Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Ανθούλα Δανιήλ: Γιώργος Δαμ. Βουλγαράκης, Ερριμμένα, Εκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος,  2020  

 Ο Γιώργος Βουλγαράκης  γεννήθηκε στη Λάρισα το 1947. Ασχολήθηκε με τη δικηγορία, κυρίως όμως ασχολήθηκε με τον πολιτισμό. Διετέλεσε Πρόεδρος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και του Ελληνικού Φεστιβάλ, υπήρξε Σύμβουλος της Μελίνας Μερκούρη στο Υπουργείο Πολιτισμού και Σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας. Ήταν μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Του απονεμήθηκε τιμητικός τίτλος από τον Πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας.

Έγραψε βιβλία νομικά, βιβλία για τη Μουσική, μετέφερε στην τρέχουσα γλώσσα το Άγιο Ευαγγέλιο και τη Αποκάλυψη του Ιωάννη, εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές. Παρέδωσε το σώμα πριν λίγες μόλις μέρες στην ελληνική γη, 7 Απριλίου 2021, και άφησε το πνεύμα του στο ποιητικό του έργο.

Τελευταία συλλογή του είναι τα  Ερριμμένα, ποιήματα δημοσιευμένα σε περιοδικά ή αφημένα στα συρτάρια που πρόλαβε όμως να δει δημοσιευμένα.

Στα ποιήματα αυτά είναι εμφανές ότι κάνει τον ανθρώπινο απολογισμό του. «Μαζεύω τα σύνεργα» είχε πει ο Καζαντζάκης. Το ίδιο και ο Βουλγαράκης, μαζεύει τις σκόρπιες σκέψεις του, στοχασμούς, πάθη, μνήμες, αγάπες, ελπίδες, φιλίες, απαισιοδοξίες.

Πρώτο ποίημα ο «Επισίτιος στίχος», ο άρτος εκ του περισσού, αυτός που τρέφει τον καλλιτέχνη ποιητή:

 Τι έχουν απόψε/ κι’ αλυχτούνε τα σκυλιά;/ Γιατί  αποτρέπουν / να χαρώ/ τον ποιητή να ραμφίζει το πάμφωτο τζάμι του έαρος,/ τη Μιρέλα να φτάνει στο ντο στην Μπατεφλάυ./την Κατερίνα να αναδύεται σαν κύκνος,/ την Du Pré να τελειώνει το κοντσέρτο,/ τον Περικλή να αρχίζει τη Συμφωνία / και μένα/ να ελπίζω πως θα ’ρθει ;/ Έχουν λόγο,/ Έμαθαν και απαιτούν/ να έλθει ο επισίτιος στίχος μου/ μετά την τροφή τους.

 Είναι προφανές ότι ο ποιητής ζει με την ποίηση και τις τέχνες σε όλες τις εκφάνσεις της. Ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος. Χρειάζεται και τον «επισίτιον». Ο «επισίτιος στίχος» είναι το απαιτούμενο εποικοδόμημα.  Έτσι, πίσω από κάθε όνομα, που επιλέγει να διασώσει στο ποίημά του, λάμπει και μια καλλιτεχνική ιδιότητα –η αοιδός, η μπαλαρίνα, η τσελίστρια, ο διευθυντής ορχήστρας(;). με τέτοια υλικά ταΐζει τα «σκυλιά» του, τα καλλιτεχνικά ένστικτά του, που αλυχτούνε μέσα του και ζητούν να φανούν, σαν τα άλλα τα δεμένα με τις αλυσίδες τους στο υπόγειο του Νίτσε. 

  Κάθε στίχος και ένας πόνος.  Ένα παράπονο γιατί «Εκείνη» δεν τον είδε ώρες/ μέρες/ μήνες/ χρόνια και τώρα που εκείνος είναι μακριά, μια ελπίδα έχει απομείνει,  να τον αναζητήσειˑ μόνο που δεν θα τον βρει πια.

Εκείνος όμως επιμένει να της στέλνει κάθε μέρα γράμμα, της Τέχνης του της ακριβής και  δυσπροσέγγιστης αγαπημένης. Κάθε μέρα και ένα, όσο διαρκεί ο καιρός, για να τον προεκτείνει, για να τον ξεγελάει και για να τον κερδίζει:

Μην αλλάξεις διεύθυνση/ και συνέχισε να περιμένεις ,/ δίχως την αναμονή/ το γράμμα θα τελειώσει αμέσως / ως ένα μεγάλο κενό.

 Όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης  «το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του» και αυτό το κενό είναι που  τώρα πια το γέμισε ο Βουλγαράκης, όπως και ο κάθε άνθρωπος θα ’ρθει η ώρα να γεμίσει το δικό του.

Τα λόγια του δεν τα πήρε ο άνεμος, δεν έγιναν πτερόεντα, καρφώθηκαν γερά σαν πρόκες,  όπως έλεγε ο Μανόλης Αναγνωστάκης, στον τοίχο  του χρόνου/  και  κατάσβησαν /το καρδιακό σέλας. Άρα δεν καρφώθηκαν τελικά  στον τοίχο, ποιητή, αλλά στο σώμα σου, ήλοι που κάρφωσαν το σώμα και άφησαν τον νου ανεπαρκή  και την ψυχή tabula rasa. Τώρα πια δεν χωράνε σ’ ένα κιβούρι  δύο μέτρα,  δεν είναι επαρκές για ταυτόχρονη στέγαση/ σώματος ψυχής και νου.

Όπως λέει και ο Γιώργος Σεφέρης, ο ποιητής έχει να παλέψει με το σώμα του. Με το σώμα του και ο Βουλγαράκης. Αυτό είναι που τον εγκαταλείπει κι αφήνει άστεγη την ψυχή του. Κι εκείνη φεύγει. Φεύγει όποτε θέλει, και ας φωνάζει ο ποιητής carpe corpum/ Δίνουμε θάρρος ο ένας στον άλλο/ carpe diem . Άδραξε το σώμα,/ άδραξε τη μέρα,/ αυτό το χέρι που έχει αδράξει την ψυχή/ πότε θα κοπεί; 

Το ερώτημα που είχε μείνει μετέωρο απαντήθηκε.  Κάθε πράγμα στην ώρα του. Και κάθε ματαιότητα αποδεικνύεται από τον χρόνο που σπατάλησε για να υπηρετηθεί.

Τα ποιήματα είναι συνομιλίες του ποιητή με τον εαυτό του, σκέψεις και ιδέες που τις γράφει για να μην τις χάσει, τώρα ή καλύτερα, λίγο πριν από το τώρα, όταν  ανακαλύπτει με τραγικό τρόπο τη σοφία της λαϊκής παροιμίας:

 Στον καταραμένο τόπο βρέχει κάθε μέρα,/ στην ψυχή μου ολημερίς/ κι ολονυκτίς …

 Αόρατα νήματα από ένα διάσημο όνομα, ένα τσέλο, έναν πρόωρο θάνατο  έλκουν τη σκέψη, την σέρνουν όπως σέρνονται τα βήματά του, αφήνοντας  σημάδια στο χώμα, αλλά συνεχίζω να ζω, λέει, αν και είναι εμφανής η θλίψη του, εφόσον η ροή είναι μία και το ποτάμι δεν το σταματά ούτε ο «όγκος» (που γεννήθηκε) ούτε  το «αβέβαιο» (που μας περιμένει) ούτε η «ανάγκη» (που δεν μπορείς να την παρακάμψεις). Όλα θα πέσουν στον «Μόσχοβα», λέει ο Βουλγαράκης, στο ποτάμι του χρόνου, το ποτάμι του Ηράκλειτου, το ποτάμι που γίνεται Δέλτα (ο Νείλος θεός και ποτανμός και Δέλτα, λέει ο Σεφέρης)ˑ το Δέλτα των ποταμών, της ψυχής, της καρδιάς και των χειλιών σου. Το Δέλτα που διασκορπίζεται στα εις ων συνετέθη, εκεί που η γη-η θάλασσα θα ανοίξει την πύλη, τα «χείλη», για να περάσεις ή για να σε καταπιεί.   

