Μετάφραση Αρχαίας Ελληνικής ΓραμματείαςΠρωτοσέλιδο

ΗΣΙΟΔΟΥ «΄Εργα και Ημέρες» 57-105 (σχ. 1). Μετάφραση Γεωργία Παπαδάκη

(Ο μύθος της Πανδώρας ή η Ελπίδα, το παρηγορητικό αγαθό στην ανθρώπινη δυστυχία).

 

Σχ. 2

΄Ετσι λοιπόν εμίλησε και γέλασε ο πατέρας ανθρώπων και θεών.

Και πρόσταξε τον ξακουστό τον ΄Ηφαιστο,

όσο πιο γρήγορα μπορούσε ν’ ανακατέψει χώμα και νερό

κι ανθρώπινη φωνή να βάλει μέσα και δύναμη σωματική,

και πλάσμα να δημιουργήσει

που να ’ναι όμοιο στην όψη με τις αθάνατες θεές,

και να ’χει όμορφη, ελκυστική θωριά κοπέλας δροσερής.

Ακόμη πρόσταξε την Αθηνά

τη γυναικεία να της μάθει ετούτη τη δουλειά,

στον αργαλειό το πλουμιστό το ύφασμα να υφαίνει·

και τη χρυσή την Αφροδίτη χάρη να περιχύσει στο κεφάλι της,

τον πόθο τον τυραννικό κι όλες τις έγνοιες που τα μέλη διαλύουν.

Τέλος διέταξε και τον Ερμή,

του Δία τον μαντατοφόρο, του ΄Αργου το φονιά,3

να βάλει μέσα της ξεδιάντροπο μυαλό και ραδιούργα φύση.

 

΄Ετσι λοιπόν εμίλησε, κι αυτοί υπάκουσαν

στου Κρόνου το παιδί, στον άνακτα τον Δία.

Κι ευθύς, ο ένδοξος ο Κουτσοπόδης4 πλάσμα από χώμα έφτιαξε

με τρυφερή παρθένα όμοιο, όπως το θέλησε του Κρόνου ο γιος.

Η λαμπρομμάτα η θεά Αθηνά ζώνη τής έβαλε και τηνε στόλισε·

και οι θεές οι Χάριτες κι η δέσποινα Πειθώ

ολόγυρα απ’ τη σάρκα του λαιμού της

μαλαματένια περιδέραια της πέρασαν·

κι οι ΄Ωρες5 οι καλλίκομες τριγύρω της

μ’ άνθη της άνοιξης τη στεφανώναν.

Όλα ετούτα τα στολίδια επάνω στο κορμί της

τα καλοταίριαξε η Παλλάδα Αθηνά.

Και μες στα στήθη της, του Δία ο μαντατοφόρος,

του ΄Αργου ο φονιάς, την έκανε να ’χει τα ψέματα,

τα πλανερά τα λόγια μα και τη ραδιούργα φύση,

στου Δία του βαρύγδουπου τη θέληση υπακούοντας.

Και τέλος, των θεών ο κήρυκας μέσα της έβαλε φωνή

και τη γυναίκα αυτή Πανδώρα την ονόμασε,

γιατί εκείνοι όλοι, οι π ά ν τ ε ς που κατέχουνε

του Ολύμπου τα παλάτια, τη δώσανε σαν δ ώ ρ ο

⸺ δώρο μαρτύριο για τους ανθρώπους που τρων

με τον ιδρώτα τους ψωμί.

 

΄Ετσι λοιπόν, σαν τέλειωσε τον φοβερό, το δόλο τον αγιάτρευτο,

έστειλε ο Πατέρας στον Επιμηθέα6 τότε

τον ξακουστό τού ΄Αργου τον φονιά, τον γρήγορο αγγελιοφόρο

μαζί με των θεών το δώρο.

Και μήτε σκέφτηκε ο Επιμηθέας τα λόγια που ο Προμηθέας

του ’χε πει, ποτέ να μη δεχτεί απ’ τον Ολύμπιο τον Δία δώρο,

μα πίσω να το στείλει, μην τύχει και κάνα κακό πάθουνε οι θνητοί.

Όμως αυτός το δέχτηκε, κι όταν τον βρήκε το κακό,

ε, τότε πια κατάλαβε.

 

Γιατί, πριν ζούσανε πάνω στη γη τα γένη των ανθρώπων

μακριά από καθετί κακό, δίχως τις μαύρες δυστυχίες

και δίχως τις αρρώστιες τις πικρές

που στους ανθρώπους φέρανε το θάνατο.

Μα η γυναίκα με τα χέρια της το σκέπασμα του πιθαριού7

άνοιξε το μεγάλο κι ευθύς όλα τα σκόρπισε,

κι έτσι καημούς φαρμακερούς ετοίμασε για τους ανθρώπους.

Μονάχη εκεί, μες στο απαραβίαστο μονόσπιτό της,

κάτω απ’ του πιθαριού τα χείλη, απόμεινε η Ελπίδα

και έξω αυτή, όχι, δεν πέταξε· γιατί η γυναίκα πρόλαβε

και το ’βαλε ξανά το σκέπασμα του πιθαριού,

στη θέληση υπακούοντας του Δία που φέρει την αιγίδα,8

του Δία που τα σύννεφα συνάζει. Μα άλλες συμφορές αμέτρητες

πλανώνται πάνω απ’ τους ανθρώπους.

Γεμάτη από κακά είναι η γη, κι η θάλασσα γεμάτη·

και οι αρρώστιες από μόνες τους έρχονται στους ανθρώπους,

άλλες τη μέρα και άλλες τη νυχτιά,

δεινά φέρνοντας στους θνητούς μες στη σιωπή,

γιατί τους έχει πάρει τη λαλιά ο πάνσοφος ο Δίας.

