Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιάννης Μουγγολιάς: Ευαγγελία Ανδριτσάνου Αντιγόνη. Μια κόρη, μια χώρα,  Άγρα 2021

Διάβασα το πιο πρόσφατο ποιητικό βιβλίο της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου και η έκπληξή μου ήταν μεγάλη. Ομολογώ ότι δεν είχα διαβάσει κάτι άλλο δικό της έως τώρα.

Η Ευαγγελία Ανδριτσάνου, που εργάζεται ως ψυχοθεραπεύτρια, γνωστή μεταφράστρια του έργου του Ίρβιν Γιάλομ και άλλων βιβλίων ψυχοθεραπευτικής θεωρίας και πράξης, ποίησης και πεζογραφίας, αλλά και σκηνοθέτρια για το θέατρο, μέσα από το τελευταίο της βιβλίο, κατά την ταπεινή μου γνώμη, μας αποκαλύπτει μια ιδιαίτερα ξεχωριστή σύγχρονη ποιητική φωνή.

Μετά τα ποιητικά της έργα που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Άγρα με τίτλους «Καλές γυναίκες, κακές γυναίκες» (2008) και «Η δηλητηριώδης» (2013), η Ευαγγελία Ανδριτσάνου το 2021 μέσα από τον ίδιο εκδοτικό οίκο μάς πρόσφερε τη θαυμάσια ποιητική της δουλειά «Αντιγόνη-Μια κόρη, μια χώρα», που άρχισε να γράφεται το 2011 και ολοκληρώθηκε το 2020, μέσα σε καιρό κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Όπως και στις προηγούμενες, η γυναίκα τίθεται και εδώ στον πυρήνα μέσα από μια συνομιλία της αρχαίας ηρωίδας και της σύγχρονης κόρης, αυτής των ημερών μας. Πρόκειται για μια συνομιλία που εισπράττεται από τον αναγνώστη, αφού και οι δύο «μιλούν» σε πρώτο πρόσωπο, σαν να έχουν στραμμένο το πρόσωπό τους προς εμάς και παράλληλα μεταξύ τους. Δυο ποιητικές εξομολογήσεις σε ένα βιβλίο με υπόγειες διακριτές διασυνδέσεις, η μία γραμμένη με κεφαλαία γράμματα, η άλλη γραμμένη με μικρά-πεζά. Η μία, η κόρη του παρόντος, σε καθεστώς πλήξης, βυθισμένη στην προσωπική της νεφέλη: ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΚΑΝΩ. ΚΑΘΟΜΑΙ, ΣΗΚΩΝΟΜΑΙ, ΠΙΝΩ ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΝΕΡΟ. ΔΙΑΒΑΖΩ ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΡΙΧΝΩ ΠΑΣΙΕΝΤΖΕΣ, ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΙΚΡΟ. Η άλλη, η αρχαία κόρη, η Αντιγόνη του μύθου, σχετίζεται με την Αγάπη που έχει πρόσωπο και αντικείμενο τον Αίμονα, τον άνθρωπο που έχει μέσα του τη λογική, τον άνθρωπο της πόλης και του πολέμου, με την Αγάπη ενδεδυμένη, ανυποχώρητη, ασυμβίβαστη, ελεύθερη, με ακέραιες τις επιθυμίες της μέσα στο διαβρωτικό περιβάλλον, με τα κάθετα «ναι» και το απόλυτο «όχι»: Η αγάπη / δεν χορταίνω την αγάπη / ένας χτύπος της καρδιάς σου / η αντανάκλασή του στο στήθος μου / καθώς γέρνεις πάνω μου / κι αρχίζεις να βαραίνεις / και τον έρωτα- / αν ήμουν ελεύθερη / αν το σώμα μου – / Βλέπω τον Αίμονα / όμορφος / όμορφος / καίγομαι ολόκληρη όταν τον σκεφτώ / ξεχνώ να κοιμηθώ / ξεχνώ να φάω […] Αγαπημένε μου […] / Κι εσύ / μέρος αυτού του ανήλικου όχι – κόσμου; / (κόσμος σημαίνει κάτι αρμονικό) / αυτής της ανήλικης συνωμοσίας; / Γιατί, γιατί μαζί τους / εσύ δεν τους μοιάζεις / δεν έχεις τις βεβαιότητες που τσακίζουν / κόκαλα αθώων με το σφυρί τους…

