Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφίαΠρωτοσέλιδο

D.H. Lawrence. Ψυχανάλυση και ασυνείδητο-Φαντασίωση του ασυνειδήτου. Μτφρ. Έφη Φρυδά. Εκδόσεις Ροές – Printa

Βγαίνω έξω σοβαρός-σοβαρός, με το μολύβι μου και με το σημειωματάριό μου, πάω και κάθομαι βαρύς κάτω από έναν έλατο μεγάλο και περιμένω να μου ’ρθουν σκέψεις, σαν σκίουρος που μασουλάει βελανίδι. Αλλά το βελανίδι είναι κούφιο.

Νομίζω πως υπάρχουν υπερβολικά πολλά δέντρα. Μου φαίνεται σαν να μαζεύονται τριγύρω μου και να με κοιτάν επίμονα, και νιώθω σαν να σκουντάνε το ’να τ’ άλλο όποτε δεν κοιτάζω. Τα νιώθω να στέκονται εκεί πέρα. Και δεν λένε να μ’ αφήσουνε να συνεχίσω με το μωρό σήμερα… Μα τι στραβόξυλα!.. Και να σκεφτείς ότι μόλις χτες ένιωθα πως μ’ ενθάρρυναν, σαν χαρέμι συζύγων που δεν βγάζουν άχνα κι είν’ όλα τέλεια.

Ψιλοβρέχει κιόλας. Το δάσος είναι νοτερό πολύ, κι ακίνητο, και μυστηριακό καθώς φυσάει το πρωινό αεράκι. Πρωί· βροχή στον ουρανό· βαρύθυμο το δάσος· κι εγώ νιώθω μικροσκοπικός πολύ, σαν ζωύφιο, μέσα στις ρίζες τού έλατου. Τα δέντρα φαίνονται πολύ πιο μεγάλα από μένα, με ζωή πολύ πιο δυνατή, σάμπως να ψάχνουνε τη λεία τους. Έχω την αίσθηση πως κινούνται, σκέφτονται, πως ψάχνουνε τη λεία τους και πως με καταπνίγουν. Ε, δεν βαριέσαι, θα τους αφήσω το χώρο τους.

Είναι η άκρια του Μαύρου Δάσους – καμιά φορά κυλάει ο Ρήνος παρακεί, στην κοιλάδα τού Ρήνου, σαν κορδέλα από μαγνήσιο. Μα όχι σήμερα. Σήμερα μόνο δέντρα, και φύλλα, και φυτά. Πανύψηλα ολόισια δέντρα και πελώριες οξιές, που στέλνουν τις ρίζες τους, σαν ποτάμια, στο χώμα. Κούκοι που βγάζουν ήχους σαν να πέφτουνε σταλαγματιές πάνω στα φύλλα. Κι εγώ: ένας βλάκας που κάθεται στο χορταριασμένο μονοπάτι με μολύβι και χαρτί ελπίζοντας πως θα γράψει κι άλλα για κείνο το μωρό.

Δεν πειράζει. Αφουγκράζομαι τους ήχους ξανά κι οσφραίνομαι τα μουσκεμένα βρύα. Τα δέντρα ορθώνονται θεόρατα, ευθυτενή, απειλητικά. Κι εγώ στήνω αφτί ν’ ακούσω τη σιωπή τους. Τεράστια δέντρα, γεροδεμένα, με μια σκληράδα, θα ’λεγα, μεγαλειώδη. Ή κι αγριάδα ίσως. Δεν ξέρω γιατί να την πω οπωσδήποτε σκληράδα. Τι μεγαλειώδη, τι δυνατά και τι καλοσχηματισμένα τα κορμιά τους! Σχεδόν ακούω τον δυνατό τους τον χυμό να κοχλάζει αργά μες στους κορμούς τους. Γιγαντιαία δέντρα όλο σφρίγος, όλο αίμα, παράξενο αίμα δέντρου, που κοχλάζει αθόρυβα μέσα τους.

