Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανδρέας Φουσκαρίνης: Αντώνης Σιμιτζής, Ένας μοναχός και μια μοναχή, εκδόσεις Δυτικός Άνεμος

                    Μία εξόχως στοχαστική ερωτική ιστορία 

 

   Ο Αντώνης Σιμιτζής, με καταγωγή από την Αμαλιάδα, είναι πολυγραφότατος ως συγγραφέας, χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα το ιδιαίτερο ή το αξιολογικό. Από το 1962 που πρωτοεμφανίστηκε στα Γράμματα, με τη νουβέλα «Ο γέρος», έχει δημοσιεύσει πλήθος έργων, κάθε είδους σχεδόν: μυθιστορήματα, διηγήματα, νουβέλες, θεατρικά και ραδιοφωνικά έργα, σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και τηλεταινίες, ανθολογίες, ακόμη και μεταγλωττίσεις έργων της καθαρεύουσας του 19ου αιώνα στην κοινή νεοελληνική. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, επαγγελματίας ως συγγραφέας και ως αφηγητής ικανότατος.

   Το τελευταίο του βιβλίο είναι το μυθιστόρημα «Μία μοναχή κι ένας μοναχός» που εκδόθηκε πριν από  λίγες ημέρες από τον νεοϊδρυθέντα εκδοτικό οίκο «Δυτικός Άνεμος». Ο τίτλος του έργου εν μέρει μόνο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα γιατί δεν μας μιλάει για τη ζωή δύο μοναχών, αλλά για μία υποψήφια μοναχή που δεν θα καρεί ποτέ, αφού ο έρωτας που θα την κατακλύσει σύντομα, αργά αλλά σταθερά, θα την εμποδίσει να το κάνει και για έναν άνδρα μόνον προς το παρόν αλλά όχι μοναχό, που έχει καταφύγει για λίγο σε ένα μικρό νησί για να οργανώσει τον έρωτά του με τη φίλη που δεν θα τον ακολουθήσει ποτέ λόγω των εμποδίων που βάζει στον έρωτά τους η οικογένειά της. Έτσι ο νεαρός θα στρέψει την προσοχή του αναγκαστικά στο πρόσωπο που θα γίνει τελικά το αντικείμενο του πόθου του, ξεχνώντας ουσιαστικά την υποτιθέμενη αγαπημένη του,  αφού «υπάρχουν», σύμφωνα και με τη λαϊκή ρήση, «κι αλλού πορτοκαλιές που κάνουν πορτοκάλια», και μάλιστα, μερικές φορές, καλύτερα και ωραιότερα.

   Το έργο είναι συνεπώς ένα ερωτικό, κατά βάση, μυθιστόρημα, μία όμορφη, σεμνή και καλοσχεδιασμένη, συγκρατημένη, όχι για λόγους ηθικούς αλλά ψυχολογικούς, ερωτική ιστορία δύο νέων, αγνώστων αρχικά μεταξύ τους, σε κάποιο ελληνικό ερημονήσι, όπου έχουν καταφύγει, ο ένας για να απολαύσει τις διακοπές του με τη μέχρι τότε αγαπημένη του, που δεν θα έρθει όμως ποτέ για να τον συναντήσει, δέσμια των οικογενειακών συγκυριών και των σχεδιασμών της μάνας της και η άλλη για να ξεχάσει την αποτυχία της στις εισαγωγικές εξετάσεις του Πανεπιστημίου και έναν νεανικό έρωτα που δεν ευδοκίμησε , και να προετοιμαστεί συνάμα ψυχικά για την είσοδό της στη μοναστική ζωή, στο γυναικείο μοναστήρι που υπάρχει στο ψηλότερο μέρος του νησιού. Έτσι είναι σχεδόν σαφές από την αρχή πως ο χώρος για τον έρωτα των δύο νέων μεταξύ τους είναι ελεύθερος και η ομολογημένη επιθυμία της νεαρής για τον εγκλεισμό της στο μοναστήρι γρήγορα θα ξεχαστεί με τη βοήθεια και το πείσμα της δαιμόνιας γιαγιάς της. Έτσι ο τίτλος του βιβλίου αποχτάει σύντομα ένα νόημα, και σε τούτο καταλυτική είναι η παρουσία της ογδοντάχρονης γιαγιάς, με το εμβληματικό όνομα Μπέμπα, που στήνει παγίδες και πιέζει τα δύο νεαρά παιδιά να πέσουν μέσα και να βρεθεί σύντομα το ένα στην αγκαλιά του άλλου. Δείχνει τόσο ικανή η ίδια, αλλά και τα παιδιά αποδεικνύεται γρήγορα πως έχουν την ανάγκη του έρωτα, που δεν αργεί να έρθει, και το βιβλίο τελειώνει μόλις επιτευχθεί αυτό.

   Η ιστορία διαδραματίζεται μακριά από την Αθήνα όπου κατοικούν και οι δύο νέοι, σε ένα μικρό και ασήμαντο νησί που δεν κατονομάζεται με ακρίβεια, εκτός και αν ο χαρακτηρισμός ερημονήσι που αναφέρεται κάποια στιγμή δεν είναι μόνο χαρακτηρισμός του, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα και το όνομά του, μέσα σε ένα τοπίο άκρως ειδυλλιακό, δίπλα στη θάλασσα και στους πρόποδες του βουνού. Δύο μοναχικές ψυχές λοιπόν με κορμιά που καίγονται για έρωτα και επαφή, σε έναν μικρό παράδεισο, μακριά από την τύρβη και το άγχος της πόλης, που διψούν για αγάπη και αποδοχή.  Ίσως κάποιοι να θυμηθούν εδώ το «Δάφνις και Χλόη», αλλά άλλη ομοιότητα δεν υπάρχει ανάμεσα στα δύο έργα, το ένα είναι στη βάση του ποιμενικό, το άλλο φιλοσοφικό, αλλά και τα δύο μαζί ερωτικά.

