Loading...
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδοΦωνή βοώντος

Δημήτρης Γαβαλάς: Η Εποχή των Μικρών Παιδιών

Ο Χριστός που γεννήθηκε είναι μικρό παιδί, ο Νέος Χρόνος που έρχεται είναι μικρό παιδί. Όμως,  το μικρό παιδί δεν είναι άγραφο χαρτί, φύλλο λευκό που πάνω του τίποτα ακόμα δεν έχει γραφτεί, δεν είναι χωρίς ψυχικά περιεχόμενα, γιατί περιέχει δυνατότητες μελλοντικής ανάπτυξης που είναι δικές του και ιδιάζουσες. Η ψυχή του μοιάζει με ωάριο ψυχικής φύσης. Ένα γονιμοποιημένο ανθρώπινο ωάριο φαίνεται να είναι ακριβώς όπως κάθε άλλο, αλλά το πρώτο εξελίσσεται σε αγόρι, το δεύτερο σε κορίτσι, το τρίτο δίνει έξυπνο άνθρωπο, ενώ το τέταρτο αναπτύσσεται ίσως σε άτομο με ειδικές ανάγκες. Αν και στο ξεκίνημά τους αυτές οι δυνατότητες δεν είναι φανερές, όμως δεν μπορούνε και να αλλάξουνε. Στο ψυχικό σύστημα του ανθρώπου υπάρχουνε επίσης ανάλογες δυνατότητες.

 

Όταν το παιδί αντιμετωπίζει τα πρόσωπα, τα πράγματα και τις καταστάσεις του περιβάλλοντος, ενεργεί με χαρακτηριστικά δικό του τρόπο. Όλα αυτά προσκρούουν πάνω του από έξω, αλλά συγχρόνως υπάρχει μέσα του μια ασυνείδητη προσδοκία για το τι πρέπει να είναι τα στοιχεία του περιβάλλοντος. Μια προσδοκία που προέρχεται από τα ενδογενή πρότυπα, που βρίσκονται στο ασυνείδητο από όλους τους καιρούς της ανθρώπινης εμπειρίας του κόσμου, δηλαδή τα αρχέτυπα, τα ασυνείδητα πρότυπα του ψυχικού συστήματος, τα οποία αντιστοιχούνε στα πρότυπα του φυσικού κόσμου. Το παιδί, με αιτία τη φύση των δικών του εσώτερων αισθημάτων και προδιαγραφών, γρήγορα αρχίζει να παρουσιάζει χαρακτηριστικές αντιδράσεις. Στην ηλικία των 2-3 χρόνων αποκαλεί τον εαυτό του ‘Εγώ’ και αυτή είναι η πρώτη αναγνώριση ότι αποτελεί ένα συνειδητό και ξεχωριστό, σωματικά και ψυχικά, άτομο.

 

Όταν, σε αναφορά με το ‘Εγώ’, η σχέση με τους γονείς είναι θετική, η αντίδραση του παιδιού είναι: «Αγαπώ – θέλω να με αγαπάνε – περιμένω ή απαιτώ να με αγαπάνε». Αλλά, αν η ατμόσφαιρα του σπιτιού συγκρούεται πάρα πολύ με την αίσθηση του ‘Εγώ’, αν οι γονείς είναι είτε πολύ προστατευτικοί, πολύ διαχυτικοί, πολύ επιεικείς είτε, αντίθετα, αν είναι ψυχροί και αδιάφοροι, τότε εμφανίζεται η αντίθετη αντίδραση που εκφράζεται, με όλους τους τρόπους, ως: «Μισώ – αφήστε με μόνο – μη με αγγίζετε».

 

Όμοιες αντιδράσεις απαντώνται σε σχέση με τα πράγματα και μπορούνε να εκφραστούνε με λέξεις όπως: «Αγαπώ την κούκλα μου» ή «Κακή καρέκλα που χτύπησες τον μπέμπη» και άλλα ανάλογα. Το ίδιο γίνεται και με τις καταστάσεις. Πολύ νωρίς στη ζωή του το παιδί ανακαλύπτει ότι βρίσκεται σε πειθαρχία: «Τώρα πρέπει να φας», «Τώρα πρέπει να πας για ύπνο» κτλ. Στην αρχή υπάρχει ίσως απόλυτη συμμόρφωση, αλλά γρήγορα το παιδί αρχίζει να έχει τις δικές του ιδέες για όλα τα θέματα. Τότε, είτε θέλει και συμμορφώνεται, είτε αρχίζει να αντιδρά και έτσι πιέζεται από μέσα όπως και απέξω. Αλλά, επειδή ο εξωτερικός κόσμος είναι μεγαλύτερος και δυνατότερος από το ίδιο, μαθαίνει να προσαρμόζει τον εαυτό του στις απαιτήσεις αυτού του κόσμου και να φοράει μια μάσκα, ένα προστατευτικό δέρμα, την persona.