Δέντρα δίχως χέρια, δίχως πρόσωπο, ούτε μάτια. Κι ωστόσο ο χυμός τους, το αίμα τους, σκιρτά μέσα τους σαν χοχλός κατακλύζοντας βροντερά τις μεγάλες αυτές στήλες. Ακένωτη ζωή ατομική, και μια βούληση που κατασκεπάζει με τη σκιά της τα πάντα. Η βούληση του δέντρου. Σε τρομοκρατεί.

Ας υποθέσουμε ότι θέλεις να κοιτάξεις ένα δέντρο κατά πρόσωπο. Δεν μπορείς. Δεν έχει πρόσωπο. Κοιτάς τον γερό του τον κορμό· κοιτάς πάνω, το τρίχωμά του από κλωνάρια και κλαδιά· κοιτάς τις αχνοπράσινες τις μύτες του. Μάτια όμως πουθενά. Δεν μπορείς να το κοιτάξεις κατάματα, να δεις το βλέμμα του. Και συνεχίζεις να κοιτάς το κορμί του.

Δεν έχει νόημα να κοιτάς ένα δέντρο, να έχεις γνώση τού δέντρου. Αρκεί να κάθεσαι ανάμεσα στις ρίζες του, να φωλιάζεις στον τρανό του τον κορμό και να ’σαι άνετος. Έτσι γράφω εγώ για όλ’ αυτά τα επίπεδα και τα πλέγματα. Ξεχνιέμαι καθισμένος στα ποδοδάχτυλα ενός δέντρου, ακουμπώντας την πλάτη μου στον μεγάλο του αστράγαλο. Και τότε, συνήθως, όπως η απρόσωπη μαγεία τού δέντρου κεραυνοβολεί τον σκίουρο και τον κάνει κακόν, έτσι κι εμένα με κεραυνοβολεί και με κάνει ν’ αποξεχνιέμαι και να σκαρώνω τούτο δω το βιβλίο. Ένα βιβλίο από δέντρα, κυριολεκτικά.

Είμαι σε θέση να κατανοώ απόλυτα τη λατρεία τού δέντρου. Όλοι οι Ινδοευρωπαίοι λάτρευαν το δέντρο. Οι πρόγονοί μου. Το δέντρο τής Ζωής. Το δέντρο τής Γνώσης. Εχ, όλοι μας θα βλαστήσουμε κάποια στιγμή, παλιό Ινδοευρωπαίο κούτσουρο! Είμαι σε θέση να κατανοώ απόλυτα τη λατρεία τού δέντρου. Και να φοβάμαι το βαθύτερό της κίνητρο.

Βέβαια! Αυτό το υπέροχο πελώριο άτομο δίχως πρόσωπο, δίχως χείλη και μάτια, δίχως καρδιά! Αυτό το πανύψηλο πλάσμα που δεν είχε πρόσωπο ποτέ του! Νά, κάθομαι τώρα δα εδώ στα ποδοδάχτυλά του, σαν ζωύφιο, κι αυτό με προσεγγίζει αθόρυβα από ψηλά. Και νιώθω το αίμα του να τινάζεται με βία. Και δεν έχει μάτια. Έχει όμως δυο πλευρές. Πιέζει με την τρομερή του δύναμη τη γη, το μέσο τής γης, εκεί που βουλιάζουν οι νεκροί, στο σκοτάδι, στο υγρό, πηχτό υπέδαφος, και την ίδια κιόλας στιγμή βρίσκεται ψηλά, ψηλά στον ουρανό. Ενώ εμείς έχουμε μάτια μόνο απ’ τη μια μεριά τού κεφαλιού μας, και μεγαλώνουμε μονάχα προς τα πάνω.

