Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΓραφή & ΑνάγνωσηΠρωτοσέλιδο

ΧΡ.Δ.ΑΝΤΩΝΙΟΥ:  ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, Η ΤΕΧΝΗ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΕΙ (Για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρού μας), Εκδ. Μικρή Άρκτος.

Ποίηση: Μπροστά σ’ ένα καθρέφτη μια παντομίμα ξεψυχά! (Χρ.  Αντωνίου: Σύρματα και Τροχαλίες, Μικρά Όστρακα, 1986)                                                                             

Στις 18 Απριλίου κυκλοφόρησε το εν τίτλω  βιβλίο του γνωστού δοκιμιογράφου, ποιητή και μεταφραστή Κώστα Κουτσουρέλη. Έγινε μάλιστα αυτή τη μέρα παρουσίαση του βιβλίου στον ΙΑΝΟ με μια συζήτηση ανάμεσα στον συγγραφέα και τον εκδότη της Μικρής Άρκτου Παρασκευά Καρασούλο.  Στη συζήτηση,  που ήταν πολύ ενδιαφέρουσα και ζωντανή,  χωρίς χειρόγραφα, συμμετείχαν  άνθρωποι που ενδιαφέρονται για την ποίηση του καιρού μας, για το αδιέξοδο στο οποίο έχει φτάσει διεθνώς  και ασφαλώς στην Ελλάδα. Αυτό αποτελεί και την προβληματική του βιβλίου. Κύρια διαπίστωση του συγγραφέα είναι ότι: «Οι ποιητές της εποχής μας το αρνούνται ή το απωθούν. Όμως όλα τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία που έχουμε στη διάθεσή μας ομοφωνούν:  η τέχνη τους ξέπεσε διεθνώς εντυπωσιακά. Από κορυφαίο λογοτεχνικό είδος, η ποίηση έγινε σήμερα ενασχόληση περιθωρίου. Αφού πρώτα έχασε όλο σχεδόν το ακροατήριό της, βλέπει και το κληρονομημένο κύρος της να κατολισθαίνει. Αφού πρώτα έχασε τον έπαινο του Δήμου, βλέπει τώρα και τους Σοφιστάς να της γυρνούν την πλάτη».

Το πρόβλημα με το οποίο καταπιάνεται ο Κώστας Κουτσουρέλης  διαρκώς έρχεται και επανέρχεται στους κύκλους των ποιητών, από τους  οποίους πολλοί  διαρκώς παραπονούνται ότι ο κόσμος δεν τους διαβάζει. Αλλά αντί, κατά τον συγγραφέα,  να αναζητούν τις αιτίες αυτού του φαινομένου, κρύβουν το πρόβλημα κάτω από το χαλί μιας εύκολης δικαιολογίας  ή και επιρρίπτουν τις ευθύνες  στους άλλους: στο κοινό που είναι αμόρφωτο, στους παραδόπιστους εκδότες, στα  μήντια  που σκευωρούν, στην πνευματική κατάντια της εποχής. Αρκετοί μάλιστα αναλαμβάνουν πνευματική σταυροφορία για την υπεράσπιση της ποίησης  με τρόπο όμως  πολύ θεωρητικό και τετριμμένο: Δυστυχώς λένε  «η ποίηση αφορά μιαν απέραντη μειοψηφία», «η ποίηση είναι φάρμακο για τις πληγές της λογικής», «η ποίηση δεν έχει λεφτά, αλλά ούτε τα λεφτά δεν έχουν ποίηση» κ.ά.

 Αν και πάντοτε αναλογεί κάποια ευθύνη στον  καθένα  μας για ό,τι συμβαίνει, ο συγγραφέας υποστηρίζει  ότι δεν ευθύνεται  το κοινό για την απομάκρυνσή του από την  ποίηση. Φταίνε οι ίδιοι οι ποιητές, είναι η άποψή του, την οποία θα την υποστηρίξει πολύ πειστικά σε όλο το βιβλίο, έχοντας θαυμαστή γνώση της ελληνικής, της ευρωπαϊκής, της δυτικής εν γένει  λογοτεχνίας και διαθέτοντας  υψηλή πνευματική οξυδέρκεια και ειλικρινή διάθεση στην αναζήτηση της αλήθειας. Αυτή η απομάκρυνση συντελέστηκε, γράφει, σταδιακά: πρώτα στα χρόνια των ρομαντικών ποιητών, οι οποίοι, μέσα στο πλαίσιο των νέων θεωριών της εποχής τους, θεώρησαν πολύ υψηλό το ρόλο της ποίησης και τον ποιητή «νομοθέτη της ανθρωπότητας» (Νοβάλις). Η  ιεροποίηση από τους ρομαντικούς της ποίησης  μαζί με την υπερβολική ρητορική για τον ρόλο των ποιητών, που κατά τον συγγραφέα, «καβάλησαν το καλάμι» τους,  αποτέλεσε μια πρώτη πολύ βασική αιτία της αποξένωσης  του κοινού από την ποίηση. Ύστερα το φαινόμενο αυτό ενισχύθηκε στα χρόνια του συμβολισμού, τότε που οι ποιητές  απαξίωναν τα θέσμια της αστικής κοινωνίας  και θεωρούσαν ότι οι ποίηση αφορά μόνο τους επαΐοντες (Μαλαρμέ) και τέλος  το κακό ολοκληρώθηκε με τον μοντερνισμό, που με την σκοτεινότητά του έδωσε τη χαριστική βολή στον αναγνώστη.

