Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Χρ. Δ. Αντωνίου: Στάθης Κουτσούνης, Στου κανενός τη χώρα, Εκδ. Μεταίχμιο 2020.

Πρόκειται για την έβδομη ποιητική συλλογή του Στάθη Κουτσούνη που από το 1987 μέχρι σήμερα δεν έχει  σταματήσει να γράφει ποίηση μ’ έναν αργό αλλά σταθερό βηματισμό. Έχει ακόμη δημοσιεύσει διηγήματα και σε πολλά έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά φιλοξενούνται άρθρα του, μελέτες και βιβλιοκρισίες.  Είναι αξιόλογος ποιητής (ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε άλλες γλώσσες: γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά κ.ά.) και  φιλόλογος με γερή φιλολογική κατάρτιση και πλούσια εκπαιδευτική προσφορά.

Τα ποιήματα της συλλογής  Στου κανενός τη χώρα αποτελούν, νομίζω, μιαν  ενότητα καθώς όλα κινούνται γύρω από μιαν ενιαία θεματολογία: τη φθορά, την απώλεια και τον θάνατο. Ο Καβάφης  φαίνεται πως έχει με τη βιοθεωρία του επηρεάσει τον ποιητή μας, αλλ’ αυτό είναι μόνο μια υπόθεση, γιατί και χωρίς την καβαφική επίδραση ο Στάθης Κουτσούνης παρουσιάζεται μέσα από το έργο του να στοχάζεται αυτόνομα για τη ζωή και το θάνατο. Ως φιλόλογος μάλιστα γνωρίζει ότι η φιλοσοφία ορίζεται ως μελέτη θανάτου κι επομένως μπορεί  αυτοδύναμα να εστιάσει μέσα στην ποίησή του σ’ αυτό το θέμα,  που είναι ο ένας από τους δύο βασικούς πόλους της ζωής. Ο άλλος είναι ο έρωτας. Αυτό άλλωστε το δίπολο είναι η θεματολογία, σε γενικές γραμμές, της τέχνης.

Μια λοιπόν ποιητική πραγματεία για τον θάνατο είναι αυτή η συλλογή κι ο τίτλος: στου κανενός τη χώρα έρχεται να συνηγορήσει υπέρ αυτής της άποψης. Όσο κι αν μπορεί να δοθούν σ’ αυτόν περισσότερες σημασίες, όμως θεωρώ ότι, αφού η χώρα δεν ανήκει σε κανέναν ιδιαιτέρως, «θα μπορούσε  να ανήκει στον καθένα, δηλαδή σε όλους», καθ’ ομολογίαν μάλιστα και του ίδιου του ποιητή στη συνέντευξή του στη Χαριτίνη Μαλισσόβα.  Λέει ακόμη σ’ αυτή τη συνέντευξη: «Συνειρμικά ανακαλώ τον Οδυσσέα, που μ’ αυτό το όνομα ξεγέλασε τον Πολύφημο, για να επιστρέψει στη χώρα του, στην πατρίδα του. Μπορεί ο κανένας να ξεγελά κι εμάς, παρασύροντάς μας στη δική του χώρα, που γίνεται και χώρα μας, εκεί που επικρατούν ‘απέραντες φυτείες του ύπνου’ και μια ΄πηχτή αδιαπέραστη σιωπή’», δηλαδή ο θάνατος, λέω εγώ. Άλλωστε στο ίδιο νόημα παραπέμπει κι ο πίνακας του εξώφυλλου («Exit Fig, xxi» του VI. Velickovic), όπου εικονίζεται ένα ανθρώπινο σώμα γυμνό που αφήνει πίσω του ένα χώρο φωτεινό και γεμάτο με χρώματα και να εισέρχεται από μια πόρτα στενή σ’ ένα σκοτεινό χώρο, που ασφαλώς συμβολίζει τη σκοτεινή χώρα του θανάτου.

Αυτή η σπουδή για τη φθορά, την απώλεια και τον θάνατο, που μάλλον ξεκινάει από προσωπικά του βιώματα, εξελίσσεται από σελίδα σε σελίδα του βιβλίου. Πιο συγκεκριμένα για τη φθορά παραπέμπω για παράδειγμα στο ποίημα «Εύα» (σ.12), στο οποίο καθώς η πρωτόπλαστη δαγκώνει το μήλο «ξεπροβάλλει ένα σκουλήκι», που την κολακεύει εκθειάζοντας  την ομορφιά της και «της λέει: αν μ’ αφήσεις να μπω μέσα σου/ θα σου φανερώσω τη γνώση/ το μυστικό για να μείνεις αμάραντη». Εκείνη με επιπολαιότητα πείθεται και το σκουλήκι μπαίνει κι αρχίζει μέσα της το καταστροφικό του έργο τρώγοντας τα σωθικά της. Εδώ ο ποιητής για να γενικεύσει τη συντελούμενη φθορά στους απογόνους της Εύας κι ακόμη για να δείξει τον συμβολικό και διαχρονικό χαρακτήρα αυτού του ποιητικού περιστατικού,  παραλείπει  στους δύο τελευταίους στίχους την αντωνυμία: «της» και θέτει την προσωπική αντωνυμία «μου», που αναφέρεται στον ίδιο τον ποιητή κι όσους αυτός εκπροσωπεί:

Κολακευμένη εκείνη το πιστεύει

Και το σκουλήκι εισχωρώντας

αρχίζει να δουλεύει ακάματα

από τότε μεγαλώνει

θεριεύει εντός μου και τρώει

οχιά τα σωθικά μου.

Ένα δεύτερο παράδειγμα για τη φθορά, που προκαλεί η απερίσκεπτη ή, ίσως καλύτερα, η μοιραία συμπεριφορά του ανθρώπου, είναι το ποίημα «θέατρο» (σ. 36), όπου σε τραγικο-κωμικό ύφος ένα κοτόπουλο, που είναι έτοιμο, σε μερίδα πάνω στο τραπέζι, να φαγωθεί, παίρνει φωνή και αφηγείται την ιστορία του προτού γίνει έδεσμα, με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνει κατανοητό από το ποιητικό υποκείμενο  πως την ίδια τύχη θα έχει κι εκείνο, θα γίνει δηλαδή έδεσμα, των σκουληκιών εννοείται. Τα παραδείγματα είναι πολλά αλλά δεν θα παραλείψω ένα από τις τέσσερις ενότητες μικρών ποιημάτων που έχουν ως τίτλο «νεκρές φύσεις»:

Γέρος στο καρεκλάκι του μωρού

στο πίσω κάθισμα της λιμουζίνας

που τον πάει αργά στην εξοχή.

Όσο αφορά την «απώλεια», για την οποία θέλω να πω ότι είναι παρεμφερής έννοια με την φθορά,  θα παραπέμψω, πάλι για παράδειγμα, στο ποίημα «απουσιολόγιο» (σ. 35). Σ’ αυτό το ποίημα η μητέρα, που από μαθήτρια έμαθε ως απουσιολόγος να σημειώνει τις απουσίες των συμμαθητών της, εξακολουθεί και τώρα στα βαθιά της γεράματα να ζει με τους αγαπημένους απόντες  (συγγενείς) της και να νοιάζεται μοναχά:  μην τυχόν κι ο απουσιολόγος/κάνει τα στραβά μάτια και προ πάντων μην τυχόν/και δεν αντιληφθεί/ την απουσία της, όταν αποχωρήσει από τη ζωή.

Κι όσο για τον θάνατο, που αποτελεί την κατάληξη της φθοράς,  τον υποβάλλει ο ποιητής συνεχώς με διάφορους τρόπους. Στο ποίημα «ορρωδία»(σ.15), ενώ ακούγονται πένθιμες καμπάνες, χτύποι του σφυριού από το κάρφωμα αγγελτηρίων θανάτου, μια γριά/βγάζει κλεφτά το κεφάλι της στην πόρτα/και δεν κοτάει να ρωτήσει/ποιος άραγε παντρεύτηκε. Ο θάνατος είναι το τρομακτικό γεγονός που σκορπίζει τον φόβο. Ο ποιητής που δεν θέλει βέβαια με τον ρεαλισμό του να μας καταθλίψει, καταφέρνει με την αναφορά του στη στάση της γριάς να μας κάνει να γελάσουμε.

Στο ποίημα «σύγχυση» (σ.22) ταυτίζει τον θάνατο με την αιωνιότητα, στο «νήμα» (σ.24) συνειρμικά οδηγείται ο ποιητής στον έννοια του θανάτου, όταν αντανακλαστικά σηκώνει το πέλμα του να λιώσει ένα σκουλήκι και ξαφνικά μεταφέρεται στη μετά θάνατο κατάσταση, στην οποία τα σκουλήκια διαδραματίζουν τον γνωστό σε όλους μας ρόλο τους. Ο ποιητής ταράζεται, συγκινείται κι ευθύς παραμερίζει για να περάσει το σκουλήκι από σεβασμό στην αλυσίδα της φθοράς και του θανάτου. Στα περισσότερα άλλωστε μικρά ποιήματα της ενότητας «νεκρές φύσεις» διαρκώς υποβάλλεται το ίδιο θέμα. Παραθέτω για παράδειγμα και μόνο:

Μάζα σιδερικών και αίματος/αστράφτει πένθιμα/απομεσήμερο στην εθνική (σ. 26).