Το δέντρο χιμάει κάτω, στο μαυρόχωμα, με τη ρίζα του να ξεχύνετ’ ενθουσιασμένη, εκεί που εμείς μπορούμε μόνο να πεθάνουμε. Κι οι μύτες του υψώνονται πάνω, στον ουρανό, εκεί που εμείς μπορούμε μόνο να κοιτάμε. Τι τεράστιο, τι παντοδύναμο, τι θριαμβικό και στις δυο κατευθύνσεις! Και δεν έχει πρόσωπο μολαταύτα, δεν έχει νου – μόνο μια πελώρια άγρια ψυχή χωρίς λογισμό. Και πού να ’ναι η ψυχή του άραγε; Πού να ’ναι η ψυχή τού καθενός;

Πελώρια ψυχή, ορμητική, τρομερή. Θα ’θελα να ’μαι δέντρο για λίγο. Με τη μεγάλη λαγνεία των ριζών. Ριζολαγνεία. Και διόλου σκέψη. Το δέντρο ορθώνεται κι εγώ κουρνιάζω από κάτω του και νιώθω ασφαλής. Μ’ αρέσει να το αισθάνομαι ψηλά, ολόγυρά μου. Τρόμαζα παλιά. Φοβόμουν τη λαγνεία τους παλιά, την αχόρταγη μαύρη τους λαγνεία. Αλλά τώρα μ’ αρέσει, τη λατρεύω. Τα ’νιωθα πάντα σαν τρομερούς πανάρχαιους εχθρούς. Αλλά τώρα πια είναι το μόνο μου απάγκιο και η μόνη δύναμή μου. Χάνομαι μέσα στα δέντρα. Πόσο χαίρομαι να ’μαι μαζί τους στο σιωπηλό, έντονο πάθος τους και στη μεγάλη τους λαγνεία. Τρέφουν την ψυχή μου. Όμως καταλαβαίνω πως ο Χριστός σταυρώθηκε πάνω σε δέντρο.

Και καταλαβαίνω πολύ καλά τους Ρωμαίους, τον τρόμο τους για το άγριο ερκύνιο δάσος. Αλλ’ άμα κοιτάξεις από ψηλά τον κυματισμό τού δάσους, του Μαύρου αυτού Δάσους, είναι σαν βουναλάκια από κύματα, σαν θάλασσα γαλήνια. Μέσα όμως είναι βάναυσο και τραχύ. Και τρομοκράτησε τους Ρωμαίους.

Οι Ρωμαίοι! Πόσο κοντινοί μού φαίνονται κι εκείνοι! Πιο κοντινοί απ’ τον Hindenburg[1] και τον Foch,[2] ώς κι απ’ τον Ναπολέοντα. Όταν κοιτάζω πέρ’ από τον Ρήνο, βλέπω τη Ρώμη με την ψυχή μου, τους Ρωμαίους λεγεωνάριους. Θα ’ταν το δίχως άλλο εκπληκτικό να ’ρχεσαι απ’ τη Νότια Ιταλία στην όχθη τού δάσους αυτού που ’ναι σαν θάλασσα· του σκοτεινού αυτού δάσους, του νοτερού, με την απροσμέτρητη, την παντοδύναμη ένταση των ζωντανών δέντρων. Το ξέρω τώρα πια, γιατί έρχομαι απ’ την κατάξερη Σικελία κι αντικρίζω τη μέρα.

Οι Ρωμαίοι κι οι Έλληνες τα πάντα τα ’βρισκαν ανθρώπινα. Τα πάντα είχανε πρόσωπο κι ανθρώπινη λαλιά. Οι άνθρωποι μιλούσαν κι οι πηγές τούς σφυρίζανε την απάντηση.

Όταν όμως οι λεγεώνες διέσχισαν τον Ρήνο, συνάντησαν εκεί μια ζωή αχανή, απροσπέλαστη, δίχως φωνή. Συνάντησαν την απρόσωπη σιωπή τού Μαυρού Δάσους. Αυτά τα ψηλά, πανύψηλα ξύλα δεν αποκρίνονταν σε κάλεσμα κανένα. Η σιωπή τους: βάναυση, βαριά. Και οι στρατιώτες πισωπάτησαν· πισωπάτησαν βλέποντας τα δέντρα τούτα τ’ απρόσωπα, που δεν τους απαντούσαν. Ατέλειωτη ζωή μη ανθρώπινη παρατεταγμένη· σκοτεινά αυτόνομη κι εξαγριωμένη, μ’ ενέργεια ακένωτη. Το ερκύνιο δάσος: αδιάγνωστο. Αυτά τα δέντρα, συγκεντρωμένα εκεί πέρα, ζώντας την ερεβώδη τους ζωή, είχαν δύναμη τεράστια, μεγαλύτερη ακόμα κι απ’ τη Ρώμη.

