Loading...
ΠΡΟΦΙΛ, ΑΝΦΑΣ, ΤΕΤ Α ΤΕΤΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΠΡΟΦΙΛ~ ΑΝΦΑΣ~ ΤΕΤ Α’ ΤΕΤ με την Ελένη Ζιώγα

 

ΠΡΟΦΙΛ

 Με την Ελένη Ζιώγα μετράμε κάποια χρόνια γνωριμίας. Με αφορμή το θεατρικό έργο «Η Καρφίτσα» ή απλά μαθήματα επιβίωσης, από καιρό συζητούσαμε να κάνουμε μια κουβέντα και …ήρθε το πλήρωμα του χρόνου σε μια στιγμή που και οι δυο συμφωνούμε ως την πλέον ταιριαστή. Την γνωρίζετε όλοι από την τηλεόραση, τον κινηματογράφο, το θέατρο, αλλά και τα τραγούδια που έχει γράψει. Με τη συγγραφή θεατρικών έργων ασχολήθηκε σχετικά πρόσφατα δίνοντάς μας δύο θεατρικά έργα, “ Το Μυστικό της Κυρίας Έλεν” και την “Καρφίτσα”, τα οποία δείχνουν πως έχει πραγματικά ταλέντο. Κόρη δύο χαρισματικών ανθρώπων, κατάγεται, από την μεριά του πατέρα της απ’ το Συρράκο της Ηπείρου και από την Κωνσταντινούπολη, από την μητέρα της. Η ίδια γεννήθηκε στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται.

Η “Καρφίτσα” είναι ένα έργο – κατάθεση για τον κόσμο γύρω μας αλλά κι εμάς τους ίδιους. Την ανάλωσή μας στην ύλη, στην εξάρτησή μας απ’ αυτή, στα παιχνίδια του μυαλού που αρνείται να δει την πραγματικότητα, στην απομόνωση από τους άλλους- σχεδόν ιδρυματική αφού μοιάζουμε να επικοινωνούμε μόνο με το “Εγώ” μας ακόμη κι όταν συνομιλούμε… Είναι ταυτόχρονα ένα έργο απελευθερωτικό, έχει διέξοδο στα αδιέξοδα και πόλεμο ψυχικό σκληρό αλλά κι αληθινούς νικητές. Δεν υπάρχει happy end όπως στο σινεμά αλλά “έξοδος” από τον εαυτό, τον μεγαλύτερο δυνάστη. Κι αυτή η έξοδος είναι η νίκη της Ανάστασης πάνω στον Θάνατο, πρώτα τον ψυχικό. Είναι έξοδος στο Φως μέσα από οδύνη και ωδίνες ανα-γέννησης

ΑΝΦΑΣ

 

Λ.Ζ. Ελένη, καλώς όρισες στο “Περί ου”! Σ’ ευχαριστώ για την θερμή ανταπόκριση και για τη συζήτηση.

Ε. Ζ. Καλώς σας βρήκα, συνονόματη! (γέλια). Χαίρομαι που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω στο «Περί ου». Ιδέες και Τέχνη σε χρωματιστή συσκευασία παιχνιδιού για ενήλικες… Τι ωραία! Ένα λογοτεχνικό περιοδικό χωρίς οσμή φορμόλης… (γέλια).

Λ. Ζ. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από την τελευταία μας συνομιλία έχεις προσθέσει δύο θεατρικά έργα στο βιογραφικό σου! Το πρώτο, “Το Μυστικό της κυρίας Έλεν”, αφορά στη σχέση της φοβερής γιαγιάς σου με τον πατέρα σου, Βασίλη Ζιώγα. Το δεύτερο, “Η Καρφίτσα” ή απλά μαθήματα επιβίωσης, αφορά μάλλον στον άνθρωπο σε διάφορα και διαφορετικά πορτραίτα. Δύσκολο να γράφεις θέατρο ή πιο δύσκολο να παίζεις;

Ε. Ζ. Θα έλεγα ότι αντιμετωπίζω την υποκριτική και τη συγγραφή στο θέατρο σαν Τέχνες συμπληρωματικές. Έτσι κι αλλιώς ο θεατρικός συγγραφέας πρέπει να έχει γνώση της σκηνικής σύμβασης σε όλα τα επίπεδα των επί μέρους Τεχνών που συνθέτουν μια παράσταση. Ωστόσο , η απόφαση να γράψει κανείς ένα θεατρικό κείμενο, τουλάχιστον με τον τρόπο που το βλέπω εγώ, είναι εκ των πραγμάτων φορτισμένη με μια παραπάνω ευθύνη. Και φυσικά με πολύ περισσότερο κόπο. Scripta, είτε το θέλουμε είτε όχι, manent(γέλια).

