Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΕλευθέρας βοσκής

Ανθούλα Δανιήλ: Ταξίδι στη Μυτιλήνη

Δεν αναφέρομαι βεβαίως στην περίφημη ταινία του Λάκη Παπαστάθη. Αυτής της αξίζει ένα μεγάλο αφιέρωμα για όσα επίπεδα χρόνου και αισθήσεων κατάφερε να μας παρουσιάσει και να μας κάνει να νοιώσουμε τη δική μας επιστροφή στον γενέθλιο τόπο μας ή να δούμε πως η ζωή είναι ένα παλίμψηστο ή ένα σπίτι που όλοι διαδοχικά το κατοικούμε.

Το σπίτι μας το πατρικό, το οικογενειακό, τα πρόσωπα που έρχονται και φεύγουν, αλλά και αόρατα κατοικούν μαζί μας, τα επεισόδια της ζωής  που θα μπορούσαν να είναι και δικά μας.

Δεν είναι η ταινία η αφορμή αυτού του κειμένου. Είναι όμως το ταξίδι. Και η αιτία του ταξιδιού είναι τα δύο ωραία Λευκώματα του Δημήτρη Ταλιάνη που παρουσιάστηκαν  στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και Απολιθωμένου Δάσους. Για την εκδήλωση και τη διπλή έκδοση έγινε μνεία τα ΜΜΕ και γράψαμε και στα ηλεκτρονικά περιοδικά…

Όμως το ταξίδι είχε και άλλες παραμέτρους που δεν μπορούν να αγνοηθούν ή να υποτιμηθούν. Μία, ήταν η ξενάγηση στους απέραντους ελαιώνες της οικογένειας  Τιρπιντήρη και στο υπερσύγχρονο ελαιοτριβείο, αλλά και η επίσκεψη στο μοντέρνο σπίτι τους, επιβλητικό, με υπέροχη θέα, σε κατάφυτο ανθισμένο κήπο, με τα τεράστια ξύλινα καλογυαλισμένα τραπέζια, πλατάνια όρθια ριζωμένα  στο χώμα και τώρα πλατάνια γίγαντες ξαπλωμένοι σε τέσσερα πόδια. Από το οικοδόμημα δεν λείπει τίποτα και απολαμβάνει τα  πάντα με πρώτη και κυρίαρχη τη θέα, μόνο του, σε μία ολόκληρη χερσόνησο.

Άλλη ενδιαφέρουσα παράμετρος ήταν ο δρόμος προς την Αγιάσο και έπειτα προς το Σίγρι. Ελαιώνες κι αμπέλια μακριά ως τη θάλασσα/ κόκκινες ψαρόβαρκες πιο μακριά ως τη θύμηση/ έλυτρα χρυσά του Αυγούστου στον μεσημεριάτικο ύπνο… βλέπει ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης,  κι εγώ διασχίζοντας το χλοερό τοπίο ξαναβλέπω και ξαναθαυμάζω  ό,τι είδε και έψαλε εκείνος, αλλά σταματώ στον θαυμασμό και δεν αφήνομαι στον παραπέρα στοχασμό…  Στον στοχασμό, ωστόσο, του Τάκη Παπατσώνη με έστειλαν και τα χρυσοφρυγανισμένα χορτάρια (που) αχνίζουνε   άχυρο πια κι αντίς γι’ αγγέλους, τα τζιτζίκια σου κανοναρχούνε …τον Παρακλητικό Κανόνα. Γιατί το τοπίο που δεν είναι απλώς πόλεις, βουνά και ποτάμια, αλλά η ψυχή του που παίρνει τη μορφή τους για να φανερωθεί. Είναι κατάφυτο, σε όλους τους  τόνους του πράσινου, αλλά και γυμνό, ξερό, με κρυμμένους μέσα τους του απολιθωμένους  κορμούς των αφανών δέντρων. Και τα χωράφια … ε, εκείνα εκπνέουν τη χλοεράδα τους κάτω από τον καυτό αυγουστιάτικο ήλιο. 