Διόλου παράξενο που τρομοκρατηθήκαν οι στρατιώτες. Διόλου παράξενο που νιώσαν φρίκη να τους διαπερνά όταν, βαθιά εκεί μέσα στο δάσος, βρήκαν τα κρανία και τα τρόπαια των νεκρών τους συντρόφων απάνω στα δέντρα. Τα δέντρα τούς είχανε καταβροχθίσει, σιωπηλά, με μεγάλες χαψιές, αφήνοντας τ’ άσπρα τους κόκαλα. Κόκαλα των νουνεχών Ρωμαίων – και δέντρα θηριώδη, προνοητικά, ακατανίκητα. Ο πραγματικός Γερμανός, και σήμερα ακόμα, έχει στις φλέβες του κάτι απ’ τον χυμό των δέντρων: κάποιου είδους ακατέργαστη βαναυσότητα, σαν τα δέντρα· ανήμπορη, κι ωστόσο πανίσχυρη συνδυασμένη με τη νόησή του. Έχει ψυχή δέντρου, κι οι θεοί του δεν είν’ άνθρωποι. Το ένστικτό του είναι ακόμα να καρφώνει κρανία και τρόπαια στο ιερό δέντρο, βαθιά μέσα στο δάσος: στο δέντρο τής ζωής και του θανάτου, το δέντρο τού καλού και του κακού, το δέντρο τής άπειρης και άλογης ζωής· στο δέντρο των πάντων πέρ’ από το πνεύμα, την πνευματικότητα.

Όμως ύστερ’ από την άνυδρη Σικελία, κι ύστερ’ από τις ασυναρτησίες χιλιάδων ανθρώπων που αερολογούσαν για τις προσωπικότητές τους, χαίρομαι που πια έχω τη βαθύτατη αδιαφορία των απρόσωπων δέντρων. Το στοιχειώδες τής φύσης τους δεν τους επιτρέπει να ξέρουν γιατί ενδιαφερόμαστε για όσα ενδιαφερόμαστε. Δεν έχουν πρόσωπο, ούτε μυαλό και σωθικά – έχουν μόνο ρίζες βαθιές, λάγνες, που απλώνονται στη γη, κι απέραντη, ευκίνητη ζωή στον αέρα, κι έχουν κι ατομικότητα προαιώνια. Μπορείς να θυσιάσεις όλη σου την πνευματικότητα στον αποστακτήρα βωμό τους. Μπορείς να καρφώσεις το κρανίο σου στα κλαδιά τους. Δεν έχουνε κρανίο, ούτε μυαλό, ούτε πρόσωπα· δεν μπορούν να σε κοιτάξουνε μ’ αγάπη. Όλ’ αυτά είναι περιττά για την απέραντη ζωή τους. Αλλά θα ζήσουν περισσότερο από σένα.

Ένα τέτοιο μεγάλο δέντρο συνήθως ζει γύρω στα εκατό χρόνια. Έτσι μου ’πε ο Herr Baron.[3]

Ένα απ’ τα λίγα μέρη που θα στοιχειώσει η ψυχή μου όταν πεθάνω είν’ αυτό· αυτό εδώ το μέρος, μες στα δέντρα, κοντά στο Ebersteinburg, που καθόμουν μόνος γράφοντας τούτο το βιβλίο. Δεν μπορώ να τ’ αφήσω αυτά τα δέντρα. Έχουνε πάρει λίγο απ’ την ψυχή μου.