Η Ανδριτσάνου αναλαμβάνει να μας δώσει μια Αντιγόνη ανθρώπινη, με χαρακτηριστικά του μύθου, αλλά απαλλαγμένη από τον μύθο, μια Αντιγόνη φυλακισμένη και ελεύθερη, γήινη, ζωντανή και νεκρή: Θα είμαι / και θα είμαι πάντα / γυναίκα / πάνω στη γη ανασαίνοντας / ή βαθιά μέσα / στα σωθικά της σφηνωμένη. Το κάνει με ένα μοναδικό τρόπο, απαλλάσσοντας την αρχαία κόρη από το ηρωικό υπόβαθρο, θέτοντάς την στην παρηκμασμένη, στεγνή πόλη: Η στεγνή πόλη / καίει τα πέλματα / αφήνει λευκό ίχνος στα χείλη / βαραίνει τους θάμνους προς τη γη / […] / Τώρα τρυπάει τον τοίχο / της φυλακής μου / σάλος / ορυμαγδός / […] / η χέρσα γη / παραπήγματα… Μια ανάλογη κατάσταση διαμορφώνεται στο σήμερα με ξεριζωμένους, απελπισμένους πρόσφυγες και στρατόπεδα εγκλεισμού: ΔΕΝ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ, ΤΟ ΒΛΕΠΕΙΣ ΣΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥΣ, ΔΕΝ ΜΟΙΑΖΟΥΝ ΠΙΑ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙ΄ ΑΥΤΟΥΣ ΘΕΣΗ ΣΤΗ ΓΗ. MORIA KILLS ALL LIFE. ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΥΠΗΡΧΕ. Η χώρα, η οικογένεια, οι θεσμοί, η εκπαίδευση, το περιβάλλον εκπέμπουν μια άρρωστη δυσοσμία. Η «αρχαία» και η «σύγχρονη» κόρη αλλού συναντώνται, αλλού αποκλίνουν, συχνά προσκρούουν η μία στην άλλη. Βρίσκουν συνάφειες αλλά και απωθούνται ακολουθώντας η μία την διεκδίκηση, τη ρήξη, την ελευθερία και τη σύγκρουση και η άλλη την κόπωση και την παραίτηση: ΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΧΩΡΑΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΜΗ ΣΟΥ, ΟΙ ΠΟΛΛΑΠΛΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΙ ΕΣΥ Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥΣ. ΑΠΩΛΕΙΑ ΚΑΘΕ ΝΟΗΜΑΤΟΣ. ΜΙΑ ΚΟΥΤΑΛΙΑ ΝΕΡΟ ΑΡΚΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΝΙΓΕΙΣ. Μέσα στην υπεροχή του καθολικού, τη δύναμη της πόλης και του νόμου, το ξεστράτισμα και η ανυπακοή στραγγαλίζονται. Είναι η αναμέτρηση του προσωπικού με το μαζικό, του ενός με το «μπετόν» και τη βία του όλοι μαζί, η θέση που διεκδικεί το πρόσωπο κόντρα στην καταιγιστική επιρροή της Ιστορίας. Είναι η αντίδραση, η ανάγκη να διαρραγεί η σιωπή, να σταματήσει η αδράνεια, να διακοπεί η παραίτηση και η απόσυρση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η γραφή της Ανδριτσάνου τρυφερή, λυρική, ελεγειακή, γνήσια και καθηλωτική. Αναδεικνύει με φυσικότητα όλες τις καταστάσεις του μύθου, τις σχέσεις που ξεπηδούν από τα πρόσωπα όπως προβάλλονται στο προσωπικό της όραμα αλλά και στις αντανακλάσεις και τους σημαίνοντες διαλόγους με τη σύγχρονη κόρη. Μια γραφή συναισθηματική, κατανοητή, χωρίς φασαρία, χωρίς στείρους εντυπωσιασμούς, ακαδημαϊσμούς ή σχήματα που προσπαθούν να κάνουν την ποίηση «μεγάλη» και ανοικονόμητη. Η ποίηση της Ανδριτσάνου είναι μεγάλη στη ματιά της, εκκινεί από τον δικό της χώρο και χρόνο, έχει ανοιχτό ορίζοντα, αλλά δίνεται με τη λιτότητα, την εκφραστική οικονομία και την αφοπλιστική ισχύ της εγγύτητας.

