Loading...
Ολίγα τινάΠρωτοσέλιδο

Γιώργος Δουατζής: Αναγνώριση. Η γητειά της Σειρήνας

αναγνώριση μόνον από τους λίγους που εκτιμάς
όταν σε τιμούν με τη μοιρασιά του έργου σου
                                              (Τα Κάτοπτρα)

 

Πολλοί ποιητές αναζητούν ένα αίσθημα ασφάλειας στην αναγνώριση του έργου τους. Η αναγνώριση είναι η μεγάλη παγίδα, η ετοιμόρροπη, ασταθής στέγη. Όταν κατακτήσεις έστω και λίγη προστατευτική ταπεινότητα, δεν χρειάζονται στέγες. Είναι αρκετή η στέγη της τέχνης που υπηρετείς.

 

Νεαρός, δεκαέξι με δεκαοχτώ ετών, πάσχιζα να μοιράζω στους φίλους ποιήματά μου με αγωνιώδη προσμονή των αντιδράσεών τους. Με τα χρόνια, αυτή η δίψα για αναγνώριση της δουλειάς μου, έχει πλήρως εξαφανιστεί. Ίσως να είναι η επίγνωση της παγίδας που κρύβει η αναγνώριση.

 

Ωριμάζοντας, έμαθα να υπολογίζω πλέον τη γνώμη όσων πραγματικά εκτιμώ και μόνον αυτών. Παρ’ ότι δεν έχω κανένα παράπονο από τις εν γένει κριτικές που έχουν γίνει για τη δουλειά μου.

 

Νομίζω πως η αίσθηση ασφάλειας που δημιουργεί η αναγνώριση του έργου ενός δημιουργού, καμιά φορά σημαίνει καταφυγή σε ένα είδος επισφαλούς βεβαιότητας και ενδεχομένως σε μερική ακινησία.

 

Δεν μπορώ να ακριβολογήσω για το τι νιώθω όταν γράφουν ή μιλούν θετικά για το έργο μου. Τα εγκώμια δεν δίνουν ακριβώς ικανοποίηση. Μου δίνουν ένα μεγάλο φορτίο ευθύνης. Το βέβαιο είναι ότι με καταλαμβάνει συγκίνηση. Από το αίσθημα της μοιρασιάς; Της στιγμιαίας αδελφοσύνης; Κι όσο μεγαλώνω, τόσο πιο ευσυγκίνητος αισθάνομαι σε τέτοιες στιγμές.

 

Η αναγνώριση από ανθρώπους που εκτιμώ, όπως την εκλαμβάνω, δεν συνεπάγεται απαραιτήτως και δημοσιότητα. Μπορεί η αναγνώριση να μένει σε έναν στενό κύκλο. Επειδή έχω γνωρίσει τη δημοσιότητα λόγω επαγγελματικής, ακραίας έκθεσης στην τηλεόραση, την απεχθάνομαι. Μόνον όταν νιώσεις το βάρος της δημοσιότητας, η ιδιωτικότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

 

Δεν είναι κακό, αλλά εύλογο ότι η δημοσιότητα είναι εργαλείο για τους καλλιτέχνες ώστε το έργο τους να προσεγγίσει όσο γίνεται περισσότερο κόσμο. Αλλά, πολλά τα αλλά σε αυτό το σημείο. Οι  παρουσιάσεις βιβλίων μου, αιτία ψυχικής αναστάτωσης.

 

«Δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσο γρήγορα τα οράματα των ιδιοφυών μετατρέπονται σε κονσέρβες των διανοουμένων». Μόουζες Χέρτσογκ

 

Οι επαρκείς δόσεις ταπεινότητας, όταν υπάρχει η αναγνώριση, είναι το εργαλείο που συνδέει το γνήσιο ποιητικό έργο με τη ζωή του ποιητή.

Ξέρω, θα γράψουν ποιήματα στη μνήμη μου. Αλλά πώς θα τα ακούσω αφού θα τα έχουν γράψει για μένα ως εκλιπόντα; Ένα ολίσθημα στο κοίταγμα του χρόνου. Θα μου πεις, εδώ φοβούνται ακόμα και νεκρούς, διότι μένουν ανέκδοτα κάποια χειρόγραφά τους…

 

Αγαπάω όλα μου τα έργα, με ξεχωριστό τρόπο το καθένα. Κάθε ποίημα που βλέπω με παραπέμπει στις στιγμές που γεννήθηκε. Μπορεί να μη θυμάμαι στίχους μου, αλλά θυμάμαι πολύ καλά πώς και γιατί έγραψα έναν στίχο.

