Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Α. Α. ΜΙΛΝΕ: Η ΓΟΥΙΝΝΥ-Ο-ΠΟΥΦ /ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ. Μτφρ: Παυλίνα Παμπούδη

 

Όπου ο Πουφ πάει Επίσκεψη και βρίσκεται σε Πολύ Δύσκολη Θέση

 

 

Ο Αρκούδος Εδουάρδος, γνωστός στους φίλους του σαν η-Γουίννυ-ο-Πουφ, ή Πουφ για συντομία, περπατούσε μια μέρα στο Δάσος τραγουδώντας μουρμουριστά στον εαυτό του. Είχε φτιάξει ένα τραγουδιστό μουρμούρισμα πρωί‑πρωί, καθώς έκανε μπροστά στον καθρέφτη την Δυναμική Γυμναστική του:  

«Τρα λα λα, τρα λα λα», μουρμούριζε καθώς τεντωνόταν όσο πιο πολύ μπορούσε και μετά:

«Τρα λα λα τρα λα-οχ οχ οχ λα», καθώς προσπαθούσε να φτάσει σκύβοντας τις μύτες των ποδιών του. Μετά το πρόγευμα το ’χε πει πάλι και πάλι στον εαυτό του, μέχρι που το είχε αποστηθίσει και τώρα το μουρμούριζε ολόσωστα, όπως έπρεπε. Το πήγαινε κάπως έτσι:

 

Τρα λα λα, τρα λα λα

Τρα λα λα, τρα λα λα

Ραμ ταμ τιντλ αμ ταμ

Τιντλ ιντλ, τιντλ ιντλ

Τιντλ ιντλ, τιντλ ιντλ

Ραμ ταμ ταμ τιντλ αμ

 

Το μουρμούριζε λοιπόν στον εαυτό του και περπατούσε χαρούμενος, κι αναρωτιόταν τι να ’καναν άραγε οι άλλοι, και με τι θα’ μοιαζε αυτό που θα’ νιωθε, αν ο ίδιος ήταν κάποιος άλλος. Και ξαφνικά, έφτασε σε μια αμμουδερή όχθη και στην όχθη αυτή υπήρχε μια μεγάλη τρύπα.

«Αχά!» είπε ο Πουφ (Ραμ ταμ τιντλ αμ ταμ). «Απ’ ό, τι ξέρω, αυτή η τρύπα σημαίνει Κούνελος, και Κούνελος σημαίνει Παρέα και Παρέα σημαίνει Φαΐ και Κάποιος-Που-Ακούει-Το- Μουρμούρισμα-Μου, και τέτοια. (Ραμ ταμ τιντλ αμ ταμ).

Έσκυψε λοιπόν, έβαλε το κεφάλι του μέσα στην τρύπα και φώναξε:

«Είναι κανείς στο σπίτι;»

Έγινε μια ξαφνική φασαρία στο βάθος και μετά, σιωπή.

«Είπα: Είναι κανείς στο σπίτι;»,  ξαναφώναξε ο Πουφ πιο δυνατά.

«Όχι!», είπε μια φωνή, και μετά πρόσθεσε: «Δεν είναι ανάγκη να φωνάζεις τόσο δυνατά. Σ’ άκουσα πολύ καλά την πρώτη φορά».

«Σκοτίστηκα!», είπε ο Πουφ. «Είναι κανείς εδώ, επιτέλους;»

«Όχι, κανείς».

Η-Γουίννυ-ο-Πουφ έβγαλε το κεφάλι του από την τρύπα, σκέφτηκε λίγο κι είπε μέσα του: «Κι όμως, κάποιος πρέπει να είπε το «όχι, κανείς» που άκουσα».

Ξανάβαλε λοιπόν το κεφάλι του στην τρύπα και φώναξε:

«Γεια σου Κούνελε, εσύ δεν είσαι;»

«Όχι», είπε ο Κούνελος, με διαφορετική φωνή αυτή την φορά.

«Μα αυτή δεν είναι η φωνή του Κούνελου;»

«Όχι, δε νομίζω», είπε ο Κούνελος. «Το προσπάθησα να μην είναι».

«Α!», είπε ο Πουφ.

