Loading...
Μητρική γλώσσαΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Γεωργία Παπαδάκη: ΑΕΛΛΟΠΟΥΣ

    Μία λέξη της αρχαίας Ελληνικής που θέλγει με τον μελωδικό, λείο (λόγω των πολλών φωνηέντων) ήχο της αλλά και με την ανάγλυφη παραστατικότητά της είναι το σύνθετο επίθετο ἀελλόπους-οδος (ὁ,ἡ). Σχηματίζεται από τα ουσιαστικά ἄελλα ()= θυελλώδης άνεμος, θύελλα, και πούς-δός (), και σημαίνει «αυτός που έχει πόδια θύελλας, ο ταχύς σαν θύελλα».

    Απαντά ως προσδιοριστικό ίππων και της θεάς ΄Ιριδας, της αγγελιοφόρου των θεών, όπως θα δούμε παρακάτω.

   Η Ἶρις είναι η θεά του ουράνιου τόξου. Οι εντυπώσεις που προξενούσε στους ΄Ελληνες το λαμπρό αυτό φαινόμενο τους οδήγησε να δημιουργήσουν τη θεϊκή προσωποποίησή του. Και όπως το ουράνιο τόξο φαίνεται να συνδέει τη γη με τον ουρανό, φαντάστηκαν τη θεά ως αγγελιοφόρο ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους. Είναι η γοργοπόδαρη, χαριτωμένη και υπέροχης λάμψης θεά που μεταφέρει μηνύματα ανάμεσα στους θεούς, αλλά και από θεούς σε ανθρώπους και από ανθρώπους σε θεούς. Στην τέχνη απεικονίζεται φτερωτή, με κοντό χιτώνα και με λαμπρά φτερωτά σάνδαλα. Με τον καιρό παραμερίστηκε από τον κατεξοχήν αγγελιοφόρο των θεών, τον Ερμή, και έγινε η αποκλειστική μαντατοφόρος της ΄Ηρας.

      Η τελευταία ραψωδία Ω της Ιλιάδας, αποτελεί ένα από τα πιο συγκλονιστικά κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, περιέχοντας τη συμφιλίωση του Πρίαμου, του πατέρα τού ΄Εκτορα, με τον Αχιλλέα, τον φονιά του γιου του, συμφιλίωση που αποτελεί την καρδιά του έπους, με κορυφαία σκηνή τους δύο εχθρούς να θρηνούν μαζί για την κοινή τραγωδία της ζωής, τον θάνατο.

    Η ραψωδία αρχίζει με τον Αχιλλέα που πενθεί για τον αγαπημένο του Πάτροκλο και κάθε αυγή δένει πίσω από το άρμα του το κορμί του σκοτωμένου ΄Εκτορα, που δώδεκα ολόκληρες μέρες το κρατάει πεταμένο έξω από τη σκηνή του, και το σέρνει γύρω από το μνήμα του νεκρού φίλου του. Με αυτόν τον άγριο τρόπο ντροπιάζει τον εχθρό του, τον Τρωαδίτη ήρωα.  Στον ΄Ολυμπο, ο Απόλλωνας διαμαρτύρεται στον Δία για την άπρεπη αυτή μεταχείριση του ΄Εκτορα, και ο πατέρας των θεών ζητάει να κληθεί η Θέτιδα,1 η μητέρα του Αχιλλέα, για να μεταφέρει τον συνετό λόγο στον γιο της, δηλαδή να παραδώσει τον νεκρό παίρνοντας δώρα από τον Πρίαμο.

   Παραθέτουμε τη συνέχεια με τους ωραίους στίχους στο πρωτότυπο (στ. 77-86).

                  Ὣς ἔφατ’, ὦρτο δὲ Ἶρις ἀελλόπος ἀγγελέουσα,

                  μεσσηγὺς δὲ Σάμου τε καὶ Ἴμβρου παιπαλοέσσης

                  ἔνθορε μείλανι πόντῳ· ἐπεστονάχησε δὲ λίμνη.

