Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Ζωή Κατσιαμπούρα: Αρτ

Χήρεψε σχετικά νέος.

Έμεινε μόνος και κακομοίρης, να κουτσομαγειρεύει καμιά φορά, αλλά κυρίως να τρώει στην ταβέρνα-καφενείο  στο λιμανάκι, μαζί με άλλους καναδυό μαγκούφηδες ή περαστικούς  και μαζί με όλους τους άλλους που θα έπαιρναν το ορεκτικό τους ρακί, πριν πάνε στο σπίτι τους να φάνε και, ίσως, να καυγαδίσουν εξαιτίας της αναπνοής τους  (πιφ, πιφ, ξεβρωμείς ρακίλας)!

Εκείνος δεν είχε πια κανέναν να καυγαδίσει, η κόρη του μικροπαντρεμένη μακριά, αλλά ούτε και κανέναν να πει μια κουβέντα της προκοπής.  Ίσως η μοναξιά του, ίσως η φτώχεια του, κυρίως όμως η αφέλεια του χαρακτήρα του, τον έκαναν, όσο περνούσαν τα χρόνια, στόχο στα  πειράγματα κάποιων  θαμώνων,  πειράγματα, τι άλλο, σεξουαλικής φύσης κυρίως, όπως ήταν το φυσικό στα καφενεία. Πώς τα βολεύει χωρίς γυναίκα και πώς μαράζωσε έτσι και τι άντρας είναι αυτός και τι χρειάζεται να κάνει για να πάρει τα πάνω του και να ηρεμήσει (να ηρεμήσουν αυτοί, μάλλον).

Λέγε λέγε του απέσπασαν τη συγκατάνευση να επισκεφτεί τα «κορίτσια» στο Κάτω Κάστρο.

Συγκατάνευση δειλή στην αρχή που έγινε ενθουσιώδης σε λίγο καιρό, θρεμμένη και από τις πληροφορίες των άλλων που διηγιόντουσαν λαγούς με πετραχήλια, τάχα μου τα σεξουαλικά τους κλέη! Κανονίστηκε! Να πάει στην πόλη, αυτό το Σάββατο.

Πώς τα κατάφεραν, τι του έδωσαν ακριβώς, στα κρυφά τάχα;  Του είπαν πάντως ότι τα χάπια ήταν για να νταβραντίσει, να μη ρεζιλευτεί κιόλας.

Κι όταν Σάββατο πρωί πρωί βγήκε, σενιαρισμένος το κατά δύναμιν,  να περιμένει το λεωφορείο για το Κάτω Κάστρο, νά  τους όλους, μια δεκαριά, με γέλιο και φωνές να τον «ενθαρρύνουν» με την κραυγή με την οποία προέτρεπε στο χωριό ο ιδιοκτήτης του επιβήτορα γαϊδάρου  το ζωντανό να εκτελέσει τα αναπαραγωγικά του καθήκοντα, όταν το νοίκιαζαν για να γονιμοποιήσει γαϊδάρες (ή φοράδες για μουλαράκια…):

«Αρρρρ, αααρρρρρ, αααρρρτττ!»

Τον πήρε η ντροπή, έβλεπε όλος ο κόσμος, γύρισε στο σπίτι ταπεινωμένος  και, από κεί και πέρα,  όταν δεν μπορούσε να μαγειρέψει, έτρωγε ψωμί και τυρί, δεν ξαναπάτησε στο καφενείο.

Πέρασαν τα χρόνια του και πέθανε, χωρίς να ακούσει ποτέ για το μπούλιγκ.

Και πιθανόν τα εγγόνια του να διηγιούνται στα δικά τους παιδιά τι ωραία που ήταν η ζωή στο χωριό την εποχή του παππού τους…

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.