Ο ποιητής όσο προλαβαίνει κάνει μια σύντομη βόλτα στα παλιά,  κοιτάζει γύρω του, ασκεί κριτική, θυμάται το «Ματαρόα», του οποίου αρκεί και μόνο η αναφορά για να κεντρίσει μνήμες, πίκρες κι αδικίες, αλλά και τη σωτηρία. Είναι το πλοίο που έσωσε κατατρεγμένους της ζωής και πολλούς καλλιτέχνες. Σαν εκείνο στην ταινία του Κισλόφσκι που ναυάγησε αλλά από το ναυάγιο ο σκηνοθέτης –θεός, έσωσε τους καλλιτέχνες, όλων των ταινιών του. Έτσι και το «Ματαρόα» του Βουλγαράκη γίνεται ένα πλοίο που ταξιδεύει πλέον στον Αχέροντα μεταφέροντας ό,τι ο ποιητής έχει επιλέξει να σώσει. Και δεν επιλέγει τυχαία τον απελπισμένο Κώστα Καρυωτάκη που έχει ήδη συμφιλιωθεί με το «μηδέν και το άπειρον». Δεν ξεχνάει την Αθήνα της εγκατάλειψης, της κακομοιριάς, της ζητιανιάς, της αδυναμίας των λίγων,/ του εγωισμού των ψυχοφθόρων πολιτικών,/ της πονηρής αξιοπρέπειας/ των πολλών/ και των φαύλων («οι φαύλοι τρέχουνε για τον λουφέ» έλεγε ο Σεφέρης) και ο Βουλγαράκης τους είδε με τα μάτια του και τους ξέρει.

Όταν έρχεται η ώρα που ο ήλιος βουλιάζει, τα χρώματα της παλέτας φωτίζουν αλλιώς τον κόσμο. Όντας ο μισός από την άλλη όχθη, άλλα συναισθήματα αποκτά ο ποιητής κι άλλα νοήματα ο κόσμος. Το  «Εγώ θέλω» του, καμία λογική απάντηση δεν είναι ικανή να το αλλάξει: «Έπαψα να βαδίζω στο βουνό/ είναι που μεγάλωσες.. μου λέγει  η Δώρα»,  «έπαψα να βαδίζω στους δρόμους… είναι που χόρτασες  λέγει η Αλλέγρη», «Έπαψα τις πολλές συναθροίσεις/ αρκετές οι γνωριμίες σου /λέγει η Ιώ». Καμιά απάντηση βεβαίως δεν απαντά στο «Θέλω», στον ενεστώτα, αχόρταγο, συνεχή χρόνο που θέλει ο ποιητής. Και έπειτα οι φίλοι που έφυγανˑ άλλος αναίτια,  άλλος άδικα, άλλη έγινε αστέρι… Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να αλλάξει, ούτε τη δική του  μετάλλαξη που πρέπει να την υποστεί για να μπορέσει να επιζήσει,  όσο επιζήσει.

Είναι που ο άνθρωπος χωρίς να ερωτηθεί έρχεται στη ζωή και χωρίς να θέλει φεύγει, έτσι «Αναπάντεχα»:

 Ήρθες αναπάντεχα, /κεραυνός εν αιθρία, / κατέλαβες το σώμα/ και καθυπόταξες το πνεύμα./ Η κραυγή του νικητή/ αντιλάλησε/ στο σώμα που το πρόδωσε / η πραγματικότης/ όμως το πνεύμα / ενεργοποίησε / τον κρυμμένο επαναστάτη/ εντός του/ και επέζησε

Αναπάντεχα σε βρίσκει το κακό που κόβει τον καιρό στα δυο, όπως ο έρωτας με λόγια του Σεφέρη. Είναι ωραία τού κάθε μύθου η παρηγοριά, σαν τον βαθύ λυγμό  στο τσέλο της Du préˑ όμορφη, νέα, ταλαντούχα και νεκρή. Όμως αν «η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε», όπως λέει ο Νίκος Εγγονόπουλος, τότε  έχουν καλλιτέχνες και ποιητές ελπίδα…  και η ζωή το επιβεβαιώνει.

Τα Ερριμμένα είναι ποιήματα εσωτερικά και απελπισμένα, στοχαστικά και απαισιόδοξα, κοινωνικά και ιδιωτικά. Κυρίως ερωτικά για τις τέχνες και τα πρόσωπα που τις υπηρέτησαν, για την όμορφη ζωή που αποσύρεται σαν τον ήλιο στο βασίλεμά του και τον αφήνει μέσα στη γνώση που όσο εκείνη ολοκληρώνεται τόσο εκείνος βυθίζεται, ώσπου το άγνωστο πριν από όπου ήρθε με το άγνωστο μετά προς το οποίο βαδίζει,  να συναντηθούν.

 

                            

 

 

 

 

 

 

                             

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.