   Τα πρόσωπα που παίζουν κάποιο ρόλο και περιστρέφονται γύρω από τα τρία κύρια που ανέφερα δίνουν και αυτά, με τον τρόπο τους, την ώθηση στην ολοκλήρωση της ερωτικής ιστορίας των πρωταγωνιστών μαζί με τη θεμελιώδη συμμετοχή της Μπέμπας. Επιμένω σε αυτήν γιατί ο ρόλος της είναι κυριαρχικός, βρίσκεται σε όλα σχεδόν τα επεισόδια του μυθιστορήματος, σε ορισμένα μάλιστα σε πρώτο πλάνο και η συμμετοχή της στην όλη εξέλιξη της υπόθεσης είναι καταλυτική. Κατορθώνει με τις δολοπλοκίες της να επιβάλλει αυτό που επιθυμεί η ίδια από την αρχή, από την πρώτη στιγμή της γνωριμίας της με τον νεαρό, και που οι νέοι αργούν κάπως να το αντιληφθούν.

   Μέσα στο έργο διαφαίνονται κάθε στιγμή οι αγωνίες και οι αναζητήσεις των δύο νέων, και μαζί όλων των συνομηλίκων τους, για τη ζωή, τον θεό, την καθημερινότητα, τον έρωτα, την ιστορία, τη δικαιοσύνη, την επιστήμη, τους θεσμούς, την πολιτική, τη θρησκεία, ακόμη και για τη δημιουργία του κόσμου και τις απαρχές του ανθρώπινου γένους, και για άλλα  που, παρωχημένα ή μη, δεν παύουν ποτέ να απασχολούν τους νέους κάθε εποχής στα χρόνια της ενηλικίωσης. Έτσι εξακολουθούν να παραμένουν πάντα επίκαιρα σε όλες τις εποχές και να συγκινούν ιδιαίτερα τις νεότερες γενιές αποτελώντας ταυτόχρονα βασικό υλικό της αφηγηματικής λογοτεχνίας. Συνεπώς, το εν λόγω βιβλίο, αποτελεί συνάμα ένα έργο στοχασμού και φιλοσοφικής, κατά κάποιο τρόπο, σκέψης, και, μέσα από τον έρωτα που λειτουργεί ως φίλτρο, το μυθιστόρημα μετατρέπεται σε φιλοσοφική, στοχαστική αναζήτηση, θυμίζοντας σε κάποια σημεία ανάλογα έργα του Καζαντζάκη.

   Η αφήγηση είναι στρωτή, παρά τα εμπόδια που θέτουν οι συνεχείς συζητήσεις, ρέει άμεσα, ελεύθερα και αβίαστα και, παρά το γεγονός ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιγράφονται είναι ελάχιστα, εντούτοις κατορθώνει να καλύψει με επιτυχία κάθε σελίδα του βιβλίου χωρίς να αφήνει κενά ή παραλειπόμενα που θέλουν συμπλήρωση. Την αφήγηση τη συμπληρώνει βέβαια ο ζωντανός διάλογος. Η μαθητεία του συγγραφέα στο θέατρο, την τηλεόραση και το ραδιόφωνο τον έχει εξοπλίσει με όλα τα αναγκαία μέσα για μία, όσο το δυνατόν, πιο αληθοφανή πραγματικότητα λόγων και πράξεων. Αφήγηση και διάλογος συγχέονται συχνά και γίνονται ένα και έτσι το ένα συμπληρώνει και συνεχίζει το άλλο σε σημείο που να μην διακρίνεις πάντα που αρχίζει το ένα και που τελειώνει το άλλο. Μία τεχνική λύση που λύνει αρκετά αφηγηματικά προβλήματα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που κρίνεται απαραίτητο να αντικατασταθεί ο αφηγηματικός λόγος και να συμπληρωθεί από τον διαλογικό. Έτσι και οι συμπεριφορές των ηρώων και οι χαρακτήρες γίνονται περισσότερο εναργείς και αληθοφανείς και εντέλει κατανοητοί και αναγνωρίσιμοι και ο αναγνώστης διευκολύνεται σε μεγάλο βαθμό στην απόλαυση του κειμένου, ενώ ο συγγραφέας στο να περάσει ευκολότερα τις σκέψεις, τις απόψεις και τα συναισθήματα που θέλει δίχως αυτό να αποτελεί εμπόδιο για την αισθητική, την πλήρη απόλαυση του κειμένου.

   Είναι, συνεπώς, κατά τη γνώμη μου, το μυθιστόρημα του Αντώνη Σιμιτζή «Μία μοναχή κι ένας μοναχός» ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον έργο που αξίζει τον κόπο που θα καταβάλει κανείς για να το διαβάσει. Το γιατί θα το καταλάβει όταν κλείσει το βιβλίο και στοχαστεί ξανά, και μόνος του πλέον, τα όσα συνάντησε εκεί και κυρίως όσα μπόρεσε να συγκρατήσει.

                                       

  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.