Έβγαλε το κεφάλι του από την τρύπα, έκανε στα γρήγορα άλλη μια σκέψη, το ξανάβαλε μέσα και είπε:

«Εντάξει. Θα μπορούσες όμως, αν έχεις την καλοσύνη, να μου πεις που είναι ο Κούνελος;»

«Έχει πάει να επισκεφτεί τον Αρκούδο Πουφ, που είναι ο καλύτερος του φίλος».

«Μα αυτός είμαι εγώ», είπε ο Αρκούδος Πουφ πολύ ξαφνιασμένος.

«Τι είδους εγώ είσαι;»

«Εγώ, ο Αρκούδος Πουφ!»

«Είσαι σίγουρος;» Ρώτησε ο Κούνελος ακόμα πιο ξαφνιασμένος.

«Εντελώς, εντελώς σίγουρος», είπε ο Πουφ.

«Ε, τότε, εντάξει· έλα μέσα.»

Έτσι, ο Πουφ έσπρωξε, και ξανάσπρωξε, και στριμώχτηκε, κι επιτέλους μπήκε μέσα στο σπίτι του Κούνελου.

«Είχες δίκιο», είπε ο Κούνελος κοιτάζοντας τον από πάνω μέχρι κάτω. «Εσύ είσαι. Χαίρομαι που σε βλέπω.»

«Ποιος νόμιζες πως ήταν;»

«Χμ…Δεν ήμουν σίγουρος. Ξέρεις πως είναι στο Δάσος. Δεν μπορεί ο καθένας να δέχεται στο σπίτι του τον  καθένα. Ο καθένας πρέπει να είναι προσεχτικός. Τι θα ’λεγες να τσιμπήσουμε κάτι;»

Ο Πουφ, πάντα είχε όρεξη να τσιμπήσει κάτι στις έντεκα το πρωί, και με μεγάλη του ευχαρίστηση είδε τον Κούνελο να βγάζει πιάτα και φλιτζάνια. Κι όταν ο Κούνελος ρώτησε:

«Μέλι ή γάλα του κουτιού θέλεις με το ψωμί σου;» ο Πουφ ενθουσιάστηκε τόσο, που είπε:

«Κι απ’ τα δυο». Αλλά μετά, για να μη φανεί λαίμαργος, πρόσθεσε:

«Μα δεν θέλω ψωμί…μην ενοχλείσαι…» Και μετά, για πολλή ώρα δεν ξανάπε τίποτα….Μέχρι που τέλος, μουρμουρίζοντας τραγουδιστά στον εαυτό του, σηκώθηκε, έσφιξε με αγάπη την μπροστινή πατούσα του Κούνελου, και ανακοίνωσε πως πρέπει να φύγει.

«Πρέπει, στ’ αλήθεια να φύγεις;», ρώτησε ευγενικά ο Κούνελος.

«Χμ», είπε ο Πουφ, θα μπορούσα να μείνω λίγο ακόμα αν- αν εσύ- Και προσπάθησε να στρίψει το κεφάλι του προς την μεριά του ντουλαπιού με τα τρόφιμα.

«Στην πραγματικότητα», είπε ο Κούνελος, «Θα φύγω κι εγώ τώρα, αμέσως.»

«Ε, τότε εντάξει. Φεύγω. Γεια σου»

Καλά, γεια σου -αφού είσαι βέβαιος πως δεν θέλεις άλλο Φαΐ.»

«Υπάρχει άλλο;», ρώτησε αμέσως ο Πουφ.

Ο Κούνελος ξεσκέπασε τα πιάτα κι είπε:

«Όχι, δεν υπάρχει».

«Το σκέφτηκα πως δεν θα υπήρχε», είπε ο Πουφ κουνώντας το κεφάλι. «Λοιπόν, γεια χαρά. Πρέπει να πηγαίνω».