 

΄Ετσι κανένας δεν μπορεί απ’ τις βουλές του Δία να ξεφύγει.

 

 

1)Για τον Ησίοδο και αυτό το ποιητικό έργο του βλ. άρθρο μας με θέμα τη λέξη Τανυσίπτερος (26/11/2018).

2)Ο Ησίοδος διανθίζει το διδακτικό του ποίημα ΄Εργα και Ημέρες με μύθους, ένας από τους οποίους είναι και ο μύθος της Πανδώρας, της πρώτης γυναίκας που, σύμφωνα με την παράδοση, πλάστηκε από τον ΄Ηφαιστο. Με τον μύθο αυτόν ο ποιητής αποδίδει την αιτία για τα δεινά του ανθρώπινου γένους στη γυναίκα, αντίληψη που συναντούμε και στη Γραφή. Αφηγείται λοιπόν ότι ο Δίας οργίστηκε με τον Προμηθέα, ο οποίος τον ξεγέλασε δύο φορές, τη δεύτερη κλέβοντας τη φωτιά και χαρίζοντάς την στους ανθρώπους. Γι’ αυτό, χολιασμένος ο νεφεληγερέτης θεός αποφάσισε, όπως λέει στον Προμηθέα, σε αντάλλαγμα για το πύρινο καλό που πήραν οι άνθρωποι, να τους δώσει ένα κακό «που με αυτό μες στην καρδιά τους θ’ αναγαλλιάζουν όλοι, αγάπη νιώθοντας για το δικό τους το κακό».

Παραθέτουμε τη συνέχεια σε μετάφραση. 

                                                                           

3)Για τον ΄Αργο βλ. σχ. 4 του αποσπάσματος από τη ραψωδία κ της Οδύσσειας (στ. 307-399) για τη μάγισσα Κίρκη που μεταφράσαμε πρόσφατα (29/10/2022) για τη στήλη «Μετάφραση Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας».

4)Ἀμφιγυήεις (στο πρωτότυπο). Επίθετο του Ηφαίστου, του θεού της μεταλλοτεχνίας, ο οποίος είναι κουτσός. Θεωρείται γιος της ΄Ηρας και του Δία· κατά μία παράδοση, γεννήθηκε από την ΄Ηρα κουτσός, χωρίς να έρθει η θεά σε επαφή με τον Δία. Μόλις η μητέρα του τον αντίκρισε, ντράπηκε και τον πέταξε από τον ουρανό στη θάλασσα για να πνιγεί. Ωστόσο δύο θαλάσσιες θεότητες, η Θέτιδα και η Ευρυνόμη, τον έσωσαν και τον ανάθρεψαν στα βάθη της θάλασσας. Μια παραλλαγή της ιστορίας διηγείται ότι ο Δίας και η ΄Ηρα καβγάδισαν στον ΄Ολυμπο, ο ΄Ηφαιστος έτρεξε να προστατέψει τη μητέρα του, και ο Δίας τον άρπαξε από το πόδι και τον εκσφενδόνισε από τον ουρανό.

5)Μαζί με τις Χάριτες, η Πειθώ και οι ΄Ωρες συγκαταλέγονταν στην ακολουθία της Αφροδίτης· η Πειθώ αρχικά όχι ως θεότητα της πειστικής δύναμης του λόγου, αλλά ως θεά ερωτική που πείθει με το κάλλος, με τα θέλγητρα. Οι ΄Ωρες, θυγατέρες του Δία και της Θέμιδας, είναι οι προστάτιδες των εποχών του έτους και των καρπών τους, είναι οι θεότητες της ωριμότητας και τελειότητας όλων των προϊόντων της φύσης, κατ’ ακολουθία, και της ακμής και ωραιότητας του ανθρώπου.

6)Επιμηθέας: αδελφός του Προμηθέα. Όπως λέει το όνομά του, Ἐπι-μηθεὺς (←ἐπι+μηθής) είναι αυτός που πρώτα πράττει και μετά σκέπτεται, ο απερίσκεπτος, σε αντίθεση με τον Προμηθέα ( Προ-μηθεὺς ← προ+μηθής), τον προ-βλέποντα, τον προνοητικό.

7)Τον πίθο έφερε μαζί της η Πανδώρα και μέσα σ’ αυτόν, κατά μία παράδοση, υπήρχαν όλα τα ανθρώπινα δεινά. Κατά μία άλλη, το πιθάρι περιείχε όλα τα αγαθά, που με το άνοιγμά του επέστρεψαν στους θεούς πλην της Ελπίδας.

8) Αἰγί-οχος στο πρωτότυπο. Αἰγὶς-δος, αιγίδα (←αἴξ-γὸς=κατσίκα) ονομαζόταν το δέρμα κατσίκας και κατ’ επέκταση η ασπίδα η καλυμμένη με τέτοιο δέρμα. ΄Ετσι λεγόταν και η ασπίδα του Δία, την οποία κατασκεύασε ο ΄Ηφαιστος από  το άτρωτο και φοβερό δέρμα της αίγας Αμάλθειας, που ανάθρεψε τον Δία με το γάλα της, όταν η μητέρα του, η Ρέα, τον έκρυψε στο άντρο της ΄Ιδης στην Κρήτη, για να τον προφυλάξει από τον πατέρα του, τον Κρόνο, που κατάπινε τα παιδιά του. Αργότερα αιγίδα ονομάστηκε κ α ι η ασπίδα της Αθηνάς, εφόσον, κατά μία εκδοχή, της δώρησε τη δική του ο πατέρας της, ο Δίας, μετά τη Γιγαντομαχία, κ α ι το δέρμα κατσίκας με το κεφάλι της Γοργούς που φορούσε ως επενδύτη η θεά.

 

 

 

 

 

 

 

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.