                                          

                                                 

Στον Αερολιμένα Οδυσσέας Ελύτης με υποδέχτηκε και ο Ταλιάνης μαζί με τους άλλους αφιχθέντες εξ Αθηνών, για την εκδήλωση, αλλά και ο κουμπάρος και φίλος και συνάδελφος Παναγιώτης Σκορδάς με την συνονόματή μου σύζυγό του Ανθούλα και την όμορφη κόρη του Σοφία. Ο  γιος του ο Στέλιος έλειπε στην εξοχή. Τον είδαμε αργότερα. Με παρέλαβαν με το αυτοκίνητό τους και πρόσω ολοταχώς φύγαμε για την Αγιάσο. Μέρες που ήταν η μεγάλη εκκλησία ετοιμαζόταν για την εορτή της Παναγίας,  το Μικρό Πάσχα του καλοκαιριού, εδώ και το ποίημα του Παπατσώνη που παρέθεσα πιο πάνω. Στην εκκλησία μέσα, τα πρόσωπα των Αγίων μας κοίταζαν σοβαρά. Τα καντήλια και τα μανουάλια άστραφταν, τα σημαιάκια κυμάτιζαν. Τα μαγαζιά είχαν αναπεπταμένη την πραμάτεια τους, ο φούρνος σκόρπιζε μοσκοβολιές, στα στενά δρομάκια της Αγιάσου, σκεπασμένα, σκιασμένα από περικοκλάδες, ανασαίναμε το άρωμα των λουλουδιών, ενώ οι ψηφίδες στα πλακόστρωτα δρομάκια επέστρεφαν τον ήχο που άφηναν τα πατήματά μας στη γη.

Η Αγιάσος είναι κωμόπολη, διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός. Τα σπίτια ανακαινίζονται τηρώντας τον επιβεβλημένο κανόνα. Τέτοιο είναι και το σπίτι του Παναγιώτη Σκορδά, το οποίο, μετά από μια φωτιά που προκλήθηκε από το παλιό τζάκι, μετά το πρώτο σοκ της καταστροφής, βρέθηκαν οι  μαστόροι (που η ποιήτρια Τασούλα Καραγεωργίου αναρωτιόταν τι γίναν,  σε μία συλλογή της),   οι μερακλήδες μαστόροι, και το αποκατέστησαν μέσα και έξω. Η αποκατάσταση, πρέπει να το τονίσουμε από την αρχή, είναι μία θαυμάσια αναδημιουργία. Ποτέ, όσα σπίτια και να έχω δει, δεν με κατέπληξε τόσο όσο αυτό.

Το κτίσμα υψώνεται σε τρία επίπεδα. Διατηρεί την αρχική του δομή, αλλά άλλαξαν χρήση οι χώροι. Οι γονείς και πρώτοι οικήτορες, από χρόνια πια βρίσκονται Στους βαθείς κρυφούς κυπαρισσώνες. Το σπίτι, με τις αλλαγές, είναι τώρα πλέον πιο λειτουργικό.

Το σαλόνι από το τρίτο επίπεδο κατέβηκε στο ισόγειο, ως είθισται σήμερα, και το τρίτο επίπεδο έγινε  ξενώνας. Η παλιά στριφογυριστή ξύλινη σκάλα που βάφτηκε και απέκτησε χρώμα οικείο και λαμπερό, εξακολουθεί να αντηχεί στα πατήματα του επισκέπτη, αλλά είναι όμορφη σαν αρχόντισσα  που ακόμα κατοικεί εκεί από την πρώτη στιγμή, όχι που το σπίτι αναστήθηκε, αλλά από τη στιγμή που γεννήθηκε.

Το παλιό μου σπίτι ακόμη κατοικώ και στα ίδια τριξίματα τρομάζω, λέει ο Ελύτης στην Ωδή «Της Σελήνης της Μυτιλήνης», αλλά εδώ δεν τρομάζει κανείς, απλώς ακούει το καλωσόρισμα. Κι επειδή ο ήλιος ήταν ψηλά ακόμη, δεν είδαμε τη Σαπφώ που έφερε κρυφά στην αυλή  τη Σελάνα κρούοντας βότσαλα.