 

[1]. Paul von Hindenburg (1847-1934): Γερμανός στρατάρχης και πολιτικός.

[2]. Ferdinand Foch (1851-1929): Γάλλος στρατάρχης στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

[3]. Άγνωστος. Προφανώς κάποιος γνωστός τού Λώρενς.

 

 

 

Ντέιβιντ Χέρμπερτ Λώρενς (11 Σεπτεμβρίου του 1885 – 2 Μαρτίου 1930). Άγγλος συγγραφέας.  Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα, αν και μακρόχρονες δίκες και απορριπτικές έως και γελοιοποιητικές κριτικές, λόγω της ριζοσπαστικής γραφής και της θεματολογίας του, τον ακολουθούσαν σε όλη του τη ζωή. Ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, από την Ιταλία ως το Νέο Μεξικό, από την Κεύλάνη ως την Γερμανία, και πέθανε πολύ νέος ακόμα, σε ηλικία μόλις 45 ετών, χτυπημένος από τη φυματίωση – μια ασθένεια θανατηφόρα για την εποχή – που τον νίκησε τελικά αφού τον είχε ταλαιπωρήσει από την  παιδική ηλικία.

Διηγηματογράφος, ποιητής, δοκιμιογράφος, συγγραφέας θεατρικών, ταξιδιωτικών έργων, επιστολογράφος, ζωγράφος, ο Λώρενς έχει στο ενεργητικό του εμβληματικά μυθιστορήματα όπως Ο εραστής της Λαίδης Τσάτερλι, Γιοί και εραστές, Ερωτευμένες γυναίκες, έργα που ταρακούνησαν εκ θεμελίων την πουριτανική κοινωνία της εποχής, όπου ο ερωτισμός, η σεξουαλική εμπειρία «ενσωματώνονται στη ζωή χωρίς να χάσουν τη δύναμη που αντλούν από την αμαρτία», όπως λέει ο Αντρέ Μαλρώ για το έργο του συγγραφέα.

Τα δύο εκτενή δοκίμια, Ψυχανάλυση και ασυνείδητο – Φαντασίωση του ασυνειδήτου, γράφτηκαν το 1921-1922 και αποτελούν μια οπτική στη νέα και αμφιλεγόμενη για την εποχή επιστήμη της ψυχανάλυσης. Στο πρώτο, Ψυχανάλυση και ασυνείδητο, ο Λώρενς δηλώνει την αντίθεσή του ως προς την θεωρία που Φρόυντ που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο και το ασυνείδητό του σαν κάτι σκοτεινό, ρυπαρό σχεδόν, όπως επισημαίνει ο Λώρενς. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τα πάντα βασίζονται στα προσωπικά βιώματα, στην παρατήρηση και στην διαίσθηση. Η αντίδραση ψυχαναλυτικών κύκλων και κριτικών τον ωθεί να δημοσιεύσει το δεύτερο δοκίμιο, Φαντασίωση του ασυνειδήτου, όπου, με ηπιότερο τώρα ύφος, αναπτύσσει τη δική του κοσμοθεωρία και τις απόψεις του ως προς τις κινητήριες δυνάμεις πίσω από τον ανθρώπινο ψυχισμό, θέτοντας έτσι μια φιλοσοφική και κοινωνική βάση για τα μυθιστορήματά του που θα ακολουθήσουν.

Ο Λώρενς δεν είναι επιστήμων και για το λόγο αυτό ο αναγνώστης των δοκιμίων Ψυχανάλυση και ασυνείδητο-Φαντασίωση του ασυνειδήτου θα απολαύσει αυθεντική λογοτεχνία. Δομή, ύφος, γλώσσα – πρόκειται για καθαρή, ιδιοσυγκρασιακή, προσωπική γραφή.

 

(ο πίνακας του εξώφυλλου της ελληνικής έκδοσης είναι του ίδιου του Ντ. Χ. Λώρενς. Μια πειρακτική μάλλον απεικόνιση οικογενειακής κανονικότητας). 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.