 « Όσο σκανδαλώδης κι αν ακούγεται,  η αλήθεια είναι αυτή: για το διαζύγιο των ποιητών από  τον κόσμο δεν φταίει το κοινό· δεν φταίει η αναπόδραστη υποτίθεται παρακμή του στίχου· δεν φταίει καν αυτός ο αχρείος καπιταλισμός και η αμορφωσιά των πολλών. Κύριοι υπαίτιοι είναι οι ίδιοι οι ποιητές. Σε μια  πορεία μοιραία που κρατάει κοντά δυο αιώνες, πήραν μια τέχνη τερπνή και την έκαναν ανιαρό σταυρόλεξο», ισχυρίζεται ο συγγραφέας. Έτσι, παρά τον σημερινό πληθωρισμό στις εκδόσεις  ποιητικών βιβλίων, η απήχηση αυτής της παραγωγής είναι «αμελητέα» και ως προς αυτό, κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί το αντίθετο. Μήπως η εμβληματική ρήση του Τίτου Πατρίκιου:   «Κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα. Κανένας  στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες. (Ποιες μάζες; Μεταξύ μας τώρα. Ποιοι σκέφτονται τις μάζες; Το πολύ μια λύτρωση ατομική—αν όχι ανάδειξη)» εκφράζει αυτή την ελάχιστη απήχηση της σημερινής ποίησης στις κοινωνίες μας; Να τονίσουμε: την απήχηση της σημερινής ποίησης, όχι του Ομήρου, της τραγωδίας, του Δάντη, του Σαίξπηρ και γενικά των μεγάλων δημιουργών του παρελθόντος, αλλά και των καλών ποιητών του παρόντος. Όμως,  μαζί με τα ξερά, καίγονται συνήθως  και πολλά  χλωρά!

Προχωρώντας στις αναλύσεις του ο συγγραφέας για την κατάντια της σημερινής ποίησης  αναφέρεται στην πολιτική των εκδοτικών οίκων, που, ιδίως κατά την περίοδο της κρίσης, τυπώνουν βιβλία, σχεδόν όλοι,  μόνον  εξόδοις, εν μέρει ή εν όλω, του συγγραφέα τους. Κριτική επιτροπή για την αξιολόγηση του υποψήφιου προς έκδοση ποιητικού βιβλίου δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο κάποιοι «κριτικοί» που μετά την έκδοση επιστρατεύονται να παρουσιάσουν το βιβλίο. Συνήθως αυτοί οι παρουσιαστές είναι φίλοι των «ποιητών» και το κοινό συγγενείς, φίλοι και γνωστοί αμφοτέρων των κατηγοριών. Έτσι, η παντελής απουσία αξιολόγησης των ποιητικών βιβλίων είτε προ  είτε μετά την έκδοσή τους καθιστά το τοπίο  περισσότερο αμήχανο  και  η σύγχυση μεγαλώνει. Το μόνο που μένει είναι η οικονομική επιβίωση (και όχι πάντα) των εκδοτικών οίκων και μια κάποια κοινωνική αναγνώριση  για τους ποιητές και τους κριτικούς.