Κλείνω με δυο κατοπτρικά αποσπάσματα από την «Αντιγόνη» της Ανδριτσάνου, δυο αποσπάσματα, που αντανακλούν την ξεχωριστή αυτή ποιητική της ματιά:

ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΑΠΟ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ; ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ; ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΓΡΗΓΟΡΟ Ή ΑΡΓΟ ΚΑΙ ΡΑΘΥΜΟ; ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΝΟΧΟΣ; ΕΚΕΙΝΟΣ ΠΟΥ ΔΙΨΑΕΙ ΓΙΑ ΟΠΑΔΟΥΣ Ή ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΔΙΨΑΕΙ ΓΙΑ ΑΡΧΗΓΟ; ΑΘΩΟΣ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ; ΚΙ Ο ΦΟΒΟΣ ΑΠΟ ΠΟΣΕΣ ΧΑΡΑΜΑΔΕΣ ΤΡΥΠΩΝΕΙ;

Γύριζα νύχτα

οι σκιές είχαν κρυφτεί

τις ένιωθα όμως γύρω μου

να σφίγγουν τον κλοιό

το παλάτι

μια παγωμένη θάλασσα

ακατοίκητη. […]

Στεκόμουν πλάι στο κρεβάτι της αδελφής μου

τι φωτεινά τα όνειρα της Ισμήνης

χαμογελούσε, άφηνε μικρές κραυγές

έσφιγγε τρυφερά το στήθος της

την παλιά της πάνινη κούκλα

δεν ήθελα να την ξυπνήσω

κι ωστόσο, το έκανα,

εκείνη

ανακαθόταν ήσυχη και μ΄ άκουγε

η σκέψη της πετούσε

η αδελφή μου ήταν θάλασσα ατάραχη

ίσως

ποιος ξέρει

Ω, είχαμε και χαμόγελα γλυκά και βλέμματα βαθιά

εκείνος, ο Παιδαγωγός

κι εγώ

στοχαστικούς περιπάτους

φωνές πουλιών

ένα αναπάντεχο ανθάκι μια χρυσόμυγα

μια λιτανεία μυρμηγκιών

Αλλά βαθιά ένα κάτι σκοτεινό

[…]

Στιγμές ψιθύριζε πυρετικά

Μεθώ μαζί σου … η σοφία, το νέκταρ …

το φως τρεμούλιαζε γινόταν

θαμπό γαλακτερό

τύλιγε τα ρουθούνια μου καυτός αχνός

λίγο ήθελαν τα γόνατά μου να λυθούν

λίγο ήθελα να παραδοθώ

[…]

Το πρωί στα σκεπάσματα μισοπνιγμένη

μ΄ έβρισκε η παραμάνα μας

ο ήλιος χυνόταν στο δωμάτιο γελώντας

έσφιγγα πάνω απ΄ το κεφάλι μου το μαξιλάρι

κόκκινη από οργή

με τον ήλιο, με την παραμάνα

και πιο πολύ

με τον εαυτό μου

*

ΚΑΚΙΖΩ ΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ. ΜΕ ΡΩΤΑΣ: ΓΙΑΤΙ; ΜΗΠΩΣ ΕΚΕΙΝΗ ΔΕΝ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ; ΔΕΝ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙ, ΣΟΥ ΛΕΩ, ΔΕΝ ΜΟΥ ΚΑΝΕΙ. ΔΩΣΕ ΤΩΡΑ ΕΣΥ ΤΗ ΔΙΚΗ ΣΟΥ, ΛΕΣ

ΝΙΩΘΩ ΠΩΣ ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΤΙΠΟΤΑ ΠΙΑ.

Την άλλη μέρα

μαζί μας και στον δείπνο

ο ευνοούμενος της Μητέρας

το χέρι του ερπετό

τυλιγόταν πίσω απ΄ την πλάτη της αδελφής μου

έφτανε αθόρυβα ως τη ρώγα της

τη δάγκωνε

Και ξανά το χαμόγελο

η ματιά του όλη έγνοια να σκάβει

το βλέμμα της Μητέρας

προσφέροντας βουβά τον εαυτό του

σαν μαλακό χαλί

για το λευκό της πόδι

Ο Ετεοκλής κι εσύ ερεθισμένοι

γελούσατε κρυφά.

Κι η γη δεν άνοιγε να καταπιεί

εκείνον

εμάς

όλους.

[…]

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.