                  ἡ δὲ μολυβδαίνῃ ἰκέλη ἐς βυσσὸν ὄρουσεν,

                  ἥ τε κατ’ ἀγραύλοιο βοὸς κέρας ἐμβεβαυῖα

                  ἔρχεται ὠμηστῇσιν ἐπ’ ἰχθύσι κῆρα φέρουσα.

                  εὗρε δ’ ἐνὶ σπῆϊ γλαφυρῷ Θέτιν, ἀμφὶ δ’ ἄρ’ ἄλλαι

                  ἥαθ’ ὁμηγερέες ἅλιαι θεαί· ἡ δ’ ἐνὶ μέσσῃς

                  κλαῖε μόρον οὗ παιδὸς ἀμύμονος, ὅς οἱ ἔμελλε

                  φθίσεσθ’ ἐν Τροίῃ ἐριβώλακι, τηλόθι πάτρης.

 

                                       Σε μετάφραση

 

       ΄Ετσι μίλησε, κι η ΄Ιριδα η γοργοπόδαρη σαν θύελλα

       σηκώθηκε να πάει μαντατοφόρος,

       κι ανάμεσα στη Σαμοθράκη και την ΄Ιμβρο την πετραδερή

       πήδηξε στο μαβί το πέλαγο· και βόγκηξε η θάλασσα.

       Κι εκείνη στο βυθό βούτηξε με ορμή όμοια με αγκιστριού βαρίδι

       που πάνω σ’ αγροδίαιτου βοδιού το κέρατο2 στερεωμένο 

       έρχεται φέρνοντας στα σαρκοβόρα ψάρια θάνατο.

       Βρήκε τη Θέτιδα μες σε σπηλιά βαθουλωτή,

       και μαζεμένες γύρω της οι άλλες οι θαλασσινές θεές καθόντουσαν·

       κι αυτή, ανάμεσά τους τη μοίρα έκλαιγε του γιου της του λαμπρού,

       που ’μελλε να της σκοτωθεί στην Τροία με το εύφορο,

      τ’ αφράτο χώμα, μακριά απ’ την πατρίδα.

      

   Αφήνουμε τον ΄Ομηρο και περνάμε στον  Αριστοτέλη, ο οποίος στη Ρητορική του διασώζει ένα χαριτωμένο ανέκδοτο σχετικό με τον περιώνυμο λυρικό ποιητή Σιμωνίδη, ο εύθυμος χαρακτήρας του οποίου ήταν γνωστός στους ΄Ελληνες και αποτέλεσε μέρος του μύθου του. Γράφει λοιπόν ότι, όταν ο Αναξίλας από το Ρήγιο νίκησε σε αγώνα που είχε λάβει μέρος με μουλάρια, ζήτησε από τον Σιμωνίδη να υμνήσει τη νίκη του προσφέροντάς του μικρή αμοιβή. Ο ποιητής αρνήθηκε με το πρόσχημα ότι δεν του ερχόταν καλά να εξυμνήσει μουλάρια, μόλις όμως του έδωσε ικανοποιητική αμοιβή, αμέσως έπλασε τον στίχο:

 

                        χαίρετ’ ἀελλοπόδων θύγατρες ἵππων  

 

                                      Σε μετάφραση

   

         Χαίρετε, θυγατέρες των γοργοπόδαρων ωσάν τη θύελλα αλόγων·

 

       Και συνεχίζει ο Αριστοτέλης με το σχόλιο: «ωστόσο ήταν και των γαϊδουριών θυγατέρες».

 

 

 

 

 

 

 

1) Η Θέτις ήταν θαλάσσια θεότητα, μία από τις Νηρηίδες, τις κόρες του Νηρέα, του παλαιότατου θεού της θάλασσας.
2) Την πετονιά πίσω από το αγκίστρι την περνούσαν μέσα από ένα κέρατο, για να μην μπορεί το πιασμένο ψάρι να την κόψει. Πάνω από αυτό το κέρατο ήταν στερεωμένο το βαρίδι.

 

————————————————————————————————-

 

 

 

 

 

.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.