 

 

Δεν μπόρεσα ποτέ να μπω στην περίφημη λογική της «πρωτιάς», στο να επιθυμήσω να είμαι ο νικητής, ο πρώτος. Με κολάκευαν οι επιτυχίες, αλλά το αίσθημα της ματαιότητας που τις συνόδευε δεν μου άφηνε περιθώριο για ακκισμούς.

 

Συνηθίζεται η αναγνώριση ενός έργου να συναρτάται από το εύρος και την ποιότητα των κριτικών που δέχεται. Πολλά έχουν ειπωθεί για τον ρόλο των κριτικών λογοτεχνίας και των κριτηρίων τους. Η αλήθεια είναι ότι σε παλαιότερες εποχές οι κριτικοί και οι κριτικές τους είχαν ειδικό βάρος κατά πολύ μεγαλύτερο των σημερινών. Κι αυτό διότι ήταν βαθιά καλλιεργημένοι άνθρωποι, με Παιδεία, και τεκμηρίωναν σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι έλειπαν μικροψυχίες, ανταγωνισμοί και υπονομεύσεις λογοτεχνών. Αλλά, η σύγκριση με το σήμερα, καταλυτική.

 

Έντιμοι ποιητές και συγγραφείς μιλούν για βιβλιοπαρουσίαση και όχι για κριτική όταν γράφουν για βιβλίο ομότεχνου τους. Κάτι ξέρουν από δεοντολογία…

 

Οι άνθρωποι που αδιαφορούν για κάθε καλλιτεχνική ή πνευματική έκφραση δεν είναι αντικείμενα της κριτικής μου. Ας εστιάσουμε την κριτική στους ανα-παραγωγούς αυτού του συστήματος, που με την ανοχή μας μας θέλει αμόρφωτους, ακαλλιέργητους για να μας χειραγωγεί. Ας ορθώσουμε ανάστημα ως πολίτες και τότε θα έχουμε δικαίωμα στην κριτική.

 

Σκέπτομαι με αυτάρεσκη ικανοποίηση αλλά κι ευθύνη, με έξαρση ταπεινότητας ως αντίσταση στη ματαιοδοξία, που φουσκώνει συνήθως από τα λόγια των ανθρώπων. Σκέπτομαι, διάστικτος από τονωτικά εγκώμια, ότι πάντα επιχειρούσα -τα καταφέρνω άραγε;- να παραμείνω σεμνός, να νικήσω τις σειρήνες που φωνάζουν σε όλους τους ανθρώπους ότι είναι κάτι άλλο ξεχωριστό από τη μάζα.         Τι τα θες; Είναι κραυγές ασημαντότητας σε ένα θνητό κόσμο με άκρως ασήμαντη διάρκεια ζωής, απειροελάχιστη στη ζωή της ιστορίας. Γι αυτό, άλλωστε, μιλάω για ανυπαρξία ποιητών μέσα στον χρόνο και για συνέχεια της ύπαρξης της Ποίησης ανά τους αιώνες. Είμαστε το έργο μας και το αφήνουμε στους επερχόμενους ως κόκκο μιας γραμμής που συνεχίζεται μέσα στο χρόνο.

 

Οι περισσότεροι κριτικοί λογοτεχνίας θέλουν να αγνοούν το ότι δεν θα υπήρχαν αν δεν υπήρχε το έργο των λογοτεχνών. Ως φαίνεται, θέλουν να το αγνοούν συστηματικά, ιδίως οι άκρως αμφιβόλου εγκυρότητας, οι οποίοι δεν γνωρίζουν τα στοιχειώδη για τη δημιουργία ενός έργου.

 

Στο ερώτημα «θα έπρεπε να ζωγραφίζω ή να συνθέτω μουσική για να κάνω κριτική σε ένα εικαστικό ή μουσικό έργο;», η απάντηση είναι όχι. Αλλά, το να κάνεις επάγγελμα την κριτική, προϋποθέτει ευρύτατο πεδίο γνώσεων, σεβασμό στους δημιουργούς, ευαισθησία και πολλά άλλα, από τα οποία ελάχιστα εντοπίζονται στους φερόμενους επαΐοντες της κριτικής. Και μη μιλήσει κανείς για αντικειμενικότητα εδώ, διότι κινδυνεύει να γίνει περίγελος.

 

Μπορείς με άνεση να πεις «αυτό το έργο μου αρέσει, με ακούμπησε ή όχι». Δεν μπορείς, όμως, να λες «αυτό είναι ωραίο», εκφράζοντας μια υποτιθέμενη αντικειμενική αντίληψη του ωραίου. Είναι ωραίο για σένα, όχι για όλους.