Το ποιος κοιμήθηκε κάτω από τη σκάλα, που λέει ο Σεφέρης, εδώ δεν έχει   θέση. Εκείνου τα σπίτια του τα πήραν και η θλίψη της απώλειας είναι μεγάλη. Ετούτο το σπίτι είναι όλο φως. Ανοίγουμε τα μεγάλα παράθυρα και αστράφτουν οι κουρτίνες και τα κουρτινάκια, σε μία σύνθεση του παλιού παραδοσιακού κολλαριστού κεντήματος και του σύγχρονου μεγάλου και επιβλητικού ριντώ. Όμως αυτό που αιχμαλωτίζει το μάτι κυριολεκτικά, είναι οι τοίχοι. Τοίχοι κατειλημμένοι από κάδρα. Ζωγράφοι πολλοί, πάνω από εκατό (;) έχουν κάνει έκθεση ζωγραφικής σε όλους τους χώρους του οικοδομήματος και στη σκάλα. Ονόματα γνωστά και πολλά άγνωστα (για μένα) καλλιτεχνών, και του πινέλου – Μιλτιάδης Σελίμης, Στρατής Αθηναίος, Ορέστης Κανέλλης κ.ά- και του πηλού-κεραμίστες: οικογένεια Κουρτζή, Οικογένεια Χατζηγιάννη, γιατί η τέχνη μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Κι ακόμα ξυλογλύπτες: Δημήτρης Καμάρος,  Παναγιώτης Χατζέλης, Αστρίτ Τζιόκα, Νίκος Δαγιέλης και άλλοι που δεν πρόλαβα να συγκρατήσω. Ανάμεσα στους ζωγράφους καδραρισμένα με κέφι και μεράκι ήταν τα έργα τέχνης των χειρών των δύο γιαγιάδων και από τις δύο οικογένειες. Τα μάτια μου έχουν δει πολλά τέτοια, αλλά συγκεκριμένα «τέτοια» δεν έχουν ξαναδεί. Δεν ήταν κεντήματα αυτά. Δεν ήταν λουλουδάκια φτιαγμένα από  μπερδεμένες χρωματιστές κλωστές. Ήταν ολόκληρες ιστορίες αφηγημένες πάνω στο ύφασμα. Σχήματα και χρώματα που μόνο σε Μουσεία Λαϊκής Τέχνης θα μπορούσες να δεις, αλλά και σε μερικά Μοντέρνας Τέχνης, σαν να είχαν οι γιαγιάδες προβλέψει τον ερχομό του υπερρεαλισμού, στον οποίο το νησί τους είχε δραστηριότητα και μάλιστα μεγάλη, αν υπολογίσουμε τον Νικόλα Κάλας, από τους πρωτοπόρους του είδους, τον Οδυσσέα Ελύτη που τον υποστήριξε και τον Γιάννη Αλύτη-Βόμβα που έπαιξε αντάξια με τους μεγάλους στο είδος. Ήταν  καλλιτέχνισσα η νοικοκυρά κεντήστρα, υπερρεαλίστρια συχνά, ερήμην του μεγάλου κινήματος που συνεπήρε την Ευρώπη και τον κόσμο όλο. Είχε μεράκι, φαντασία, όρεξη και υπομονή για να συνθέσει εκείνα τα θαυματουργά της σχέδια, αναπαράγοντας, με την  καμπύλη του κεντήματός της, την καμπύλη του σύμπαντος κόσμου ή την έκφραση της εσωτερικής της αρμονίας και, μαζί με αυτήν, ένα αίσθημα βαθύ, απροσδιόριστο ίσως, ωστόσο υπαρκτό και πηγαίο. Για να βγάλεις αγγέλους, πρέπει αγγέλους να έχεις μέσα σου. Ναι, και καθόλου υπερβολή δεν είναι ό,τι λέω. Είδα τον παράδεισο.