Λ. Ζ. Τι είναι εκείνο που φαίνεται να κάνει τους περισσότερους ηθοποιούς να αγαπούν πιο πολύ το θέατρο από τα άλλα είδη ; Δίνονται ευκαιρίες σήμερα σε νέους ηθοποιούς να κάνουν θέατρο χωρίς να περάσουν από την τηλεόραση;

Ε. Ζ. Να σου πω. Οι περισσότεροι (όχι όλοι) οι ηθοποιοί αγαπάμε το θέατρο γιατί σ’ αυτό έχουμε μεγαλύτερες ευκαιρίες για δημιουργικότητα, ειδικά αν ο σκηνοθέτης είναι συναινετικός και δουλεύει συνθετικά. Αντίθετα, στο σινεμά ή στην τηλεόραση ο σκηνοθέτης είναι ο απόλυτος κυρίαρχος γιατί έχει στα χέρια του τεχνικά όπλα (τρόπο λήψης, μοντάζ) που μ’ αυτά μπορεί να επέμβει δραματικά στο αποτέλεσμα της υποκριτικής. Τώρα, για τις ευκαιρίες που με ρωτάς αν δίνονται σήμερα στους ηθοποιούς, νομίζω πως ναι, δίνονται περισσότερο παρά ποτέ. Δεν μιλάω για οικονομική εξασφάλιση. Αλλά για το γεγονός ότι τα θέατρα είναι πολλά και χώρος για νέους ηθοποιούς υπάρχει. Η τηλεόραση, όχι ,δεν νομίζω ότι είναι αναγκαστικά προϋπόθεση.

ΤΕΤ~Α~ΤΕΤ

Λ. Ζ. «Η Καρφίτσα»…θα σε ρωτήσω ευθέως καθώς έτσι το εξέλαβα. Το “μπόλι” του Βασίλη Ζιώγα έπιασε, έτσι; Θεωρώ τον πατέρα σου Κεφάλαιο για το ελληνικό Θέατρο και με στενοχωρεί που είναι πολύ γνωστός σε ακαδημαϊκό επίπεδο αλλά λες και κάποιοι έχουν τραβήξει μια γραμμή διαχωριστική ανάμεσα σ’ αυτόν και στο κοινό. Εσύ έχεις μια σπιρτάδα που απουσιάζει από τον Ζιώγα…αν θες, είσαι η εξέλιξη μιας παρακαταθήκης- προσωπική άποψη αυτή, μη θιγούν και οι “καθώς πρέπει” μελετητές. Νιώθεις έτσι ή το εισέπραξα εγώ λόγω πρόσφατης μελέτης και των δύο;