Άρχισε λοιπόν να σκαρφαλώνει για να βγει από την τρύπα. Τραβούσε με τα μπροστινά πόδια κι έσπρωχνε με τα πισινά, και σε λίγο, η μύτη του είχε βγει έξω…Και σε λίγο, είχαν βγει και τ’ αφτιά του…Και σε λίγο, είχαν βγει και τα μπροστινά του πόδια…Και σε λίγο, είχαν βγει και οι ώμοι του…Και μετά-

«Οχ, βοήθεια!», είπε ο Πουφ. «Καλύτερα να ξαναμπώ μέσα…»

«Οχ, τι έπαθα!», είπε ο Πουφ. «Πρέπει να προχωρήσω προς τα έξω…»

«Οχ, δεν μπορώ να κάνω ούτε το ένα, ούτε το άλλο!», είπε ο Πουφ. « Αχ, βοήθεια! Αχ, τι έπαθα!»

Ο Κούνελος τώρα, που ήθελε κι αυτός να πάει ένα περίπατο, βρίσκοντας την μπροστινή του πόρτα φρακαρισμένη βγήκε από την πίσω, έκανε τον γύρο, ήρθε κοντά στον Πουφ και τον κοίταζε.

«Βρε, βρε! Σφήνωσες;», ρώτησε.

«Ό-Όχι…»,  είπε ο Πουφ ανέμελα. «Απλώς ξεκουράζομαι, σκέφτομαι και τραγουδώ μουρμουριστά στον εαυτό μου.»

«Για έλα, δώσε μου το χέρι…»

Ο αρκούδος Πουφ άπλωσε την μια μπροστινή του πατούσα, κι ο Κούνελος άρχισε να τραβάει και να τραβάει και να ξανατραβάει…

«Οχ!», φώναξε ο Πουφ. «Με πονάς!»

«Το συμπέρασμα είναι», είπε ο Κούνελος, «πως έχεις σφηνώσει.»

«Αυτά όλα γίνονται», είπε ο Πουφ θυμωμένα, «γιατί δεν έχεις αρκετά μεγάλη πόρτα.»

«Αυτά όλα γίνονται», είπε ο Κούνελος αυστηρά, «επειδή έφαγες τόσο πολύ. Το σκέφτηκα εκείνη την ώρα πως κάποιος απ’ τους δυο μας έτρωγε πολύ. Δεν ήθελα να πω τίποτα όμως, παρ’ όλο που ήξερα πως αυτός ο κάποιος δεν ήμουν εγώ. Τέλος πάντων, πάω να ειδοποιήσω τον Κρίστοφερ Ρόμπιν.»

Ο Κρίστοφερ Ρόμπιν, όπως ξέρουμε, ζούσε στην άλλη μεριά του Δάσους. Κι όταν ήρθε μαζί με τον Κούνελο κι είδε τον μισό Πουφ, είπε:

«Χαζούλη γέρο Αρκούδε…» Με τόσο τρυφερή φωνή που όλοι άρχισαν πάλι να ελπίζουν.

«Είχα αρχίσει να σκέφτομαι», είπε ο Πουφ λίγο κλαψιάρικα, «πως ο Κούνελος δεν θα μπορούσε ποτέ πια να ξαναχρησιμοποιήσει την μπροστινή του πόρτα. Και δεν θα το άντεχα αυτό.»

«Ούτε κι εγώ», είπε ο Κούνελος.

«Να μην ξαναχρησιμοποιήσει την μπροστινή του πόρτα;», είπε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν. «Μα και βέβαια θα την ξαναχρησιμοποιήσει.»

«Καλά.» Είπε ο Κούνελος.

«Αν δεν μπορέσουμε να σε τραβήξουμε έξω Πουφ, ίσως μπορέσουμε να σε σπρώξουμε πάλι μέσα.»

Ο Κούνελος έξυσε τα γένια του σκεφτικά και παρατήρησε πως αν έσπρωχναν μέσα τον Πουφ, ο Πουφ θα έμενε μέσα για πάντα. Και βέβαια, κανείς δεν θα ένιωθε πιο ευτυχισμένος απ’ ότι αυτός ο ίδιος, βλέποντας συνέχεια τον Πουφ… Θα’ πρεπε όμως να παραδεχτούμε πως άλλοι είναι φτιαγμένοι για να ζουν στα δέντρα κι άλλοι κάτω απ’ την γη και –

«Εννοείς πως δεν θα μπορέσω να ξαναβγώ έξω ποτέ;», είπε ο Πουφ.

«Εννοώ», είπε ο Κούνελος «πως αφού έχεις κάνει τον μισό δρόμο, θα’ ταν κρίμα να πάει χαμένος ο κόπος σου.»