Κάτι, που επίσης μου έκανε εντύπωση, ήταν οι κόγχες των τοίχων, στις οποίες άλλοτε, κάποτε, θα έβαζαν, υποθέτω, διάφορα διακοσμητικά αντικείμενα. Εδώ η έκπληξη είναι πολύ μεγάλη. Κάθε κόγχη σε κάθε επίπεδο του σπιτιού είναι μια μικρή έκθεση με ειδικό θέμα. Όλα τα του καπνού και καπνίσματος: πίπες, παλιά τσιμπούκια, κουτιά τσιγάρων ή καπνού, πολλά πολλά, σαν να θέλει ο συλλέκτης να μην αφήσει τίποτα από την ιστορία του είδους απέξω. Μια μικρή, αλλά πλήρης, διδακτορική διατριβή, με αντικείμενα που μιλούν, χωρίς λόγια, για την ιστορία τους. Με τον ίδιο τρόπο η άλλη κόγχη περιείχε όλα τα είδη που αφορούσαν το ούζο. Τις φίρμες, τα διαφημιστικά φυλλάδια, τα κομψότατα μπουκαλάκια και ποτηράκια. Να μην ξεχνάμε πως η Λέσβος φημίζεται για το είδος. Σε άλλη κόγχη μικρά κεραμικά, μικροκομψοτεχνήματα… Κι ακόμα βιτρίνες με παλιές φωτογραφικές μηχανές και ραδιόφωνα που κάποτε όλοι είχαμε και χωρίς αυτά δεν υπήρχαμε. Και να, αραγμένα στο πάτωμα τα σεντούκια. Πολλά και όλων των ειδών. Τα παλιά παραδοσιακά ξυλόγλυπτα και άλλα νεότερα. Το αυθεντικό αμερικάνικο με τις αστραφτερές βαριές κλειδαριές του και το νεότερο ελληνικό  λιτότερο και ελληνικώς ωραίο! Και πόσοι θησαυροί μέσα σ’ αυτά τα σεντούκια, πόσα έργα τέχνης και πόσα μυστικά. Οι σκαλιστοί καναπέδες και τα άλλα ξυλόγλυπτα, μερικά πολλών χρόνων και άλλα νεότερα.  Δεν ξέρει ο επισκέπτης πού να σταματήσει.

Ψηλά, στο τρίτο επίπεδο, δύο δίδυμα παραθυράκια, σαν μεγάλες πολεμίστρες, έδιναν θέα σε όλες τις στέγες της Αγιάσου, ενώ ένα μικρό μικρό ταρατσάκι πλημυρισμένο στα λουλούδια σου έλεγε πως κάποια Ιουλιέτα θα μπορούσε να καθόταν εκεί, περιμένοντας τον Ρωμαίο της, που όμως καμία πρόσβαση δεν είχε για να σκαρφαλώσει. Ωστόσο, από ψηλά, θα μπορούσε εδώ να κατεβεί ο έρος εξ οράνω, όπως λέει η Σαπφώ.

Στην όμορφη τραπεζαρία η Ανθούλα με τη Σοφούλα ετοίμασαν γεύμα αρχοντικό, τόσο που ένιωσα, σαν τον Σικελιανό στο «Θαλερό», όλες τις γεύσεις αλμυρές και γλυκές στον ουρανίσκο.

Το σπίτι, ένα αρχοντικό, παραδοσιακό και κρυφά μοντέρνο (μπάνια-κουζίνα), μέσα και έξω, στολίδι ανάμεσα στα άλλα της ωραίας Αγιάσου που λες και ξαναλές: καλορίζικο να είναι και να το γεμίσουν με χαρούμενος ήχους από το πιάνο και το σαντούρι τους η Σοφούλα και ο Στελάκης που πάντα αριστεύουν σε όλα. 

Το σπίτι είναι η ψυχή μας και η ψυχή μας είναι το σπίτι μας. Το πόσο το φροντίζουμε ισοδυναμεί με τον σεβασμό που έχουμε για τους πρώτους οικήτορές του που είναι οι γονείς μας και οι πρόγονοί μας.

 

                                          

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.