 

Ευχάριστες οι θετικές απόψεις των κριτικών. Δεν καταφέρνουν να με επηρεάσουν, διότι λίγους από αυτούς εκτιμώ κι ας μη με τίμησαν με αρνητικές κριτικές. Όσο για τους ομοτέχνους, αμφιβάλλω πολύ αν αρκετοί με έχουν διαβάσει.

 

Δικαίωμα στη δημιουργία έχει κάθε άνθρωπος και δεν θα λογοδοτήσει σε κανέναν γι’ αυτό. Όταν πιστεύεις σε αυτό που κάνεις, αποτελεί ιεροσυλία η παρέμβαση άλλων και κυρίως η αρνητική κριτική επειδή ακριβώς δημιουργείς. Νομίζω, πως αυτό ισχύει για τον μαραγκό, τον μάγειρο, έως τον μεγαλύτερο καλλιτέχνη. Βεβαίως, το αποτέλεσμα κρίνεται από τη στιγμή που δημοσιοποιείται.

 

Κρίνουν συχνά ένα έργο με τη λογική και ξεχνούν ότι η έννοια της γνήσιας δημιουργίας βρίσκεται πέραν στερεοτύπων και ερμηνειών. Σημαντική για τους κρίνοντες θα ήταν η άρση των αντιφάσεων της περιρρέουσας λογικής για τη δικαιολογία ύπαρξης ενός έργου, αλλά και για τους γεννήτορες του έργου.

 

Επιπόλαιοι εκείνοι που ως «γνωστικοί» χαρακτηρίζουν νοσηρούς ή ψυχοπαθείς τους καλλιτέχνες, τους οποίους συχνά λοιδορούν. Όμως, το έργο των καλλιτεχνών τούς θέλγει. Προληπτικώς, φροντίζουν πάντοτε να το αναλύουν πάντα διά της λογικής για να νιώθουν ασφαλείς. Αλλά έτσι χάνουν την πεμπτουσία της ευδαιμονίας που χαρίζει η πρόσληψη ενός έργου.

 

Η εύκολη απόρριψη είναι ένα διακριτό είδος ανοησίας στα μάτια μου. Έχω πιάσει τον εαυτό μου πολλές φορές να βιάζεται να αγνοήσει αν όχι και να απορρίψειένα έργο και αμέσως σπεύδω να το ξαναδώ στη σκέψη ότι το αδίκησα. Αρκετές φορές ανακάλυψα θησαυρούς έστω και καθυστερημένα, ιδιαιτέρως σε εικαστικά έργα, τα οποία επιπολαίως απέρριψα.

 

Θεωρώ αναξιοπρεπές, μικρόψυχο, να αποδέχεσαι ως μεγάλο το έργο ενός δημιουργού και συγχρόνως να τον κρίνεις σε προσωπικό επίπεδο για τον τρόπο που έζησε. Ακόμα χειρότερο, να τολμάς να κρίνεις το ότι έδωσε τέλος στη ζωή του. Γιατί να μας αφορά η σχέση της μεγάλης δημιουργικής ικανότητας, με τη συναισθηματική κατάσταση και την προσωπική ζωή των δημιουργών, τις οποίες δεν θα γνωρίσουμε πραγματικά ποτέ; Ο σεβασμός διά της σιωπής είναι ό,τι καταλληλότερο σε αυτές τις περιπτώσεις. Σεβάσμια σιωπή.

 

Βεβαίως η αυτογνωσία είναι μεγάλη υπόθεση. Αλλά το να κατηγορούμε μεγάλους δημιουργούς και καλλιτέχνες ότι δεν είχαν επίγνωση των ορίων των δυνατοτήτων τους, το θεωρώ ένα είδος ύβρεως. Ας μας αρκεί η μοιρασιά του έργου τους, που πρέπει να την προσλαμβάνουμε με σεβασμό.

 

Συνήθως, η πρόχειρη και γι’ αυτό ανεύθυνη κριτική, κρύβει την τάση του ανθρώπου να νιώσει ίδιος ή υπέρτερος του κρινομένου. Κι αυτό κρύβει πολλά που ανάγονται στη σφαίρα του ψυχιάτρου.