Ε. Ζ. Πρώτα απ’ όλα να πω ότι με συγκινείς αληθινά με αυτό που λες για το «μπόλιασμα», ακόμα κι αν δεν ισχύει… Όμως, οφείλω να ξεκαθαρίσω με όλη μου την ειλικρίνεια ότι δεν πέρασε ούτε λεπτό από το μυαλό μου πως θα μπορούσα να θεωρηθώ ως η εξέλιξη του πατέρα μου στο θέατρο. Από την άλλη δεν μπορώ και να αρνηθώ την καταγωγή μου. Ούτε μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι αν δεν ήμουν η κόρη του Ζιώγα θα αποφάσιζα ποτέ να ασχοληθώ όχι μόνο με το θέατρο , αλλά και με την Τέχνη γενικότερα. Βέβαια, νιώθω πως δεν μπορεί να είναι τυχαίο πως όσο ήταν στη ζωή ο πατέρας μου δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό να γράψω κι εγώ για το θέατρο. Μη με ρωτήσεις γιατί. Ούτε εγώ ξέρω. Μάλλον χρειάζομαι ψυχανάλυση (γέλια). Ούτε φυσικά πιστεύω ότι αν είχα εκδηλώσει τέτοια επιθυμία ο πατέρας μου θα μου έφερνε αντίρρηση. Ήταν ένα πλάσμα που πίστευε στην ελευθερία . Θεωρούσε δικαίωμα των παιδιών του να αναμετρηθούν με τη ζωή και τη δημιουργία με τους τρόπους που θα διάλεγαν εκείνα. Ναι, πιστεύω κι εγώ , όπως κι εσύ, στη σπουδαιότητα του έργου του, για να μην πω πως η πίκρα που τον διακατείχε σε όλη του τη ζωή για τη δυσκολία να βρεθεί ο κατάλληλος σκηνοθέτης που θα καταλάβαινε και θα αγαπούσε τα κείμενά του –εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων- , για έναν παράξενο λόγο είχε εγγραφεί μέσα μου σαν προσωπικό μου βάσανο από την παιδική μου ηλικία. Νομίζω ότι ένας βασικός λόγος που ο πατέρας μου δεν ανέβαινε με ευκολία στις ελληνικές σκηνές ήταν η ξενομανία μας ως λαού, που μας κάνει, μεταξύ των άλλων, να εμπιστευόμαστε περισσότερο τους ξένους συγγραφείς. Αλλά, υποψιάζομαι, και η δική του άρνηση να ενταχθεί μέσα σε έναν οποιονδήποτε κοινωνικό ή κομματικό μηχανισμό «προώθησης» και να επωφεληθεί από τις περιστάσεις. Ήταν ιδεολογικά ανένταχτος μέχρι θανάτου. Για να μπορεί έτσι να είναι ελεύθερος μέχρι θανάτου. Ε, τώρα που το συζητάμε, ίσως αυτή η πίκρα που είχε εισπράξει από το θέατρο ο πατέρας μου να ήταν και ένας από τους λόγους που κι εγώ κρατήθηκα μακριά απ’ αυτό ως συγγραφέας…

Λ. Ζ. Πριν προχωρήσουμε σε μια προσέγγιση του έργου- δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερο θέμα για την περίοδο αυτή!- ποια υπήρξε η αφορμή για να γραφτεί αυτό;

Ε. Ζ. Η αφορμή ήταν η οικονομική και κοινωνική κρίση των τελευταίων ετών. Η συνειδητοποίηση της άγριας φύσης του ανθρώπινου είδους, όταν αγωνιά για τη ζωή του… Οι γονείς μας έζησαν την αγριάδα του πολέμου, εμείς την αγριάδα του οικονομικού πολέμου…Πέρα απ’ αυτό όμως, η αιτία διαμορφώθηκε με τα χρόνια και με την εξέλιξή μου, με το πέρασμα από τις Συμπληγάδες της ζωής , με τις συντριβές , με τους θανάτους. ΄Οσο μεγαλώνουμε το ερωτηματικό της ύπαρξης, για άλλους γίνεται «θαυμαστικό», για άλλους διαγράφεται. Αυτά είναι χοντρικά τα δύο άκρα της στάσης μας απέναντι στο γεγονός της ζωής και του θανάτου. Προσωπικά πάλεψα κι εξακολουθώ να παλεύω για να αισθανθώ κι εγώ αυτό το «θαυμαστικό». Η Καρφίτσα είναι αποτέλεσμα αυτής της πάλης.

Λ.Ζ. Μπορείς να γίνεις πιο αναλυτική;

Ε. Ζ. Θέλω να πω πως υπάρχουν άνθρωποι που κατά μία έννοια είναι πιο ευνοημένοι, γιατί δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να ταλαιπωρηθούν πολύ με αυτήν την αγωνία. Είτε- οι πιο αναίσθητοι απ’ αυτούς- σκληραίνουν ακόμα περισσότερο και ζουν σε ένα φάσμα ύπαρξης κτηνώδες, του «ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε» , δηλαδή…