Οσονούπω νυχτώνει/και τα χρόνια αστράφτουν καρφιά/στο φέρετρο της μνήμη (σ.34)

Ολάνοιχτο στον ήλιο το φυλάκιο/και μέσα στραφταλίζοντας/ο κόσμος των οστών (σ.18).

Με άλλα λόγια, σχολιάζω εγώ: κι ο ήλιος θάνατος μες στους θανάτους.

Και η ζωή πώς προβάλλεται μέσα σ’ αυτά τα ποιήματα; Και ο άλλος πόλος της, ο έρωτας; Είπαμε, αυτή η συλλογή αποτελεί ποιητική πραγματεία για τον θάνατο, όχι για τον έρωτα. Όμως η ζωή δεν παύει να είναι «πρώτο αγαθό και μέγα», ιδίως για κείνον που επίμονα μελετά τον θάνατο. Η επιθυμία της ζωής, που τον προτρέπει να βάλει «φωτιά να καούν τα όρια» (σ. 13), είναι τόσο μεγαλύτερη, όσο περισσότερο ο φορέας της βιώνει οδυνηρά τον θάνατο. Προσωπικά θα ήθελα μέσα στην ίδια συλλογή, για ψυχολογικούς και μόνο λόγους, να ισορροπούν κατά κάποιον τρόπο οι δύο πόλοι: έρωτας θάνατος, για να κρατηθεί ανάμεσά τους η ποθητή αρμονία. Αυτή όμως η αρμονία ίσως είναι μια ουτοπία κι εκείνο που απομένει στον άνθρωπο είναι να ανεβάζει σαν τον Σίσυφο το βράχο στην κορυφή του βουνού, ξέροντας ότι, ενώ σ’ αυτό το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου πάντα θα χάνει, ωστόσο μπορεί να χαίρεται τις μικρές του νίκες και την όποια παράταση κερδίσει στο παιχνίδι. Αυτά τα νοήματα βρίσκουμε στο ποίημα «παίζω άρα υπάρχω» και στο «coda» (=το τελευταίο τμήμα ενός μουσικού μέρους):

Σπρώχνω ανυποχώρητος                           

την πέτρα στην κορυφή                                

κι ευθύς ποντάρω απ’ την αρχή                   

ευτυχώς που πάλι θα χάσω (σ. 42)  

    

Πάντα εσύ θα νικάς στο τέλος

το ξέρω

ωστόσο εγώ πασχίζω να παίξω μαζί σου στα ίσια

γευόμενος μέχρι το μεδούλι

την ηδονή από τα μικρά μου τρόπαια

κι αν καταφέρω στο φινάλε

λίγο προτού μ’ αποτελειώσεις

την τύχη μου να ιντριγκάρω

θα πάρω ακόμη μια βαθιάν ανάσα

και βγάζοντας από το μανίκι μου τον άσο

θα σ’ αναγκάσω σε παράταση (σ. 43).

Η αποδοχή της ανθρώπινης μοίρας και ο αγώνας για το όποιο ξεπέρασμά της συνιστούν ασφαλώς μια γενναία στάση ζωής κι αυτό στην ουσία θέλει ο ποιητής να μας διδάξει. Όσο για την καλή ψυχολογία μας  φροντίζει  βάζοντας ως προμετωπίδα της συλλογής   τον ευριπίδειο στίχο «τόδ’ ήμαρ ημίν κύριον» (Ορέστης, 1035), που αποτελεί μια ρεαλιστική και γενναία απάντηση του Ορέστη στο «θανούμεθα» της Ηλέκτρας.

Τελειώνοντας , θα ήθελα να πω ότι η τεχνική του Στάθη Κουτσούνη και στις προηγούμενες βέβαια συλλογές του είναι η εκφραστική λιτότητα, αλλά σ’ αυτή, για την οποία γίνεται λόγος, είναι η πλήρης λιτότητα. Δεν υπάρχει τίποτε το περιττό, ούτε μια λέξη. Δεν υπάρχει τίποτε, για να το πούμε ακριβέστερα, που δεν είναι άκρως απαραίτητο. Έχει αφαιρέσει μάλιστα τα κεφαλαία γράμματα και τα σημεία στίξης. Επικρατεί ένας απόλυτος μινιμαλισμός καθώς και τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, ιδίως οι «νεκρές φύσεις», είναι σχετικά μικρά. Είναι φανερό ότι ο ποιητής σάρωσε πολλές φορές τα ποιήματά του, για να πάρουν τη μορφή που ταιριάζει σ’ ένα τέτοιο σοβαρό και τραγικό θέμα, στον θάνατο. Για τη μελέτη όμως της αισθητικής του Στάθη Κουτσούνη χρειάζεται ένα  ακόμη τουλάχιστον κριτικό σημείωμα. Προς το παρόν ας κρατήσουμε ότι μορφή και περιεχόμενο βρίσκονται σε μια σολωμική αρμονία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

.

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.