 

Ένας νέος αναγνώστης της Ποίησης συναντά σε φιλολογικές αναλύσεις εξειδικευμένους όρους και αοριστολογίες, που μάλλον τον απομακρύνουν, παρά τον βοηθούν να πλησιάσει το ποιητικό έργο. Οι περισσότεροι κριτικοί ή αναλυτές συνήθως επιδεικνύουν το γνωστικό τους πεδίο χρησιμοποιώντας όρους ειδικών, γλωσσολόγων, σημειολόγων και άλλων, παρασυρμένοι τόσο από την προβολή του εγώ τους ώστε ξεχνούν και οι ίδιοι ότι αντικείμενό τους είναι το ποιητικό έργο. Χρήσιμα όλα αυτά, σου αποκαλύπτουν άλλους κόσμους, όμως καλό είναι να παραμένουν στον πυρήνα της Ποίησης που αναλύουν.

 

Όταν προσλαμβάνω ένα λογοτεχνικό ή καλλιτεχνικό έργο πασχίζω να εισπράξω το όλον που φέρει. Κάθε επιμερισμός των συστατικών του αφαιρεί αισθητική απόλαυση, είναι μικρόψυχη ματιά έναντι των κραδασμών που προκαλεί το σύνολο του έργου.

 

Όταν κάποιος προσλαμβάνει ένα έργο τέχνης, το εισπράττει ως αποτέλεσμα. Δεν τον αφορούν οι προθέσεις που ίσως μετρούν για τον καλλιτέχνη, αλλά όχι για τον δέκτη του έργου του.

 

Οφείλουμε να αποδεχτούμε ότι από τη στιγμή που δημοσιοποιούμε τη δουλειά μας, βασική προϋπόθεση είναι η αποδοχή ως και της σκληρότερης κριτικής. Κριτικής σεβαστής, όχι απαραίτητα αποδεκτής.

 

Με τους κάθε λογής κριτικούς τέχνης και λογοτεχνίας, συνεργούς σε εγκλήματα σε βάρος της αισθητικής και της τέχνης, νομίζω πως δεν θα ασχοληθεί η ιστορία. Με τους δημιουργούς; Συστήνω να σκέπτονται καθημερινά ότι οφείλουν την ύπαρξή τους στους δημιουργούς.

 

Στη νέα εποχή που έχει διαμορφωθεί στον χώρο του βιβλίου δεν επηρεάζουν τον αναγνώστη παρά ελάχιστα οι κριτικοί λογοτεχνίας, πολιτιστικοί συντάκτες, διαφημιστές και διάφοροι αναξιόπιστοι φορείς. Ζούμε σε μια εποχή υπερπαραγωγής παρα-λογοτεχνίας και παρα-ποίησης και τελικώς το μόνο «διαφημιστικό» μέσο είναι η από στόμα σε στόμα προώθηση του καλού βιβλίου. Πραγματικά, δεν ξέρω τι θα μείνει…

 

Σκέπτομαι συχνά, να βάλω στο βιογραφικό μου ως τιμητικές διακρίσεις: Δεν είμαι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Δεν έχω πάρει κρατικό βραβείο.

 

Πόσες ζωές να έσωσε η ματαιοδοξία… Και πόσες να κατέστρεψε…

 

Είπαν για τους κριτικούς:

 

 Αζάρ Ναφίζι: Οι κριτικοί βλέπουν μόνο τους εαυτούς τους κι αυτά που θέλουν να δουν.

 

Γιώργος Σεφέρης: Τι ωραία που θα ήταν η ζωή αν όλοι αυτοί οι κύριοι δεν γύρευαν τίποτε άλλο από την ποιητική ουσία του ποιήματός μου. Αλλά γυρεύουν τόσα άλλα πράγματα που εγώ δεν τα γύρεψα καθόλου.

 

Μάνος Χατζηδάκις: Τι άθλιο επάγγελμα κι αυτό για να βγάλει κάποιος το ψωμί του…

 

Νίκος Καββαδίας: Οι κριτικοί είναι αποτυχημένοι μπινέδες.

 

Ελάχιστοι, ευτυχώς, οι ευτελείς του σιναφιού εφημερίδων και περιοδικών, τους οποίους διαβάζουν επίσης ελάχιστοι. Τι τράβηξαν Ελύτης, Λειβαδίτης, Καρούζος, Σαχτούρης και τόσοι άλλοι από τους κριτικούς… Θα μου πεις, δεν θα τους θυμάται κανείς, εκτός ελαχίστων. Θα τους καταπιεί ο αμείλικτος χρόνος.

 

 

(Γιώργος Δουατζής: από τις «Χρονογραφίες – Σημειώσεις ημερολογίου», Κάκτος, 2021)

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.