Λ. Ζ. ..ένα είδος που δεν εκπροσωπείται από κάποιον χαρακτήρα στην Καρφίτσα…

Ε. Ζ. Ακριβώς! … είτε, στην άλλη άκρη του φάσματος, κάποιοι λίγοι, με λεπτές ψυχές, εγκαταλείπουν αθώα την ύπαρξή τους στο θαύμα, που το πιστεύουν με την βεβαιότητα των παιδιών. Κατορθώνουν , δηλαδή, να δουν την ζωή γενικά σαν ένα θαύμα. Αυτή η εκ διαμέτρου αντίθετη κατηγορία είναι για μένα η κατηγορία των πραγματικά ευτυχισμένων ανθρώπων. Και από την συγκίνησή μου απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους, που είναι υπαρκτοί και μάλιστα τους έχω συναντήσει σε κάποιες στιγμές της ζωής μου, έγραψα και τον ρόλο της Ζητιάνας, δηλαδή, μιας «δια Χριστόν σαλής».

                                                        ΖΗΤΙΑΝΑ, ΥΒΟΝΝΗ ΜΑΛΤΕΖΟΥ

Λ. Ζ. Και αν δεν ανήκει κανείς ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση, αλλά κάπου στη μέση;

Ε. Ζ. Βρίσκεται στις Συμπληγάδες που λέγαμε πριν. Εκεί, σ’ αυτόν τον βασανιστικό μετεωρισμό βρισκόμαστε οι περισσότεροι, όπως και οι άλλοι δύο χαρακτήρες του έργου, η Κυρία και η Ηθοποιός. Εκεί που βιώνεις τη ζωή σαν αναγκαστική τυραννία προσπαθώντας να ξεχάσεις ότι κάποτε θα πεθάνεις και αγωνιώντας μάταια να πνίξεις μέσα σου τη φωνή που ζητάει ελπίδα. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν άνθρωποι που διαθέτουν ευαισθησίες, αλλά τις έχουν διαστρέψει για να καταφέρουν να επιβιώσουν…

Λ. Ζ. Και ο τέταρτος ρόλος, του Δολοφόνου, πού θα έλεγες ότι ανήκει;

Ε. Ζ. Στην κατηγορία εκείνων που δεν δέχονται τα ημίμετρα και θέλουν να δουν τις πληγές από τα καρφιά για να πιστέψουν. Το θαύμα ολόκληρο, τη χαρά κατά πρόσωπο , την αγάπη χειροπιαστή. Σ’ εκείνους που αν δεν τους συμβεί κάτι τέτοιο στρέφονται με απελπισία στην αυτοκαταστροφή και στην καταστροφή των άλλων. Αυτοί οι άνθρωποι είναι κατά κανόνα από τη φύση τους ιδιαίτερα ευαίσθητοι και ευφυείς. Και όσο κι αν φαίνεται παράδοξο βρίσκονται μόλις ένα βήμα από την αθωότητα. Δηλαδή, ο Δολοφόνος βρίσκεται ηθικά πολύ κοντά στην περιοχή που ανήκει η Ζητιάνα…

 ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ, ΕΚΤΟΡΑΣ ΛΙΑΤΣΟΣ

Λ. Ζ. Αλλά για αυτόν στο έργο υπάρχει λύτρωση μέσα από ένα θαύμα…

Ε. Ζ. Ναι. Ανασταίνεται…!

Λ. Ζ. Έργο με εμφανείς τις υπαρξιακές καταβολές του, λοιπόν, με στοιχεία σουρεαλιστικά, ρεαλιστικά, με “φαρσικά” γνωρίσματα, με την καταγωγή του από την αρχαία Τραγωδία επίσης εμφανή. Ένα σύγχρονο έργο. Ή μήπως ένα έργο διαχρονικό καθώς το σύγχρονο μπορεί να παραμένει διαχρονικό και το διαχρονικό είναι πάντα σύγχρονο;

Ε. Ζ. Αυτό για τη διαχρονικότητα του έργου δεν μπορώ να το κρίνω εγώ, όπως καταλαβαίνεις… Άλλωστε, δεν γράφτηκε με τέτοια πρόθεση , αλλά με την πρόθεση να εκφράσει ιδέες που, ίσως, από μόνες τους έχουν διαχρονική δυναμική. Κι αυτό συνέβη ως αποτέλεσμα μιας δικής μου αναζήτησης , μιας προσωπικής μου ανάγκης. Το θεατρικό κείμενο , ένιωσα πως εκείνη τη στιγμή ήταν το ιδανικό μέσον για να εκφραστεί αυτή μου η ανάγκη.