Ο συγγραφέας στη συνέχεια αναφέρεται σε δυο δοκίμιά του στο «Μαρασμό της ποιητικής παιδείας», για να καταλήξει στο επόμενο δοκίμιό του στη διαπίστωση  ότι ζούμε σ’ ένα κόσμο ποιητικά φτωχό.  Δεν συμβαίνει,  πιστεύει, βέβαια το ίδιο με το μυθιστόρημα και τη μουσική  και άλλες τέχνες. Κι ενώ η μελοποίηση της ποίησης (Ελύτης, Γκάτσος, Μάνος Ελευθερίου, Μιχάλης Γκανάς κ. ά.)  δημιουργούσε μιαν ελπίδα άρσης του αδιεξόδου, δυστυχώς η σύγχρονη ποίηση παίρνει διαζύγιο κι από τη μουσική για λόγους τεχνοτροπικούς καθώς οι νεότεροι ποιητές ολοένα  απομακρύνονται από την παραδοσιακή προσωδία, το μέτρο, τη ρίμα.  Οι νεότεροι ποιητές άλλωστε, όσο αφορά τα καθ’ ημάς τουλάχιστον, απομακρύνονται και από την αφηγηματική ποίηση (όπως  π.χ. είναι Ο Λάμπρος  του Σολωμού, Ο Όρκος του Μαρκορά), τη σατιρική ποίηση (όπως πχ. τα ποιήματα του Γεωργίου Σουρή, του Μανώλη  Αναγνωστάκη/ Μανούσος  Φάσσης). Στα πολύ νεότερα χρόνια ποιητές, που να γράφουν ποιήματα για παιδιά (όπως π.χ. η Παυλίνα Παμπούδη) για διδακτικούς και ψυχαγωγικούς λόγους, σπάνια υπάρχουν. Έτσι η ποίηση συρρικνώνεται και ασημαντοποιείται κι από αυτήν την ειδολογική  άποψη με κύρια ευθύνη της ποιητικής συντεχνίας. Για να γίνει κατανοητή αυτή η ευθύνη, ο συγγραφέας προτείνει να υποθέσουμε προς στιγμήν  ότι οι πεζογράφοι του καιρού μας «έπαυαν όλοι μαζί και ταυτοχρόνως να καλλιεργούν το ιστορικό, το φανταστικό, το κοινωνικοπολιτικό , το νεανικό και το περιπετειώδες μυθιστόρημα. Πόσοι αναγνώστες θα τους έμεναν τότε πιστοί; Τι θα περισωζόταν από την απήχηση της τέχνης τους;». Ύστερα απ’ όλ’ αυτά εκείνα που απομένουν στους σημερινούς ποιητές είναι ένας  ναρκισσισμός, ένας ατμοσφαιρικός συναισθηματισμός, ένας γριφώδης διανοουμενισμός, που προσφέρουν μόνο μιαν αποφόρτιση ή έναν επιδεικτισμό, αλλά συγχρόνως απομακρύνουν το κοινό από  την ποίηση.

Στα τελευταία κεφάλαια: «Υπερασπίζοντας και πάλι την ποίηση» και «Προσανατολισμοί. Ένα αντιμανιφέστο»  ο συγγραφέας καταλήγει σε εννιά προτάσεις για τη λύση του προβλήματος με βάση την παραδοχή ότι η ποίηση είναι και πρέπει να ξαναγίνει τέχνη λαϊκή, να ξαναγίνει τέχνη ταπεινή, να ξαναγίνει τέχνη τερπνή, να ξαναγίνει τέχνη χρήσιμη, να ξαναγίνει τέχνη ακριβής, να ξαναγίνει τέχνη απαιτητική, να ξαναγίνει τέχνη άμεση,  να ξαναγίνει τέχνη πλήρης, να ξαναγίνει τέχνη ακηδεμόνευτη. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε ν’ αλλάξει το σκηνικό της ασημαντότητας και να ανακτηθεί η απολεσθείσα αισιοδοξία.

Με το βιβλίο του αυτό ο Κώστας Κουτσουρέλης  θέλει να δημιουργήσει περισσότερο, νομίζω,  μια βάση για περαιτέρω συζήτηση επί του θέματος, παρά να επαναπαυτεί στις  απόψεις του. Γι’ αυτό, όσοι πιστοί προσέλθετε.

 

Ο Κώστας Κουτσουρέλης γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Σπούδασε νοµικά και μεταφραστική στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Δημοσίευσε ποίηση, έργα για τη σκηνή, δοκίμια και μελέτες. Στις μεταφράσεις του περιλαμβάνονται έργα των Σαίξπηρ, Νοβάλις, Ρίλκε, Κάφκα, Γκόττφρηντ Μπεν, Οκτάβιο Πας κ.ά. Τα κριτικά του κείμενα περιστρέφονται γύρω από την εγχώρια και ξένη λογοτεχνία και σκέψη. Έγραψε το λιμπρέτο της όπερας δωματίου “Ο Μιχαήλ Άγγελος στη Ρώμη” που ανέβηκε το 2013 στο Μουσείο Μπενάκη σε μουσική σύνθεση Φίλιππου Τσαλαχούρη. Το 2015 παρουσίασε τον δραματικό μονόλογο “Γράμμα στον Οδυσσέα Ελύτη” στο Μέγαρο Μουσικής. To 2010 εκπροσώπησε την ελληνική ποίηση στη Βεστφαλία της Γερμανίας, στις εκδηλώσεις “Ρουρ – Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης”. Δίδαξε δημιουργική γραφή στο Ίδρυμα Σινόπουλου και λογοτεχνική μετάφραση στο ΕΚΕΜΕΛ, το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Ινστιτούτο Γκαίτε.
Διακρίσεις: Βραβείο Λάμπρου Πορφύρα της Ακαδημίας Αθηνών (2013), Βραβείο Άρη Αλεξάνδρου (2012), Βραβείο Λογοτεχνικής Μετάφρασης από τη Γερμανική Γλώσσα (2012).
Διευθύνει την επιθεώρηση λόγου και ιδεών “Νέο Πλανόδιον”.
 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.