Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Βασίλης Πανδής: Λάζαρε

μνήμη Δ.Π. Παπαδίτσα

 

Σπάζαν οι ουρανοί τα κελύφη του πόνου

και άναβαν εφτά οι νύχτες μου

βαθιά στο χώμα εφτά

φορές που φώναξα

κι όλο γέμιζε πέτρες

το στόμα το μάτι του κύκλωπα

το πνιγμένο στη στάχτη

δίχως φεγγάρια στηθόδεσμους της λύπης

 

ώρες εφτά πριν από τα κατάρτια

η ώρα της κάθε καμπάνας ταξίδεψα

τη δίψα μέσα στα νερά

παραπατώντας πέρ’ από τα καπνόφυλλα

                                             θεονήστικα

κι απ’ την αρμύρα του ερχόταν

το μηδέν της νοσταλγίας

τι ακάματη κατηφόρα

 

τι ασφυξία του ξερόχορτου

η κάθε σκέψη μες στον ήχο της

που έφευγε σειρήνα ερχόταν

σιρίτι ερχόταν χορδή

τι ολάκερα δέντρα

στ’ ανοιχτά των ονείρων

 

–τι να ’ν’ εκείνο που ανεβάζει

απ’ τα βαθιά μου

τον φλόμο της μοίρας

ατελείωτο Σάββατο

Λάζαρε;–

 

γρίφοι με τ’ ασημένια κέρατα δρόμοι

χειρόκτια των βράχων

τώρα στ’ αλήθεια προσαρτημένος

στο κάθε χαλίκι

πάλι θα μηχανευτώ

ανυπόμονα τα σκαλιά του ηλίου

τ’ αχτιδοκύματα

μέσα στον ήχο που ακούει

                                           ο ήχος

περισσότερο βέβαιος

 

πως κανείς εκσκαφέας

τα βοτανολογικά του γέλιου

δεν θα παραστήσει

πιο μάταιος μεταξύ των χυμών

 

ο διαβάτης

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.