με παρόμοιο θαυμασμό για τον Βηλαρά και την «Άνοιξή» του γράφει αντιπαραθέτοντάς τον μάλιστα προς τον Χριστόπουλο: «Το κλίμα είναι κι εδώ το ίδιο όπως και στον Χριστόπουλο· ο ίδιος κόσμος των κλασικιστικών αλληγοριών, η ίδια ανάλαφρη, παιχνιδιάρικη διάθεση. Ο Βηλαράς όμως είναι πιο γνήσια ‘αρκαδικός’: η Χλόη, η Φύλλις, ο Θύρσις, η Δάφνη (σ.σ. πρόσωπα παρμένα από την ποίηση του ιταλικού αρκαδισμού) ξανάρχονται συχνά στους στίχους του, η ‘αρκαδική’ διάθεση είναι εδώ γνησιότερη και περισσότερο αφομοιωμένη. Ένα από τα καλύτερα ποιήματά του, η «Άνοιξη», ίσως να είναι μίμηση κάποιου αντίστοιχου ιταλικού, διατηρεί όμως μιαν αναμφισβήτητη πρωτοτυπία……Η πνοή της άνοιξης σαν να έρχεται δροσερή κατευθείαν από τη φύση, χωρίς να την ψυχράνει το πέρασμα από σύμβολα και αλληγορίες· και η στιχουργία ακόμη με τη χαριτωμένη λυγεράδα της φαίνεται ν’ ακολουθεί αχνάρια ιταλικά και όχι τα καθιερωμένα και κάπως δύσκαμπτα της φαναριώτικης ποίησης».

Και για τ΄ άλλα ποιήματα της Ρομεηκης Γλοσας βέβαια υπάρχουν πολύ επαινετικά λόγια σε ιστορικούς και κριτικούς. Τελειώνοντας αυτό το κείμενο κι αφήνοντας για την επόμενη φορά την επίσκεψή μας στα άλλα ποιήματα του Βηλαρά, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η εξαιρετική ποιότητα των ποιημάτων του ίσως να οφείλεται στο γεγονός ότι κατάφερε αυτός ο λόγιος Ηπειρώτης με την πλούσια και πηγαία ποιητική του διάθεση, να δέσει το έργο του με τη λαϊκή ελληνική παράδοση, την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού, από την οποία πήρε δύναμη και χάρη.

Δ). Τέλος, τη «Ρομεηκη γλοσα» συμπληρώνουν δύο πεζές μεταφράσεις: η μία του πλατωνικού Κρίτωνα και η δεύτερη του Επιταφίου του Θουκυδίδη σε βηλαρική γλώσσα, για να δείξει, μαζί με τον Ψαλίδα και τον Χριστόπουλο, αυτός ο «γλωσσικός επαναστάτης και τεχνίτης ποιητής» τη δύναμη της αμιγούς δημοτικής και να λειτουργήσουν συνάμα αυτές οι μεταφράσεις ως έκφραση της αντίρρησής του στην προσπάθεια που αντιπροσωπεύει ο Κοραής.

 

 

.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.