Λ. Ζ. «Η Καρφίτσα» μας παρουσιάζει τέσσερις χαρακτήρες εκ των οποίων οι δύο, η Κυρία και η Ηθοποιός, που αναφέρθηκαν πιο πάνω συγκερνούν τα γνωρίσματα του σύγχρονου ανθρώπου! Παραληρηματικά “Εγώ” που προσπαθούν να κρύψουν τον αληθινό εαυτό τους – μάλλον γιατί δεν τον αντέχουν- πίσω από υλικά πράγματα ή πίσω από φανταστικές συνωμοσίες προσώπων που τάχα τους μισούν. Γιατί δεν οδηγούνται σε “έξοδο”; Σε “Κάθαρση”;

ΗΘΟΠΟΙΟΣ, ΛΟΥΚΙΑ ΠΙΣΤΙΟΛΑ

Ε. Ζ. Θα έλεγα πως ούτε εκείνες αφήνονται στην τύχη τους. Παρά την αμφισημία του φινάλε, που είναι επάνω σ’ αυτές τις δύο ηρωϊδες, υπάρχουν τα περιθώρια για ελπίδα. Οι δυο τους, δείχνουν να διαισθάνονται αμυδρά πως κάπου ίσως και να υπάρχει διέξοδος. Ωστόσο, είναι στο χέρι τους να πάνε και παραπέρα ή να παραμείνουν στάσιμες…

ΚΥΡΙΑ, ΕΛΕΝΗ ΖΙΩΓΑ

Λ. Ζ. Η Ζητιάνα είναι, όπως λες, μια “δια Χριστόν σαλή”. Μέχρι τη στιγμή που βρίσκει την Καρφίτσα κι αρχίζει να λειτουργεί μ’ έναν τρόπο – θα το πω – “εωσφορικό”! Δεν είναι αυτή που φαίνεται; Δηλαδή, τελικά είναι απλώς μια “καθώς πρέπει” χριστιανή που ανάγει κάθε τι που κάνει στην αυθεντία του Ευαγγελίου γυρεύοντας να δικαιωθεί…; Τι τρέχει μ’ αυτή τη γυναίκα;

Ε. Ζ. Αντίθετα. Η Ζητιάνα είναι αγία. Δεν έχει καμία σχέση με την υποκρισία των καθωσπρέπει κυριών της ενορίας της που της κάνουν κήρυγμα, ή την ελεούν . Ωστόσο, επειδή εκτός από αγία είναι και άνθρωπος, υπόκειται κι αυτή στους νόμους της πτώσης. Δεν είναι τέλεια. Γι’ αυτό , με την απόκτηση της καρφίτσας δένεται με την ύλη κι έτσι χάνει την ελευθερία της και αποκτάει τα γνωρίσματα του «κανονικού» ανθρώπου. Φοβάται, οργίζεται, πονηρεύει, μισεί, διασπάται από το σύνολο του κόσμου ,που μέχρι τώρα τον ένιωθε ενιαίο και αδιάσπαστο. Αυτό όμως που της συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ένα ηθελημένο μαρτύριο. Γίνεται μόνο και μόνο για να πραγματοποιηθεί το θαύμα. Και να μεταγγιστεί η χαμένη αγιότητά της στον Δολοφόνο. Έτσι, όσο εκείνη περνάει το μαρτύριο της απώλειας του παραδείσου, ο Δολοφόνος, αντίθετα, αρχίζει να αποκτά τη θέα του. Η Ζητιάνα θυσιάζεται για τη σωτηρία του Δολοφόνου. Είναι μέρος του Θείου σχεδίου.

