ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Γιώργος Βέης: Τζ. Μ. Κούτσι, Ένας αργός άνθρωπος, Μετάφραση: Αθηνά Δημητριάδου, εκδόσεις Μεταίχμιο

                            

                     

«Εκπλήξεις υπάρχουν στην πραγματικότητα, όχι στη γραμματική»

 

                                                                           Λούντβιχ Βιτγκενστάιν

 

 

Το διάβασα το βιβλίο αυτό του νομπελίστα και πρώτου συγγραφέα, ο οποίος βραβεύτηκε δύο φορές ήδη με το περιώνυμο Booker, όχι ως  μια ακόμη παρωδία γεροντικών ερώτων, το οποίο φαίνεται με την πρώτη ματιά του βιαστικού αναγνώστη ότι μπορεί να είναι, αλλά ως εμπεριστατωμένη σπουδή του παράδοξου εκείνου είδους της ημιτελούς απιστίας, της μοιχείας εν κρανίω, ή εν οφθαλμώ, για να θυμηθούμε τον ιδρυτή της χριστιανικής θρησκείας, την οποία οι περισσότεροι των θνητών, αλλά και των ημιθέων και θεών μας παλαιότερα, ευτυχώς ή δυστυχώς, βίωσαν μια ή και περισσότερες φορές. H ενδοχώρα των πολλαπλών δεδομένων συναρπάζει από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο για τις αλυσιδωτές ρήξεις, οι οποίες υπολανθάνουν, και τις πικρές, μισοκρυμένες ή μισοξεχασμένες αλήθειες του σώματος, οι οποίες καθορίζουν μαθηματικά την βιολογική – ηθική μας εξέλιξη.

     Ο διαζευγμένος και άτεκνος, απόμαχος πλέον εξηντάχρονος φωτογράφος Πολ Ρέιμεντ, απολαμβάνει την σύνταξή του στην πιο ειρηνική πόλη του κόσμου, στην μακάρια Αδελαίδα. Μια μέρα όμως οι γιατροί του αποκόπτουν χωρίς δισταγμό το δεξί του πόδι, πάνω από το γόνατο, σε συνέχεια ενός ατυχήματος που είχε με το ποδήλατό του. Η τελεσίδικη τομή, που παραπέμπει φυσικά στην εκτομή του ζωτικότερου ανδρικού μέλους, που κάνει τον φορέα του τόσο υπερήφανο,  ανατρέπει την φυσιολογική ροή των πραγμάτων: ο χρόνος διαστέλλεται, οι σεξουαλικές δραστηριότητες εκφυλίζονται, ο ραγδαίος μαρασμός είναι αναπόφευκτος. Περιορίζεται στο διαμέρισμά του, στις αναμνήσεις και στις διαψεύσεις μιας μάταιης τελικά ζωής, αφήνοντας τον εαυτό του στις αναγκαστικές φροντίδες, επί πληρωμή, εξειδικευμένων κυριών και δεσποινίδων. Αφού τον απογοήτευσε με την στάση της η επηρμένη, αδιάκριτη πρώτη νοσοκόμα,  βρίσκει στο πρόσωπο της δεύτερης την ευσυνείδητη θεραπαινίδα – ιδεώδη «σύντροφο». Πρόκειται για την ευειδή τριαντάχρονη Κροάτισσα Μαριγιάνα Γιόκιτς, καλλίπυγο μητέρα τριών παιδιών, η οποία χρημάτισε συντηρήτρια έργων τέχνης στην ιδιαίτερη πατρίδα της, ως διπλωματούχος – ταλαντούχος του είδους της.

    Ο Πολ Ρέιμεντ, ένας συμβατικός πολίτης της διπλανής πόρτας, κάποιος αδιάφορος «άνθρωπος εις από χιλίων», όπως θα υπογράμμιζε εν προκειμένω ο Εκκλησιαστής, ερωτεύεται παράφορα την εντυπωσιακή, αλλά  ευπρεπή αυτή επαγγελματία, δοκιμάζοντας την μέγιστη, πιθανότατα ύστατη εμπειρία ακραίου πάθους. Αναζωογονούμενος κυριολεκτικά μέσα από τις άοκνες φροντίδες της, υποκαθιστά σταδιακά, στην φαντασία του βεβαίως, τον καθόλα υπαρκτό σύζυγό της, Μιροσλάβ, γραφικό μηχανικό αυτοκινήτων. Η καθημερινή πολύωρη επαφή του με τον «από μηχανής» βαλκάνιο  «άγγελό» του, ο οποίος του κάνει ιππαστί το ανακουφιστικότερο μασάζ του κόσμου, επισκεπτόμενος τακτικότατα, μεταξύ άλλων, και  την γενετήσια περιοχή του απλώς για να την απολυμάνει, όχι μόνον τον αναβαθμίζει ψυχικά και πνευματικά, αλλά τον κάνει να αναθεωρήσει δραστικά τα περισσότερα από τα καταστατικά ιδεολογήματα, τα οποία τον άνδρωσαν. Ένας άλλος Πολ Ρέιμεντ γεννιέται.

        Με το πρόσχημα μάλιστα της οικονομικής υποστήριξης του μεγαλύτερου γιου της Μαριγιάνας, του δεκαεξάχρονου Ντράγκο, ο οποίος φλέγεται να φοιτήσει σε ένα από τα ακριβότερα κολέγια της Αυστραλίας, σκοπεύοντας να ενταχθεί το συντομότερο δυνατόν στο πολεμικό ναυτικό της, ο πολυμήχανος ανάπηρος προτείνει να συγκατοικήσει με τους Γιόκιτς! Στο κλασικό ménage à trois, ο Πολ Ρέιμεντ αντιπροτείνει ευθαρσώς ένα επαναστατικό ménage à six!  Επιλέγει μάλιστα τον πολύσημο όρο νονός για να  νομιμοποιήσει την εισβολή του στην οικογενειακή εστία των μεταναστών.

     Στην μυθιστορηματική σκηνή κινείται και το οιονεί alter ego του συγγραφέα, η γηραιά, θυμόσοφη κυρία Ελίζαμπεθ Κοστέλο, ηρωίδα του ομώνυμου, ευθύβολου μυθιστορήματος του Τζ. Κ. Κούτσι. Επεμβαίνει συχνά κατά το δοκούν ως δεύτερος «από μηχανής άγγελος», Αυστραλός αυτή τη φορά. Νουθετεί τον ερωτύλο ημικλινήρη, θέλοντας παντί τρόπω να τον επανεντάξει στην αμείλικτη πραγματικότητα του εξηντάρη. Κάτι το οποίο τελικά θα συμβεί μόλις στην τρίτη από το τέλος παράγραφο του βιβλίου. Όμως  στο μεταξύ κρίσιμο διάστημα ο Πολ Ρέιμεντ έχει προλάβει να αποδείξει ότι ο βαθύς έρωτας του για την Κροάτισσα με τα υπέροχα στήθη και τις εξαίσιες γάμπες είναι μεν αδιέξοδος για πολλούς λόγους, αλλά από μια άλλη σκοπιά είναι η απόλυτα ικανή και αναγκαία εκείνη συνθήκη για να τον αναγάγει ευθέως και ίσως οριστικά στη σφαίρα του πλατωνικού Αγαθού.

 

 

                                                          *

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.