Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Ζωή Κατσιαμπούρα: ένα αφήγημα

ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ

Η φίλη επέμενε να βρεθούμε στον Κεραμεικό, μάς βόλευε το σημείο, προσιτό με το μετρό, και είχαμε να συναντηθούμε όλες μαζί από το άνοιγμα του περσινού εγκλεισμού. Κεραμεικός, λοιπόν, μόλις μπορέσαμε και φέτος.

Άδειο το μετρό, άδειοι οι δρόμοι, λίγοι δρομείς στον πεζόδρομο και καναδυό συζητητές στα παγκάκια δίπλα στο άστρο του Δαβίδ. Υπέροχη μέρα, ζέστη ανοιξιάτικου μεσημεριού. Μέσα στον χώρο οι υπάλληλοι, συγκεντρωμένοι μπροστά στο γκισέ, διαγκωνίστηκαν  χαρούμενοι ποιος και ποια να μας υποδείξουν χώρο να αφήσουμε  τις τσάντες μας και συνέχισαν τη ψιλοκουβέντα τους. Δυο νεαροί εργάζονταν κουβαλώντας με ένα καροτσάκι πίσω, προς τον τάφο των Σπαρτιατών. Τρεις κοπελίτσες, η μια Κινέζα, ίσως φοιτήτριες με Erasmus, περιφέρονταν στον χώρο χωρίς οδηγούς και αμίλητες, σαν ονειροπολώντας. Όπως και εμείς, εξάλλου. Περάσαμε από το σύνταγμα των στοιχημένων κολονακίων, σχολιάσαμε τις δυο αδελφές στη στήλη τους, ιέρειες μάλλον παρατήρησε η πιο σχετική με αυτά φίλη, βρήκαν, λέει, στον τάφο της μιας δώδεκα καταδέσμους! Ε, βέβαια, για να πιάσει η κατάρα καλό είναι να τη φέρει στον Άδη μια παπάδαινα… Μα πώς στο καλό κατώρθωναν και τα έβαζαν αυτά τα μολυβένια πλακιδιάκια στον τάφο; Δες εκεί πόση εφευρετικότητα και κόπο βάζει η ανθρώπινη κακία…

Κάναμε μια γύρα προς το Δίπυλο, χαζέψαμε τα σπιτόπουλα, τα ελάχιστα θεμέλια δηλαδή, των κεραμαριών  και των παλιόσπιτων, που θα ήταν τότε στην Αθήνα όπως και σε όλους τους καιρούς έξω από όλες τις πόλεις, μας ξίνισε που ο Ηριδανός, σημαδεμένος και με νεαρά πλατάνια,  δεν είχε σταγόνα  νερού κι ούτε έναν βάτραχο να κοάζει την ερωτική του διάθεση, και λυπηθήκαμε τις καημένες τις χελώνες του Κεραμεικού που πρέπει να βοσκούν στα ξερικά και μόνο και θα ψοφολογάν της πείνας.

Αλλά ήταν λάθος το αίσθημα αυτό, κρίναμε σαν άνθρωποι! Είπαμε να καθήσουμε, αριά και με μάσκες, εννοείται, στα παγκάκια και στις πέτρες κάτω από τη μεγάλη συκιά να πούμε τα δικά μας, σαν να ήταν ποτέ δυνατόν να συρρικνωθούν συζητήσεις ενός χρόνου σε λίγη ώρα. Τόσες αρρώστιες, τόσα βιβλία, τόσα γεγονότα στον κόσμο, πόσα να πεις πια;

Είχαμε και παρέα. Τις χελώνες που λυπηθήκαμε για τον επαπειλούμενο λιμό τις βρήκαμε κάτω από τον ίσκιο, κοπάδι. Μπα, λέμε, τα ζωντανά ζεστάθηκαν και κατέφυγαν στη δροσιά, τι να κάνουν; Αλλά τα ζωντανά δεν χαλάρωναν με τον ήχο των φωνών μας και με τις ιστορίες μας: πήγαιναν κι έρχονταν, πάνω κάτω, προσπαθούσαν και να περάσουν πάνω από τα παπούτσια μας, μπα, λέμε πάλι, τι έπαθαν; Τι έκρηξη φιλικότητας κι αυτή; Και, για να τις φωτογραφήσουμε να σκαρφαλώνουν στα κουντεπιέ μας,  προσέξαμε καλύτερα!

Στα χορταράκια, ανάμεσα στα ελάχιστα χαμομήλια που φύτρωναν κάτω από το δέντρο, είχαν πέσει οι ορνιοί από τη συκιά, τα πρώτα, «αρσενικά»  σύκα, οι «ερινεοί», καλή ώρα, που σίγουρα θα κάρπιζαν πρόσκαιρα  και στις αγριοσυκιές του Κεραμεικού στα  χρόνια που ήταν νεκροταφείο! Για φαντάσου! Να, λοιπόν, οι χελώνες, πώς βρίσκουν και τρων και μεγαλώνουν. Κοιτάζαμε τα κελύφη τους, γύρω γύρω μια σειρά σαν κρεμασμένα τρίγωνα ανοιχτόχρωμα, σαν τις απολήξεις  του ρούχου  του αρχαίου πολεμιστή (στη στολή που πουλάν τα εποχιακά μαγαζιά για τις απόκριες). Πολεμιστές και οι χελώνες, πολεμίστριες της επιβίωσης μέσα στην αβληχρή βλάστηση της  γούβας  του Κεραμεικού.

Ε, βέβαια, κι αν οι επιτύμβιες στήλες με τους πολεμιστές και τις ιέρειες και τις γιαγιάδες  τρέφουν  (διαμορφώνουν κιόλας) τη συγκίνησή μας, ακονίζουν (συχνά κατά παραγγελίαν) τα συναισθήματά μας, οξύνουν την ποιητική μας διάθεση, οι πανάρχαιες ρίζες δεν θα συνέχιζαν να βλασταίνουν για να ταΐσουν τα πετεινά του ουρανού και τα πανάρχαια, τα παν-πανάρχαια  ζώα, που συνεχίζουν να έρπουν  αδιάφορα πάνω από πέτρες και παπούτσια για να βρουν τροφή, να συνεχίσουν να ζουν;

Ένα θαύμα ο Κεραμεικός. Εξαιρετικό μέρος για συναντήσεις…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.