Λ. Ζ. Ο Δολοφόνος, λοιπόν, είναι το Πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από την αποτρόπαια πράξη του, αλλά, όπως ο Ληστής πλάι στον Σταυρό, κερδίζει τον Παράδεισο. Πολεμάει, βασανίζεται, ταλαιπωρείται από την καρφίτσα που τρυπάει την καρδιά του και γυρεύει λύτρωση. Γιατί η λύτρωση έρχεται από τη Ζητιάνα;

Ε. Ζ. Γιατί είναι ο μοναδικός άνθρωπος που τον αγάπησε. Ο Δολοφόνος ήταν ορφανός από αγάπη. Αυτό ήταν το ζωτικό συστατικό που του έλειπε και γι’ αυτό διαστράφηκε η ψυχή του και οδηγήθηκε στον εναγκαλισμό του μίσους. Ολόκληρη η φιλοσοφία που αναπτύσσει βασίζεται στην αναπαραγωγή των νόμων της φύσης (το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό) και δικαιώνει την «κυριαρχία του δυνατότερου» ως μοναδικής ηθικής αλήθειας μέσα στον κόσμο. Φτιάχνει έτσι τη δική του ιδεολογία, και βρίσκει και έναν αρχηγό που του την ενδυναμώνει, εντασσόμενος μέσα σε μια ακραία , φασιστικού, σχεδόν μυστικιστικού τύπου ομάδα, που δικαιώνει τη βία. Η αγάπη , σύμφωνα με την ιδεολογία του, κρίνεται ως επικίνδυνη για την επιβίωση κατάσταση , που αντιμάχεται τους νόμους της φύσης και επομένως είναι … αμαρτωλή(!). Η επαγωγική του σκέψη ,έτσι όπως διατυπώνεται, δείχνει λογικά ατράνταχτη. Τα επιχειρήματά του είναι απόλυτα πειστικά. Φαντάσου, λοιπόν, πόσο δρόμο διέσχισε θαυματουργικά μέσα σε τόσο λίγο χρονικό διάστημα, για να μπορέσει τελικά να εμπιστευτεί την «ιδέα» της- χριστιανικής μάλιστα -αγάπης , που είναι η επιτομή της παραδοξότητας και δεν σηκώνει καμία εκλογίκευση… Γιατί , πράγματι, πόσο λογικό μπορεί να είναι να αγαπάμε τον εχθρό μας; Αν ήταν ταυτόσημο με την φυσική έννοια της αυτοπροστασίας, δεν θα το είχαμε υιοθετήσει μέχρι τώρα; Δεν το υιοθετεί , όμως, κανείς μας γιατί προσκρούει στους φυσικούς νόμους, δηλαδή στο ίδιο μας το ένστικτο της επιβίωσης… Ο Δολοφόνος δηλαδή, δεν είναι καθόλου διαφορετικός από μας. Απλώς κάνει την ιδέα του πράξη. Τολμάει να το πάει μέχρι τα άκρα. Δεν φοβάται τις συνέπειες. Γι’ αυτό κι όλας είναι τελικά τόσο δεκτικός στο θαύμα. Η τόλμη του και η δίψα του για το απόλυτο είναι το κατάλληλο έδαφος για να καρποφορήσει τώρα όχι το μίσος , αλλά το αντίθετό του.

Λ. Ζ. Πιθανότατα να προκαλεί απορία η τόσο “θεολογική” προσέγγιση του κειμένου ωστόσο, και ως θεολόγος, πιστεύω πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε θέμα που αφορά στον άνθρωπο το οποίο δεν είναι θεολογικό. Εν προκειμένῳ μάλιστα είναι ολοφάνερα Αναστάσιμο. Δεν είναι μόνο η εισαγωγή του Θανάση Παπαθανασίου στο έργο αλλά και το ίδιο το έργο που σε οδηγεί στην έννοια της Ανάστασης. Και δεν είναι απλώς “ελπίδα” η Ανάσταση αλλά Πίστη και Βίωμα και Πράξη. Είναι απελευθέρωση.