 

Μονάχα όταν το παιδί βρει κάποια συμφωνία ή, κυρίως, κάποια διαφωνία με το περιβάλλον συνειδητοποιεί ότι είναι ένα ‘Εγώ’, κάποιος άλλος από τα πρόσωπα ή τα πράγματα του κόσμου γύρω του. Πριν από αυτό, η ψυχική ουσία του παιδιού ωθείται προς τα έξω και ‘προβάλλεται’, είτε στους γονείς είτε σε άλλο αντικείμενο, δημιουργώντας ένα είδος ψυχικού συνεχούς μεταξύ αυτών. Είναι σαν ένα κομμάτι του να βρίσκεται έξω από τον εαυτό του, στο αντικείμενο. Και όχι μονάχα ο προσωπικός εαυτός του, αλλά και τα αρχέτυπα και οι εικόνες μέσα από τις οποίες αυτά εκφράζονται, εισέρχονται επίσης σε αυτό το συνεχές μεταξύ ‘Εγώ’ και ‘Μη-Εγώ’ και βιώνονται ως να ήτανε μέσα στο εξωτερικό αντικείμενο.

 

Συνεπώς, όλες οι ατομικές σχέσεις με τον εξωτερικό κόσμο επηρεάζονται από το αρχετυπικό υλικό του συλλογικού ασυνείδητου. Έτσι, στη στάση του προς τους γονείς, το παιδί αντιδρά όχι μονάχα προς τον πραγματικό πατέρα και μητέρα, αλλά και προς την ενδογενή εικόνα του Πατέρα και της Μητέρας, που περιέχουνε την ουσία της πατρότητας και μητρότητας, και ασυνείδητα περιμένει οι γονείς του να εκπληρώσουνε τον προσδιορισμένο ρόλο. Η αίσθηση του-να-είναι-παιδί απαιτεί ένα πανομοιότυπο που εκφράζεται ως η αίσθηση του-να-είναι-γονιός, μια κατάσταση του ψυχικού συστήματος που οδηγεί σε όλα τα προβλήματα μεταξύ του παιδιού και των γονιών. Γιατί κανένας άντρας ή γυναίκα δεν είναι μόνο γονιός και κανένα παιδί δεν μένει μόνο παιδί για όλη του τη ζωή.

 

Μια σημαντική λειτουργία, που μπορεί να την παρατηρήσει κάποιος στο παιδί, είναι η λειτουργία της ‘προβολής’. Ό,τι είναι ασυνείδητο ‘προβάλλεται’ και, επειδή το μεγαλύτερο μέρος του ψυχισμού ενός παιδιού είναι ακριβώς ασυνείδητο, γι’ αυτό και η ‘προβολή’ είναι κυρίαρχο και χαρακτηριστικό στοιχείο του ψυχισμού του. Κατά την ‘προβολή’ παρατηρείται μεταφορά μιας υποκειμενικής διεργασίας στο αντικείμενο ή αποκοπή ενός υποκειμενικού περιεχόμενου και ενσωμάτωσή του στο αντικείμενο. Βασίζεται στην αρχαϊκή ταυτότητα υποκείμενου και αντικείμενου, και χαρακτηρίζει περισσότερο το παιδί και τον πρωτόγονο, στους οποίους δεν έχει κανένα σκοπό και είναι ένα καθαρά αυτόματο συμβάν.

 

Το παιδί, εκτός από τα άλλα, ‘προβάλλει’ στον έξω κόσμο την εικόνα του εαυτού του και τις σχέσεις του. Μιλώντας με ένα παιδί τριών χρόνων σημείωσα φράσεις όπως: «Η καρέκλα έχει μαμά;», «Η θάλασσα περπατάει;», «Η Ελευσίνα έχει πόδια;», που δείχνουνε ακόμα και το πώς γεννιέται η αναλογική σκέψη. Αυτή η τελευταία είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, σφαλερή και γίνεται σωστή και γόνιμη μόνο με την απόδειξη της ύπαρξης αναλογίας, πράγμα που βρίσκεται πίσω από την εξομοίωση.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.