Ο Κρίστοφερ Ρόμπιν συμφώνησε.

«Τότε, το μόνο πράγμα που μας μένει να κάνουμε», είπε, «είναι να περιμένουμε μέχρι ν’ αδυνατίσεις.»

«Πόσο καιρό θα κάνω για ν’ αδυνατίσω;», ρώτησε ανήσυχα ο Πουφ.

«Περίπου μια βδομάδα, πιστεύω.»

«Μα δεν μπορώ να στέκομαι εδώ για μια βδομάδα!»

«Να στέκεσαι μπορείς μια χαρά, χαζούλη γέρο αρκούδε. Να βγεις έξω δεν μπορείς.»

«Θα σου διαβάζουμε», είπε ο Κούνελος κεφάτα. «Κι ελπίζω πως δεν θα χιονίσει», πρόσθεσε. «Και λέω παλιόφιλε, αν δεν σε πειράζει, μια που θα πιάνεις τόσο χώρο μέσα στο σπίτι μου, να χρησιμοποιώ τα πίσω σου πόδια για κρεμάστρες. Μια και βρίσκονται εκεί και δεν κάνουν τίποτα, θα’ ταν πολύ βολικό για μένα να κρεμάω πάνω τους τις πετσέτες μου…»

«Μια βδομάδα!», είπε ο Πουφ μελαγχολικά. «Κι από φαί, τι θα γίνει;»

«Φοβάμαι πως δεν θα ’χει καθόλου φαΐ», είπε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν, «γιατί πρέπει ν’ αδυνατίσεις γρήγορα. Αλλά θα σου διαβάζουμε βιβλία.»

Ο Αρκούδος προσπάθησε ν’ αναστενάξει, αλλά ανακάλυψε πως δεν μπορούσε – τόσο πολύ στριμωγμένος ήταν. Κι ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα μάτια του καθώς είπε:

«Τουλάχιστον θα μπορούσατε να μου διαβάζετε ένα βιβλίο Μαγειρικής, τέτοιο που θα βοηθούσε και θα παρηγορούσε ένα Σφηνωμένο Αρκούδο σε Δύσκολη Θέση;»

Έτσι, για μια βδομάδα ο Κρίστοφερ Ρόμπιν διάβαζε ένα βιβλίο τέτοιου είδους στα βόρεια του Πουφ κι ο Κούνελος άπλωνε την μπουγάδα του στα νότια…κι ανάμεσα ο υπόλοιπος Πουφ αισθανόταν να γίνεται όλο και πιο λιγνός.

Και προς το τέλος της βδομάδας, ο Κρίστοφερ Ρόμπιν είπε: «Τώρα

Έπιασε λοιπόν τα μπροστινά πόδια του Πουφ, κι ο Κούνελος πιάστηκε από τον Κρίστοφερ Ρόμπιν, κι όλοι οι-φίλοι-κι-οι-συγγενείς του Κούνελου πιάστηκαν απ’ τον Κούνελο, κι όλοι μαζί τράβηξαν δυνατά…Και για πολλή ώρα ο Πουφ έκανε μόνο «Αχ!» και «Οχ!»

Κι ύστερα, εντελώς ξαφνικά, έκανε «Πλομπ!» όπως ο φελλός που βγαίνει απ’ το μπουκάλι.

Κι ο Κρίστοφερ Ρόμπιν κι ο Κούνελος κι όλοι οι-φίλοι-κι-οι-συγγενείς του Κούνελου έκαναν μια τούμπα ανάποδη , έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο, και πάνω-πάνω βρέθηκε ο Πουφ, η-Γουίννυ-ο-Πουφ, ελεύθερος!

Κι έτσι λοιπόν, κουνώντας το κεφάλι για να ευχαριστήσει τους φίλους του, συνέχισε τον περίπατο του στο Δάσος σιγομουρμουρίζοντας τραγουδιστά στον εαυτό του με καμάρι.

Κι ο Κρίστοφερ Ρόμπιν τον κοίταζε με αγάπη κι έλεγε μέσα του, «Χαζούλη γέρο Αρκούδε!»

 

 

(Νεφέλη, 1984) ΄

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.