Ε. Ζ. Ελένη μου, όπως σίγουρα θα ξέρεις, ο μεγάλος θεολόγος του 20ου αιώνα , ο Σωφρόνιος Σαχάρωφ (του Έσσεξ), κάνει μια φιλοσοφική τοποθέτηση ιλιγγιώδους σύλληψης επάνω στο ζήτημα του θανάτου. Λέει κάπου αναφερόμενος σε προσωπικές του αναζητήσεις : «…αναρωτιόμουν : είμαι άραγε αιώνιος, όπως και κάθε άνθρωπος, ή μήπως θα καταλήξω στο σκοτάδι της ανυπαρξίας; […] Το ερώτημα αυτό , ενώ προηγουμένως ήταν μια ήσυχη μελέτη του νου, γρήγορα έγινε καυτό σαν άμορφη μάζα. Μια παράδοξη αίσθηση σκήνωσε στη βαθιά καρδιά. […] Η εσωτερική μου κατάρρευση ήταν το εντονότερο, για να μην πω το πιο σημαντικό γεγονός για μένα.[…] Εκείνες τις μέρες δεν μπορούσα να σκεφτώ λογικά. Οι σκέψεις γεννιόταν μέσα μου, πήγαζαν από την εσωτερική κατάσταση του πνεύματός μου :αν πραγματικά πεθαίνω, δηλαδή βυθίζομαι στο μηδέν, τότε και όλοι οι άλλοι, οι όμοιοι με μένα άνθρωποι, αφανίζονται το ίδιο ολοκληρωτικά. […] Ο αναπόφευκτος θάνατός μου δεν είναι κάποιο μικρό και εντελώς ασήμαντο γεγονός: «ένας λιγότερος». Όχι. Μέσα μου και μαζί μου πεθαίνει καθετί που συλλαμβάνει η συνείδησή μου: οι κοντινοί μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη τους, όλη η εξέλιξη της Ιστορίας, όλη η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρο διάστημα. Ακόμα και ο Ίδιος ο Δημιουργός του κόσμου, κι Αυτός πεθαίνει μαζί μου…». Με άλλα λόγια, Ελένη μου, σύμφωνα με αυτή την τοποθέτηση που είναι δύσκολο να αντικρούσει κανείς, δυο επιλογές μας μένουν : ή να πιστέψουμε στο θάνατο, μια απόφαση που αυτόματα θέτει υπό αμφισβήτηση την ίδια την πραγματικότητα και τη ζωή, ή να πιστέψουμε στην αθανασία, δηλαδή στην Ανάσταση… Προσωπικά αποφασίζω να διαλέξω το δεύτερο… Είναι απείρως πιο συμφέρον , νομίζω… (γέλια). Καλή μας Ανάσταση, λοιπόν.

Λ. Ζ. Καλή μας Ανάσταση, Ελένη μου…

One comment
  1. Βίκύ

    Ή άνάστάσή ,τό ξύπνήμά άπό τό κώμά στό όπόίό πέρίπίπτόύμέ όί πέρίσσότέρόί σίγά-σίγά, χώρίς νά τό σύνήδέίτόπόίόύμέ έίνάί δύσκόλό νά σύμβέί, άλλά έίνάί δύνάτό κάί πίθάνό. Έίνάί όδύνήρό γίάτί έίνάί σάν νά έρχέσάί σέ ένάν κάίνόύργίό κόσμό, άλλά -άν σύμβέί κάί δέν χάθέί κάπόίός ότάν βρίσκέτάί στό κώμά- τότέ ξάνάρχίζέί μέ κάίνόύργίές δύνάμέίς. Όμώς ύπάρχόύν άνθρώπόί πόλύ έύάίσθήτόί ,πόλύ έξύπνόί, πόύ έφύγάν γίάτί δέν άντέξάν τό πάράλόγό τής κόίνώνίάς τών άνθρώπών. Κάί ήτάν άνθρώπόί πόύ άξίζάν πόλύ. Άύτόί πόύ μένόύν μέχρί τέλόύς κάί άνέγγίχτόί έίνάί ή όί άνάίσθήτόί κάί έάύτόύλήδές ή όί ψύχράίμόί πόύ γένίόντάί μέ ένά τέίχός γύρώ τόύς πόύ έξόστράκίζέί τά άσχήμά κάί φίλτράρέί τίς έπίθέσέίς . Λίγόί έίνάί άύτόί. Όί πέρίσσότέρόί έίνάί πόλύ έύάλώτόί στήν κάκίά κάί χάνόντάί. Έτσί έπίβίώσάν τέλίκά στόύς άίώνές όί κάκόί γίάτί ήτάν πίό δύνάτόί . Κάκά τά ψέμμάρά: τό κάκό γένίκά έχέί ύπέρίσχύσέί πλέόν κάί μόίάζέί σάν τίπότέ νά μήν μπόρέί νά τό στάμάτήσέί. Άρχίζέί κσί έίνάί έκφόβίστίκό. Άύτά

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.